Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΥΦΑΙΝΕΙ ΟΣΟ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ή Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΟΣΟ ΕΚΕΙΝΗ ΥΦΑΙΝΕΙ;

Πριν από χρόνια ζούσε στην Ελλάδα κάποιος ονόματι Οδυσσέας (ο οποίος αν και αρκούντως σοφός ήταν και ιδιαίτερα πολυμήχανος), παντρεμένος με την Πηνελόπη, χαρισματική γυναίκα μοναδικής ομορφιάς που το μόνο της ελάττωμα ήταν η υπερβολική της εμμονή με την υφαντική, συνήθεια χάρη στην οποία μπορούσε να περνάει μονάχη μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο θρύλος λέει ότι κάθε φορά που ο Οδυσσέας με την ευστροφία του παρατηρούσε ότι, παρά τις απαγορεύσεις του, αυτή ήταν έτοιμη να αρχίσει ξανά ένα από τα ατέλειωτα υφαντά της, θα μπορούσες να τον δεις τις νύχτες να ετοιμάζει στα κρυφά τις αρβύλες του κι ένα καλό σκάφος, μέχρι που χωρίς να της πει τίποτε ανοίχτηκε να γυρίσει τον κόσμο και να ψάχνει να βρει τον εαυτό του. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να τον κρατάει μακριά της ενώ φλέρταρε με τους μνηστήρες, κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι υφαίνει όσο ταξιδεύει ο Οδυσσέας κι όχι ότι ο Οδυσσέας ταξιδεύει όσο εκείνη υφαίνει, όπως θα μπορούσε να είχε φανταστεί ο Όμηρος, που, ως γνωστόν, πότε-πότε κοιμόταν και δεν έπαιρνε είδηση τίποτα. [Agusto Monterrozo] – Η ομηρική ιστορία της Πηνελόπης και των μνηστήρων με την αειφόρο γοητεία της και ο μύθος των προσχημάτων, είτε για τα ατέλειωτα ταξίδια του ανήσυχου άνδρα που καθυστερεί το γυρισμό για να χορτάσει περιπέτεια κι εμπειρίες, είτε για τις μάσκες της παντοτινής πίστης σε μία και μοναδική αγάπη, ήταν και θα είναι ερέθισμα ισχυρό για ποιητές και μυθιστοριογράφους. Για παράδειγμα η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει εμπνευστεί τέσσερα ποιήματα από αυτή την ιστορία οπότε, όσο κι αν είναι σίγουρη ότι στα θέματα αυτά όλα είναι διφορούμενα γιατί «το φεγγάρι έχει πάντα ένα πρόσωπο κρυμμένο σ’ ένα πηγάδι χωρίς βυθό» κι ότι ο Πόθος για το άγνωστο (;) άλλο σώμα,  (δεν) είναι ανόητος μνηστήρας με το όνομα «Κανένας»,   στο τέταρτο και τελευταίο προς το παρόν ποίημα της για την Πηνελόπη,  το συμπέρασμά της είναι ασφαλές: «Της έλειπε όχι γιατί ήλπιζε ή φοβόταν αλλά γιατί κάποια βράδια το ίδιο το νησί ξεκολλούσε από το σώμα της και χανόταν στη μαύρη θάλασσα που άχνιζε»…  Ας την απολαύσουμε όμως σ’ όλη τη διαδρομή των εμπνεύσεων της από τον παραπάνω μύθο:



ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΙΙ (Χλόης Κουτσουμπέλη - δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο)
Περίμενα, περίμενα
xωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.
Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά.
Ύστερα ήταν κι οι μνηστήρες
όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.
Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,
όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.
Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.
Το σώμα του ζεστό ψωμί
έσταζε μέλι και κρασί.
Δεν με πείραξε που έγινε.

Μόνο ότι πεισματικά η Ιστορία το αγνόησε.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΙΙΙ
Γνωρίζει πια πως 
δεν είναι οι ανόητες Σειρήνες 
που τραγουδούν νομίζοντας πως κάνουν τέχνη 
ούτε η γερασμένη Κίρκη 
με τον πόθο 
καταχωνιασμένο σε ασκούς για πάντα σφραγισμένους 
ούτε κάποια κακομαθημένη Ναυσικά 
εγκλωβισμένη σε λάθος ηλικία 
με άσπρες κάλτσες και φουστάνια παιδικά. 
Ούτε οι Λαιστρυγόνες και οι Λωτοί είναι αυτοί 
που τον κρατούν μακριά της. 
Ούτε οι συντεχνιακοί μικροθυμοί του τάχα Ποσειδώνα 
και τα μπλεξίματα με τους παλιούς συντρόφους. 
Γνωρίζει πια η Πηνελόπη 
το τελευταίο μήνυμά της θα μείνει αναπάντητο, 
δεν θα ξαναμιλήσουν πια, 
η λογική του υπαγορεύει να μείνει μακριά της, 
παντού ολόγυρά της 
μνηστήρες πίνουν μπύρες 
κυλιούνται σαν λιοντάρια στην αρένα 
αρσενικά που οσμίζονται τον πόθο 
και με τα βέλη τους ορίζουνε τον χώρο. 
Και ο Οδυσσέας; 
Δεν τον θυμάται πια η Πηνελόπη. 
Μόνο πως με έναν άγνωστο κοιμήθηκε ένα βράδυ 
Και όταν τον ρώτησε ποιος είναι 
αυτός απάντησε: «Ο Κανένας»
[από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΝΩΡΙΣ, εκδόσεις Γαβριηλίδης  2012]

ΠΗΝΕΛΟΠΗ  IV 
Όλοι οι μνηστήρες φορούν την ίδια μάσκα,
τραγόμορφοι σκύβουν πάνω μου
και με χαϊδεύουν
με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια.
Πού να ’ναι τώρα ο Οδυσσέας, 
πόσοι μικροί σταλακτίτες 
παγώνουν σ’ ένα δάκρυ,
γιατί ο ουρανός κοιμάται πάντα
με τα μάτια ανοιχτά,
γιατί  ο Οδυσσέας είναι ξένος
και το όνομά μου Πηνελόπη
και δεν έχω δική μου ούτε στεριά, ούτε νησί,
ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
ούτε Δούρειο Ίππο  να κρυφτώ
γιατί το φεγγάρι έχει πάντα ένα πρόσωπο κρυμμένο
σ’ ένα πηγάδι χωρίς βυθό;
Γιατί, τέλος, ό,τι  ποίημα και να υφάνω
έχει για κλωστές βελούδινες γυναίκες
που λάμπουν για λίγο στο σκοτάδι
πριν σβήσουν για πάντα στη σιωπή
[ από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη Η ΛΙΜΝΗ, Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ, εκδόσεις Νέα Πορεία 2006]


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις