ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΙΣΩΣ ΚΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΑΠΟΒΡΟΧΑ ΑΠΟΓΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΡΙΑ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΑ:

Με αλκοόλ νερό και πάγο το χρώμα αλλάζοντας σιωπούσε. Ώρες-ώρες στο ποτήρι χανόταν εντελώς και δεν ήταν το μοναδικό παιχνίδι που το φως του σκάρωνε. Με αλκοόλ νερό και πάγο το χρώμα αλλάζοντας σιωπούσε. Τώρα το καπέλο κρύβει τα σφάλματα του καθρέφτη κόβοντας στη μέση τον αλλεργικό χαιρετισμό. Με αλκοόλ νερό και πάγο το χρώμα αλλάζοντας σιωπούσε. Άσκοπα την υγεία σου περιφέρεις, τηλεφωνείς και το σύρμα σε τυλίγει. Μιλάς με ιδιωματισμούς σε παραμονεύουν τραπεζίτες, λογιστές, ασφαλιστές κι η αστυνομία. Γλιτώνεις δε γλιτώνεις, αφού κι η νύχτα τα συμφέροντά τους πρακτορεύει, σε παραμονεύουν τραπεζίτες λογιστές ασφαλιστές κι η αστυνομία… Με αλκοόλ νερό και πάγο το χρώμα αλλάζοντας σιωπούσε [ΜΕ ΑΛΚΟΟΛ ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΠΑΓΟ, από το δίσκο του Θάνου Μικρούτσικου ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ: Κωνσταντίνος Καβάφης-Χριστόφορος Λιοντάκης με ερμηνευτή τον Κώστα Θωμαϊδη – ART by SPARTALIS you dive in deep waters]


ΤΕΛΕΤΗ 
Είχαν τελειώσει τα αντισηπτικά 
λιγόστευε το πάθος 
καθώς ανοίγανε κονσέρβες μπίρα 
το πένθος ύψωνε φυσαλίδες 
στα ανοιχτά τους στόματα. 

Τότε κατάλαβες: το φως στα χέρια σου
δεν ήταν δικό σου 
κι όμως δεν έφυγες
έκανες κριτική 
ρυθμίζοντας το φόβο σου με δόσεις. 

Και μην απολογείσαι: 
και τώρα κινδυνεύεις 
να γράψεις στίχους 
ίσως και ποίημα.

ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΑΙΜΑ
Ν’ αλλάξει αίμα
Ν’αλλάξει σάρκα
Ιδού τι θέλει
Ν’αλλάξει αίμα
Ν’αλλάξει σάρκα
Ιδού τι θέλει
Ν’απαλλαγεί από κείνο
Το κρυφό φανερό
Που όλα τα διχάζει
Ν’απαλλαγεί από κείνο
Το κρυφό φανερό
Που όλα τα διχάζει
Ίδιες κινήσεις
Ίδιες αντιδράσεις
Ίδιες κηλίδες
Ίδια σχήματα
Ξέρει τι αρρώστιες τον περιμένουν
Ξέρει τη μνήμη των κυττάρων
Ξέρει τα χρωματοσώματα
Είναι το πεπρωμένο του
Ν’αλλάξει αίμα
Ν’αλλάξει σάρκα
Ιδού τι θέλει
Ν’αλλάξει αίμα
Ν’αλλάξει σάρκα
Ιδού τι θέλει
[Από το δίσκο του Θάνου Μικρούτσικου ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ: Κωνσταντίνος Καβάφης-Χριστόφορος Λιοντάκης' με ερμηνευτή τον Κώστα Θωμαϊδη]

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΙΝΗ ΒΡΟΧΗ
Δέσποζε η λάσπη και λίγο μόνο
υποχωρούσε προς το χέρσο, που έλαμπε μουσκεμένο.
Αγκαθιές, φασκόμηλο και ροδαριές και πέτρες και θυμάρι.
Εκεί είπαν να μ’ αφήσουν οι αγαπημένες μου.
Δεν θα είχα κλείσει ούτε τα τέσσερα.
Θα μ’ έβλεπαν από την ελαιόφυτη πλαγιά
όπου και οι δυο τους δοσμένες στη συγκομιδή
σηκώνουν το κεφάλι προς εμένα.
Μιλούσαν κάθε τόσο και με ρωτούσαν διάφορα
Αχ! τα γλυκά τους λόγια, που δεν τα θυμάμαι.
Θα πρέπει να ήταν υποσχέσεις:
Σε λίγο θα ’ρθουνε κοντά σου… 
Το βράδυ όταν ανάψουμε το τζάκι…
Παιχνίδια ήταν της κουβέρτας οι κλωστές
οι σπόροι που έριχνα στην τρύπια τσέπη
και τα κρυμμένα σαν την καλοσύνη ανθάκια
που ξεμύτιζαν και τα μετρούσα.

Ό,τι μου φανερώθηκε στη μυρωδιά του μουσκεμένου
το μαρτυρούν ίσως οι χειρονομίες μου

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΛΟΥΣΟΥ
Η βροχή με ηθικό αυτουργό τον ήλιο
παγιδεύοντας αιθέρια υλικά καλλωπίζει
τα τερατουργήματα της ανθρώπινης υπεροψίας.
Συναρμολογεί το τεμαχισμένο, καταλύει το γυαλιστερό
αφήνοντας χώρο στα μη βλεπόμενα.
Υποθάλπει το τρεμάμενο
σταλάζοντας ιάματα στους γδαρμένους τοίχους.
Παρέχει προθεσμία στην ανθρώπινη ατέλεια.
Φτερωτοί κατάσκοποι φερμένοι από θαλάσσια τύχη
με ουράνια πρακτική σκουπίζουν το γαλάζιο.
Αφαιρούν τους ρύπους της ευημερίας, τις οσμές του πανικού.
Με τους ραμφισμούς τους ανταλλάσσουν πληροφορίες
δημοσκοπούν την ευκρασία των αέρων.
Μειδιούν με το μόχθο των αδαών
που αρνούνται την ακρόαση του σύμπαντος
γειωμένοι στις διαμαρτυρίες του Κιότο και της Κοπεγχάγης.
Πολιτεύονται ευφρόσυνα με τις αμίαντες περιπολίες τους.
Μεταφέρουν παρθένους σπόρους
και τους σκορπούν εκεί που το μεταλλαγμένο.
Αγνοώντας την επίκτητη χρήση του χρόνου
επιμένουν στην ανθισμένη του ουρανού.
Μάχονται τη συλλογική ύπνωση.
Αφήνοντας μηνύματα στα ακρωτήρια στις στέγες
καταγγέλλουν την υπερχείλιση της ανθρώπινης χρεοκοπίας.
Κοσμικοί ακτήμονες σταλμένοι από το Άλλο
ειρωνεύονται την αφθονία των λίγων.
Αρκεί μια κοσμική μπαλιά.
Ίσως στη θέση του δεινόσαυρου ο άνθρωπος.
Άραγε τι επίλογο θα γράψει ο ήλιος; 

Απόβροχα απογέματα από την απορία κρεμασμένα.


ΠΙΚΡΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ
Άραγε, να σε γνώριζα, θα σ’ αγαπούσα τόσο;
Αν σκούπιζα τις μύξες και τα κλάματα στα γόνατά σου
τ’ αναφιλητά που μ’ έπνιγαν, θα γινόταν λέξεις;
Αν αγκάλιαζα το λαιμό σου πριν του καρφώσεις 
το μαχαίρι θ’ άλλαζες γνώμη;
Χωρίς το θρήνο της λαβής θα ’ταν πιο εύκρατο το αεράκι;
Αν αντίκριζα την άχραντη μορφή σου
θα ’ταν αλλιώτικο το φως;
Στο πρόσωπό σου που ποτέ δεν είδα
είδα όσα ποτέ μου δε θα ξαναδώ.

Έρχεσαι στον ύπνο μου ντυμένος στα μπλάβα.
Το ξημέρωμα με φωτεινές  προθέσεις σβήνει για λίγο των παιδικών το γκρίζο
και παύει ο πόνος να ’ναι διάδοχος του ύπνου.
Χρυσάφι στα χέρια σου το σ τάρι
και μύρο ο ιδρώς στο μέτωπό σου
που τρέχει νοερός να κρύψει τις δικές μου πράξεις
βυθισμένος καθώς είμαι στο μυρωμένο
σκοτάδι του βασιλικού.

Το όνομά σου: το μισό του κόσμου στο κενό.
Μισόλογα, μισόλογα, μισόλογα!
Πως στα δικά μου λόγια να σε περιλάβω.
Λένε πως… Μα εγώ πιστεύω
πως έφυγες σαν ένα ρόδο που κουράστηκε ν’ ανθίζει.

Έτσι απόκρημνος κι αμάραντος το μέσα μου στοιχειώνεις

[ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ:  Ο σκοπός της ποίησης, κατά τον ίδιο είναι «να κάνει τον αναγνώστη να δει αλλιώς την πραγματικότητα, να βγει απ' τον ζόφο της συνήθειας, να βγάλει τον πέπλο απ' τα μάτια, να μην προσπεράσει την ομορφιά που υπάρχει γύρω του. Το βλέμμα του ποιητή αλλάζει και το δικό μας βλέμμα». Γιατί «Η ποίηση είναι εμπειρίες». Ο Χριστόφορος Λιοντάκης, γεννημένος στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1945, πίστευε ότι ο ποιητικός λόγος «είναι ένας λόγος παρηγορητικός». Και μολονότι «ο Ρεμπώ είναι ευαγγέλιο», είναι πεπεισμένος ότι τον καλύτερο ορισμό της ποίησης τον έχει δώσει ένας άλλος μεγάλος γάλλος ποιητής, ο Μπωντλαίρ: «Αναφέρει, λοιπόν, ότι «ο ποιητής πρέπει να αιχμαλωτίζει το αιώνιο μέσα απ' τις φευγαλέες όψεις του εφήμερου και του πρόσκαιρου» και αυτό τα λέει όλα». Η ποίηση, υπογράμμιζε, δεν είναι για όλες τις ώρες. «Η ποίηση χρειάζεται μια καλή προαίρεση για να διαβαστεί και πρέπει να διαβάζεται μόνο όταν υπάρχει η καλή διάθεση από την πλευρά του αναγνώστη». Επιπλέον θεώρησε απαραίτητο να προβεί σε μια «διευκρίνιση» επειδή έβλεπε ότι «έχει συνδεθεί η ποίηση πάρα πολύ με το συναίσθημα. Η ποίηση κατά κύριο λόγο είναι εμπειρίες, μετουσιωμένες εμπειρίες ασφαλώς. Χωρίς εμπειρίες δεν γράφεις ποίηση. Η ποίηση δεν είναι συναισθήματα. Και γι' αυτό είναι ένας χώρος παρεξηγημένος. Έτσι εξηγείται και ο πληθωρισμός. Η ποίηση δεν είναι το ημερολόγιό μας. Ούτε τα γράμματα που θα στέλναμε στους οικείους μας. «Ο ποιητής πρέπει να σαγηνεύει τις λέξεις, με την αρχική σημασία του ρήματος (σ.σ.: σαγήνη λεγόταν το δίχτυ της τράτας, όργανο των ψαράδων), ξέρετε, «ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας»... «και δι' αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας»  κτλ. Και με τη σειρά τους οι λέξεις να μαγεύουν, να απογειώνουν τον αναγνώστη. Ο ποιητής πρέπει να είναι γενναιόδωρος, πρέπει να ξοδεύεται, να αναλώνεται, πρέπει να είναι πάντα ανοιχτός. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις