ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΣΕ ΞΕΜΟΝΑΧΙΑΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΠΟΥ ΑΝΑΒΟΥΝ ΟΜΟΡΦΙΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΝΟΗΜΑ:

Τι μας τραβάει μέσα στη νύχτα σαν τεντωμένο σχοινί, μας πιάνει από τον λαιμό, μας σέρνει στα σκοτάδια της πόλης; Τι μας χτυπά -μεσάνυχτα πράγμα- σαν θανατικό και μας ξυπνά από ύπνο που δεν τον κοιμηθήκαμε ποτέ; Ποιος βραχνάς μας έχει φράξει το λαιμό και σαν βήχουμε μόνο κομμάτια μνήμης ταριχευμένης σπέρνουμε στον αέρα; θραύσματα ονείρου ξεμοναχιασμένου, σαν ένα δρόμο κοντά στα κάστρα που περπατήσαμε (ή φανταζόμαστε πως περπατήσαμε)! «Το Ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες όπου η ζωή χορεύει»!.. Με το βιβλίο το χίλιουπογραμμισμένο των φοιτητικών μας χρόνων, το μικρό βότσαλο που βρέξαμε τα μπατζάκια μας προκειμένου να το κλέψουμε από της φουσκοθαλασσιάς το ξέσπασμα, το γυαλιστερό ταληράκι, από την εποχή ακόμη της δραχμής, που ξέμεινε στο μαγκωμένο ύφασμα ανάμεσα στην φόδρα και στην μπαλωμένη τσέπη, το ξεχειλωμένο κομποσκοίνι, ενίοτε προσευχητάρι, ενίοτε διακοσμητικό χεριού, με το βλέμμα καρφωμένο στο πλακόστρωτο του πεζοδρομίου ψάχνω, ψάχνω  «Όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες αδιάφθορες μες στο μονόλογο τον καθημερινό κι ας είναι οι πιο φθαρμένες» [μια στοχαστική περιπλάνηση της Αναστασίας Γκίτση στους στίχους του Νίκου  Ασλάνογλου ART by Music 4 life DevintArt]


Δεν πονάει το κόκκαλο από την υγρασία της πόλης, δεν πονάνε τα δάκτυλα απ’ το ανέφικτο της επαφής, δεν πονάει η στιγμή από το ματαιωμένο της επιθυμίας, δεν πονούν τα βλέφαρα στης κούρασης το ξενύχτι, δεν πονάει η φτέρνα στο σκληρό της μοναξιάς, σφαδάζει μια ολόκληρη πόλη μέσα στη φλέβα μου. 
Και όλο το ξεχνώ, όλο το ξεχνώ κυρ’ Νίκο αυτό που ψιθύριζες 
«Να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο»

Τι μας τραβάει μέσα στη νύχτα και μας σέρνει στα σκοτάδια της πόλης; Τι μας κρατά από το λαιμό και οι λέξεις μπουκώσανε τις έννοιες; Τι έχει φθαρεί περισσότερο πάνω μας; μέσα μας τι φθείρεται; 
«η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας
η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλον,
η μοναξιά μέσα στον άλλο»

Και όλες οι πόρτες που κλείνουν πίσω μας, ποιον θα βρούνε για να φιλέψουν; σε ποιο τραπέζι θ’ ακουμπήσουμε τις σιωπές μας, όταν θα ’ναι για να μοιραστούμε το κρασί και  το ψωμί; Ποια νύχτα θα μας αθωώσει για την άσκοπη αγρύπνια μας; 
«Να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο»

Όταν πια θα έχουν όλα παρέλθει. Πίσω από την κλεισμένη πόρτα, ο καθένας μας με τις φθαρμένες ψηφίδες στα χέρια και στα μάτια, ακίνητη σκιά, στο κρύο του παράξενου τούτου κόσμου, θα αρχίζει να ψελλίζει ακατανόητες λέξεις ανεπανάληπτης ομορφιάς.     
«Ανεπανάληπτη φωνή μέσα μου θα σωπαίνει
ανάβοντας την ομορφιά στο σκοτωμένο νόημα»


[ΣΤΗΛΗ ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ ηλεκτρονικό περιοδικό Vakxikon: ΚΛΕΙΣΜΕΝΗ ΠΟΡΤΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ της Αναστασίας Γκίτση,– Οι στίχοι σε εισαγωγικά ανήκουν στον ποιητή Νίκο Α. Ασλάνογλου – Πρώτη ανάρτηση στο ΒΑΚΧΙΚΟΝ: http://www.vakxikon.gr/]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις