ΓΙΑΤΙ ΨΗΛΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΠΟΥ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΕ Τ’ ΑΣΤΡΑ ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή μιαν άλλη που δε θα υπάρχω μη φοβηθείς και θα με βρεις είτε σαν άστρο, όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα, είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει, είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος. Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα μαζεύονται όλοι οι ποιητές και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα, μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια και περιμένουν να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν, να πέσουν μεσ’ στον ύπνο σου, να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου, να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παράθυρό σου το πρόσωπό μου φωτεινό να σχηματίζει αστερισμό να σου χαμογελάει και να σου ψιθυρίζει Καλή νύχτα [ΕΡΩΤΙΚΟ από τη συλλογή του Μάνου Χατζιδάκι ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (1966)  μελοποιήθηκε μαζί με άλλα ποιήματα από τον Νότη Μαυρουδή στο δίσκο του ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ] 


ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Ένα παιδί τριανταφυλλί
ήρθε μου πήρε το φιλί
κι έγινε δέντρο αμάραντο
μεσ’ στη παρθένα πλάση.
Δεν τη γνωρίζω την ιτιά από την πέρα όχθη,
δεν την ανάβω τη φωτιά σ’ απρόσιτη κορφή.
Λυθήκανε τα χέρια μου, λύγισε το κορμί μου,
εκεί που δέντρο ατίθασο σκύβει για να λουστεί.
Εκεί που η νύχτα χάνεται μεσ’ στ’ ουρανού τα δάση,
εκεί που εσύ περίμενες τ’ άστρο σου να σβηστεί.
Ποιος θα μπορούσε να το πει
πως ήμουν ήλιος το πρωί
και μια φωτιά τη Δύση.

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούνε δυο μικρά παιδιά
Τόνα βλέπει δεν ακούει
Τ’ άλλο ακούει μα δε βλέπει
Και τα δυο ξέρουν πως πρέπει
Να ’χουν μόνο μια καρδιά
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Τα παιδιά μένουν παιδιά
Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και τη θάλασσα ποτίζει
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια δύστυχη τρελή
Π’ αγαπούσε ένα πουλί
Το παιδί που δεν ακούει
Της σκοτώνει το πουλί
Κι από τότες δε γνωρίζει
Πως την βλέπει το ποτάμι
Σαν γυναίκα ή σαν πουλί;
Το ποτάμι όλο γεμίζει
Κι απ’ τη θλίψη ξεχειλίζει
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζούσ’ ο κύριος Δικαστής
Κυνηγούσε τα θηρία
Κι αγαπούσε μια Κυρία
Ως την ώρα που η τρελή
Πνίγει την μικρή Κυρία
Που τη νόμισε παιδί
Κ’ έτσι ο Δικαστής μονάχος
Προτιμά να σκοτωθεί
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Θάψανε το Δικαστή
Το ποτάμι όλο γεμίζει
Και την πίκρα μου ποτίζει
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Ζει μια νύφη ερημική
Που σαν τέλειωσεν ο γάμος
Έφυγε ο γαμπρός το βράδυ
Και δεν ήρθε την αυγή
Έτσι η νύφη στολισμένη
Εκεί κάτω στο ποτάμι
Έγινε κι αυτή κραυγή

ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ
Παιδί της γης
Παιδί τραγουδισμένο
Έτσι που σε φαντάζομαι
Σαν αστραπή
Μπλέκω τα δάκτυλα
Κλείνω τα μάτια μου
Και σ’ ονομάζω Μουσική
“Δεν σε πληγώνω αφέντη μου
Φιλιά σου δίνω'
Παιδί της γης
Παιδί τραγουδισμένο
Έτσι όπως μεσ’ στη θύμηση
Θυμίζεις τ’ όνειρό σου
Βγαίνουν μορφές πιο δυνατές
Κι απ’ την μορφή του Χάρου
«Δεν σε πληγώνω αφέντη μου
Φιλιά σου δίνω»
Παιδί της γης
Παιδί τραγουδισμένο
Έτσι που σε φαντάζομαι
Με τη φλογέρα και τον αητό
Στον ώμο σου
Χαράζεις μια τον Θάνατο
Και τον γυρνάς σε ωραίο σκοπό

ΚΡΙΣΗ
Κρίση την είπαν την στιγμή
σαν εκοιμήθης πλάι μου με χάρη,
την ώρα που ξεχύθηκαν μ’ ορμή
χίλια πουλιά να σκίσουν το φεγγάρι.
Κρίση την είπαν την πηγή
που πάνε τ’ άστρα να λουστούν το βράδυ,
να πιουν νερό να χτενιστούν στη γη
και να πλαγιάσουν στης αυλής μου το πηγάδι.
Κρίση την είπαν την ορμή
που φτιάχνει η αγάπη μέσα στο λιβάδι
κι η αναπνοή σου γίνεται στιγμή
που μ’ ακουμπά τ’ αγέρι του Θεού σαν χάδι.

ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
Ό,τι χάραζε σε στίχους τα ’παιρνε
η θάλασσα που ’χε στα χέρια του.
Ό,τι ζωγράφιζαν τα χείλη του
τα ’σβηνε ο ουρανός που ’χε στα μάτια του
κι έτσι δεν μπόρεσε να δει αν έπρεπε
να παραμείνει Αττικός ή Αιγαιοπελαγίτης.

ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ
Από τη Μικρασία μετά την καταστροφή,
ένας αστός ξεκίνησε με μια βαλίτσα
αναμνήσεων στο χέρι, γύρισε χώρες μακρινές
και πολιτείες άγνωστες, μάζεψε ακριβό υλικό
και συνταγές, μέτρα, ρυθμούς και χρώματα
και τέλος γύρισε στη χώρα του, έχτισε με τα χέρια του
σπίτι σημερινό κι ελληνικό, εμπήκε μέσα, κλείδωσε
και από τότε πια κανείς δεν τον συνάντησε στην αγορά.

ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ
Η γη καθώς τον γέννησε,
τον στόλισε πράσινα φύλλα της ιτιάς,
του έλατου και της ελιάς.
Μα η σκέψη του τον βύθισε
στης πολιτείας την άσφαλτο
κ’ έγινε πέτρα αρχαϊκή
στη μνήμη των εφήβων.

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΛΥΓΕΡΟ
Ένα κορίτσι λυγερό
φεγγαροχτυπημένο,
με ζουρνά ξετρελαμένο.
Μεθά χορεύει και πηδά
πάνω από νέφη και φωτιές,
τον ερχομό του τραγουδά
μέσα σε δάση από ιτιές.
Το κορίτσι θα τον φέρει
σ’ άγνωστα λημέρια
να χτυπήσει θάλασσες,
να καρφώσει αστέρια.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ
Ένας παπάς
από τ’ αντικρινό παράθυρο
κοιτάζει που κοιμάμαι.
Θέλει να διαπιστώσει
πού έχω τα χέρια μου,
πάνω ή κάτω από το προσκεφάλι.
Ένας αστυνόμος
από τ’ αντικρινό παράθυρο
μ’ επιμονή παρατηρεί τον ύπνο μου.
Θέλει να διαπιστώσει
αν γέρνω αριστερά, αν γέρνω δεξιά.
Ένα παιδί
από τ’ αντικρινό παράθυρο
με βλέπει μ’ απορία να κοιμάμαι.
Θέλει να διαπιστώσει
αν είμαι δράκος
για Θεός ή ένα πουλί
που τραγουδά περίεργα τραγούδια.
Εγώ μέσ’ απ’ τον ύπνο μου
τους βλέπω και χαμογελώ,
γιατί ο παπάς δεν μ’ αναγνώρισε
πως είμαι ο Χριστός κι έχω
τα χέρια μου στο στήθος σταυρωμένα.
Γιατί ο αστυνόμος δεν γνωρίζει
πως ειδικά γι αυτόν είμαι αξιωματικός
και το παιδί ούτε καν μπόρεσε
να φανταστεί πως είμαι ο ποιητής.

Τα ποιήματα του Μάνου Χατζιδάκι είναι από τη συλλογή ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (1966) και μελοποιήθηκαν από τον Νότη Μαυρουδή στον δίσκο του ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ με ερμηνευτές την Αρλέτα, τον Ηλία Λιούγκο και τον ίδιο τον Χατζιδάκι σε ένα τραγούδι.(Χρονολογία α’ έκδοσης δίσκου, 1977, επιμέλεια επανέκδοσης Γ. Τσάμπρας, 1995, Lyra)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις