«ΕΙΣΑΙ ΩΡΑΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ», ΗΤΑΝ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΝΑ ΤΗΣ ΠΕΙ ΕΞΩ ΑΠ’ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Μέσα στο ποίημα σε λένε Λευκοθέα, έξω απ’ το ποίημα σε λένε Ινώ… Μαύρα πουλιά πετάνε κάτω απ’ τον ήλιο, στέκουν στα σύρματα, κρώζουν έξω απ’ το παράθυρό μου. Εγώ κοιτάζω χάμω ένα σπουργίτι που χοροπηδά αναποφάσιστο – είναι μέσα, είναι έξω απ’ το ποίημα, δεν ξέρω… Πόσες φορές όμως δεν άλλαξε ο κόσμος για χάρη μιας ομοιοκαταληξίας; Τι περιπέτεια, μέσα στο ποίημα, ο άνεμος επάνω στα μαλλιά σου και τι ταξίδι από την άκρη του κασκόλ σου ως τον λαιμό… Καμιά φορά νομίζω πως μπορώ ν’ αναπνεύσω κι έξω από το ποίημα και καίω τα πνευμόνια μου μέχρι να βρω τη σωστή λέξη… Δεν είναι όλα ρόδινα μέσα στο ποίημα, μη νομίζεις. Καμιά φορά λείπουμε… Θέλεις να βγούμε απόψε για λίγο έξω απ’ το ποίημα; Να περπατήσουμε τον δρόμο πλάι στη θάλασσα και να μου μάθεις να κάνω τσιχλόφουσκες… [Η ΖΩΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ, σκόρπια αποσπάσματα από τη συλλογή του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2016 – ART by Tomaszewski Angel]



«Το νερό της ομοιότητας δεν άλλαξε, ούτε το δέρμα της ηλικίας. Ο Ξενοφών τυγχάνει εξάδελφός μου και η μικρή Ασία ομοεθνής. Κατά τ’ άλλα, πραγματικά τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει και γράφω ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά» (Οδυσσέας Ελύτης)
1.
Μέσα στο ποίημα το στήθος σου
είναι ένα μικρό σπουργίτι
που σπαρταράει στη χούφτα μου.

Έξω από το ποίημα είναι ακριβώς το ίδιο.
2.
Έξω απ’ το ποίημα τα έπιπλα
αναπνέουν ήρεμα,
μετακινούνται αργά μες στο δωμάτιο
και με κυκλώνουν,
καμιά φορά γρυλίζουν απειλητικά.

Εγώ φοβάμαι και σφίγγω
ανάμεσα στα δάχτυλα το μολύβι μου.
8.
Γυρίζουμε απ’ το μπάνιο, μέσα στο ποίημα,
κι έχεις ανεβάσει τα πόδια σου
επάνω στο ταμπλώ του αυτοκινήτου.

Κι ο ιδρώτας σου που κυλάει αυλακώνει το αλάτι
που ’χει στεγνώσει πάνω στα γόνατά σου.

Με την άκρη του ματιού μου κοιτάζω
μια τα γόνατα, μια τα περιποιημένα
δαχτυλάκια του ποδιού σου.

«Αυτά είναι επικίνδυνα πράγματα»,
σκέφτομαι και βγαίνω για λίγο από το ποίημα,
μέχρι τουλάχιστον να φτάσουμε στο σπίτι ασφαλείς
11.
Είχαμε λίγο χρόνο πριν αρχίσει το έργο
και κάναμε μια στάση στο κοντινό δασάκι.
Ύστερα είχες μια πευκοβελόνα στα μαλλιά σου
κι έναν μικρό άσπρο λεκέ κάτω απ’ το λαιμό,
που σάλιωνα το δάχτυλο για να σ’ τον καθαρίσω,
μα δεν μ’ άφησες.

«Μου αρέσει να φαίνεται», είπες και με φίλησες
και το στόμα σου είχε τη γεύση μου κι οι φίλοι μας
στέλνανε μηνύματα ότι είχαμε αργήσει.

-Αλλά πώς; Αφού τότε δεν υπήρχαν κινητά-

Δεν ξέρανε ότι εμείς είχαμε καταλύσει
τα όρια του ποιήματος.
13.
Γιατί είμαι αναίσχυντη, μου έλεγε,
γι’ αυτό μ’ αγάπησες.

Γιατί όταν βγαίνουμε τα μεσημέρια για καφέ
δεν φοράω βρακί κάτω απ’ το φουστανάκι μου
και τα βράδια του καλοκαιριού στο μπαλκόνι μας
μένω με το στήθος γυμνό και πίνω breezer lime.

Γιατί στην παραλία που μας καίει ο ήλιος
βρέχω το χέρι μου και το χώνω μεσ’ από το μαγιό σου
και μ’ αρέσει να φιλάω τους φίλους σου στο στόμα
κι εσύ να ζηλεύεις και να γελάς.

Γιατί είμαι αναίσχυντη, μου έλεγε, γι’ αυτό μ’ αγαπάς
και το βράδυ που ξαπλώνουμε, πριν σβήσουμε το φως
σου διαβάζω Πεντζίκη και Βασίλη Αστεριάδη,

κι επειδή κάποτε δραπετεύω από το ποίημα
και σε συναντώ.
16.
Στα νύχια του ποδιού σου
που τα ’χεις βάψει κόκκινα,
στιλπνά στο φως του ήλιου,

είδα να καθρεφτίζεται
-πρώτη φορά εκεί,
έξω απ’ το ποίημα-
τ’ αληθινό μου πρόσωπο.
17.
Δεν την άλλαξε την ομορφιά σου ο χρόνος,
εκείνος άλλαξε από την ομορφιά σου.
18.
Θέλω να βγω για λίγο έξω από το ποίημα
να δω το χέρι σου επάνω στο κορμί μου,
να με χαϊδεύει κι εγώ να ιδρώνω, να τινάζομαι
ν’ ακούω τα λόγια σου, τους στεναγμούς μου,
τα βογγητά του έρωτα, τα ψιθυρίσματα της καύλας,

για να πιστέψω ότι στ’ αλήθεια εμείς,
εμείς αξιωθήκαμε αυτή την ευλογία
19.
Είναι ερωτευμένη,
διαβάζει το μήνυμά του χαμογελώντας
και ύστερα φιλάει με πάθος
την οθόνη του κινητού της.

Μετά βγάζει ένα πανάκι
από τη θήκη των γυαλιών της
και καθαρίζει το τηλέφωνο επιμελώς.

Την κοιτάζω και αναρωτιέμαι
από ποιο ποίημα μου να δραπέτευσε.
22.
Τρίβεσαι πάνω μου γυμνή
τόσο που οι σπίθες τινάζονται
κι έξω απ’ το ποίημα.

Διασχίζω την Ερμού
και με κοιτάζουνε
με περιέργεια οι περαστικοί
23.
Μέσα στο ποίημα
περνάω τρέμοντας από νεκροταφείο
νύχτα
στους τοίχους σαλεύουν
οι σκιές των πεθαμένων.

Προσπαθώ να ταχύνω το βήμα μου
μα δεν μπορώ.
Σφυρίζω να διώξω το φόβο μου,
τρέμω.

Έξω απ’ το ποίημα όμως
πόσο μελωδικό ακούγεται
το σφύριγμά μου.


[Η ΖΩΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (σκόρπια αποσπάσματα) από τη συλλογή του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2016 – ART by Tomaszewski Angel]        


Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις