ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΜΟΥ ΑΝΤΑΛΛΑΞΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΡΒΕΛΙ ΣΤΙΧΟΥΣ, ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΠΟΥΛΗΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ:

Κάποτε μου εμφανίσθηκε μια νύμφη … ήταν απ΄ τον ήλιο πιο λευκή και φορούσε ένα λευκό φουστάνι και μια πλεξούδα ανέμων έπεφτε στα στήθη της. Οι κόρφοι της φύλαγαν ένα μυστικό… Ορφανή από γλώσσα η μάνα της, της άφηκε χρησμό: «να’ σαι διάφανη λευκή κομμένη από τυφλής μαντίλι έτσι που να μην ξεχωρίζεις τους καιρούς και τη γλώσσα τους να μιλάς με άκρατη ευφράδεια κάθε που η ψυχή του κόσμου ζητά διερμηνέα». Την ομορφιά μου αντάλλαξα για ένα καρβέλι στίχους, την ψυχή μου πούλησα στην Ποίηση. Πιστεύω εις μίαν θεάν ερώτων παντοκράτειρα ποιητήν ουρανών μα πεσμένην κατά γης μουσών τε πάντων και νεράιδων. Και εις μίαν ωκεάνιον ψυχήν, την αντεράστρια της θεάς την αειθαλήν την εκ του έρωτος γονιμοποιηθείσα προ πάντων των θαυμάτων. Ως εκ χάους, συνειδέναι αληθινόν εκ λήθης λιθίνου κερασθέντα και ονομασθέντα άσπιλον ως εξ αυτής. Εις μίαν αγείαν, καθολικήν και συμπαντικήν αλήθειαν. Ομολογώ εν νύμφης άρπισμα γονίδιο ξωθιών. Προσδοκώ ανάταση φτερών και ζωήν πέραν του νομικού κανόνος. Αιθήρ Πεντάμορφη: Η Ποίηση που σκύβει και φιλεί στα χείλια τον μυκηθμό του κόσμου και τον κάνει διάφανη λαλιά. Η ερωμένη και η μάνα που γεννά τον έρωτά της κι αποκαμωμένη στα χέρια του λιγοθυμά. Τέρας: Δύσκολο πράγμα ν’ αρθρώσει καθάριο σύμφωνο ο όχλος. Χρειάζεται αλλοτινή θρησκεία. Να του γυμνάσει τα χείλια στην ευγένεια και να του πιαστούν εκεί. Κ.ΟΣΜΟΣ , Κ.ΟΣΜΟΣ, ΚΟΣΜΟΣ… [ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ της Εσμεράλδα Γκέκα από τη συλλογή Pulchritudo Bestiae, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012 – ART by Pulchritudo by Anakaris on DeviantArt]


ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ
 Πεντάμορφη: «Όμοιον ομοίω αεί πελάζει», λένε …
Ο καρδιακός φίλος
Ένας κένταυρος που με χτύπησε
κατάστηθα … το χέρι του το αριστερό
γκρεμίστηκε στη δεξιά καρδιά μου.
Η ερωμένη
Οι θωπείες της
μου σκίζανε την πλάτη μου μ΄ αλάτι …
Σφάλιζε στα λέπια της τα όνειρά μου.
Η περιθωριακή
Η Μούσα Ουρανώ
Που ονειρώνει ό,τι αγγίζει.
Ο γητευτής των λέξεων
Έμοιαζε με Πάνας
Οχτώ λέξεις έρπονταν γύρω του υπάκουες
ΩΡΑ, ΩΡΙΜΟΣ, ΩΡΑΙΟΣ
Ωραίο είναι καθετί στην ώρα του.
ΈΡΩΤΑΣ, ΕΡΩΤΑ, ΕΡΑΤΩ
Για έρωτα; … ρώτα και μια Μούσα!

ΟΙΗΣΗ, ΕΚΠΟΙΗΣΗ
Η Ποίηση είναι τυφλή κι απόλυτη
Δεν επιδέχεται προθέσεις.

Του πέταξα στο καλάθι του την ένατη
ΚΟΣΜΟΣ
Οσμίστηκε ότι το παραμύθι του
Ήταν πραγματικότητα των άλλων.

ΗΧΩ ΚΑΙ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ
Ηχώ
Σε πλαγιά της ιστορίας κατάφορτη από χρώματα
-          χρώματα που βάζεις στο στόμα σου κι ευφραίνεται –
έβλεπες κι άπλωνε φτερούγες η λέξη
Ηχάδιον
Ήχος  Ηχάδι
Ηχώ   Χάδι
Χάδι
Πτώση
Χάδι Ναρκίσσου, που νόμισες δικό σου.
Ηχώ, Ηχώ, Ηχώ, Εγώ, Εγώ …
Νάρκισσος
Γελά ο βυθός.
ΔΕΝ ΑΚΟΥΩ
Μη φωνάζεις Ηχώ
Είν’ η ψυχή μου ένας Νάρκισσος.
ΔΕ ΝΙΩΘΩ
παρά τον έρωτα
που μαδά τα πέταλά μου στη λίμνη.
ΑΦΗΝΟΜΑΙ
σ’ αυτήν τη μουσική
που με παύει και μ’ αρχίζει.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Κορίτσι μου, εγώ δεν είμαι ποιητής
είμαι χαρτογράφος των ουράνιων αισθήσεων.
Γύρισα εδώ στο εργαστήρι μου το μυστικό
εκεί όπου τα μάτια μου σε πλάθαν και σε χτίζανε
απομυζώντας γάλα απ’ τον κόρφο τ’ ουρανού.
Μα αιωρείσαι ακόμη κει ψηλά
στων άστρων την ακαθόριστη αρχιτεκτονική
σε ρυθμό συμπαντικό Σειρήνων
με τις συντεταγμένες σου φρεσκοπλεγμένες στα μαλλιά της Πούλιας
Των αιθέρων άγαλμα κι ουράνιο βρέφος
συγχώρα με!
που ’μαι τόσο δα μικρός και δεν φτάνω να κόψω
τον ομφάλιο λώρο σου.

ΜΙΑ ΧΑΡΤΙΝΗ ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Εγώ όμως ερωτικά θα εξομολογούμαι σε μύθους.
Το αίμα
που με κάνει να πονάω και να θέλω
θα το μεταγγίσω όλο
σ' εκείνη τη φιγούρα που μουτζούρωσα ισχνά
μήπως μια μέρα ξυπνήσει
κι αυτή πονώντας
και θελήσει ένα σώμα άλλο
να τη γιάνει.

Τότε θα τη μάθω
πώς απ' τον χάρτινό της ύπνο
να πλάθει δέντρα και πουλιά.
Κι αν δυσπιστεί κι αν αμφιβάλλει
σφιχτά θα την κρατήσω και τραντάζοντάς την
θα της πω:

Κορίτσι μου,
όλα υπάρχουνε και ζουν
αν τ' αγαπάς και τους δίνεις το αίμα σου.

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ
Τέρας: Αφού στα Τάρταρα μ’ αφήνεις
στη σκέψη μου αφρός θε να γενείς
άκου μονάχα πριν να φύγεις
την ιστορία αγάπης του Έρωτα και της Ψυχής:

Έρωτας
Απόγονος ενός πτηνού του χρόνου
που αποδημούσε σ’ άλλο υπαρκτό
σ’ έναν δικό του νότο
και χύθηκε σαν κρόκος κι έγινε πυρήνας
το Τυχαίο, αλώνοντας ανάμεσα στα σκέλια του
το Χάος.
Και τώρα να πάλι το ξανακερδισμένο γονίδιο
πασκίζει ν’ αρθρωθεί στο ύστερο σπέρμα της ψυχής μου
μπερδεμένη γλώσσα και τα χείλη μας δυο Συμπληγάδες.
Αφού ξανά η Ψυχή ξανά και ο Έρωτας
μην πασκίζεις δική σου ρότα
αφήσου σε τούτον τον νύμφιο ιστό
που σε ράβει και σκίζει.

Ψυχή
Το ύστερο σπέρμα της ψυχής μου
πασκίζει να σαρκωθεί στη ράχη του Μορφέα
γλαυκό και λουλακί
- όπως το πίσω του Μεγάλου Κηπουρού, καθώς στα γήινα φυτεύει
παραδείσια ιδέα. –
Μα σε κορμί βρίσκει δυσεπίλυτο
σχεδόν πέτρινο στην ευταξία του να γονιμοποιηθεί.
- Τί ‘ναι ψυχή μου έτσι που γελάς
και με τρομάζεις!

Άλλη δε σου γεννάω Ηδονή
κι αυτομολώ στον ήλιο.
Να πνιγεί! Να πνιγεί
το έμβρυο της Αρμονίας.

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ 
Αγάπην δε μη έχω,
γέγονα κρημνός Ηχούς
και των αστέγων αστέρων
παγκάκι πυρωμένο...

Μόλις που βγήκες από μέσα μου
και στάζω απ' τις κορφές σου
και τα άκρα
σπάω σαν ροδοπέταλο
και χλωραίνω
τον χρόνο που πατάς
με τις φτερωτές σου φτέρνες.

–Οι φτέρνες σου είναι
ενός νεοσσού προσπάθεια
να πετάξει
μητροφόρες είναι
κι ό,τι μέσα μου πατούν και το σκοτώνουν
γεννιέται
κρίνο
που μου κόβεις βίαια απ' τις λέξεις.–
Ξέρεις να πονάς και να εξαγνίζεις
Περσεφόνη
σε πήρε από μένα
του κόσμου ο κάτω κήπος
που 'χει στα πόδια του δυο Μανδραγόρες
και στο κεφάλι του μιαν άμαξα μαβιά
που την αγάπη ταξιδεύει μες στη νύχτα
μακριά μας.


Πεντάμορφη: Κάθε κοινωνία κι η νεράιδα της. Προσδιορίζει την ύπαρξή μου μια απόκοσμη ομορφιά. Κι αυτή είναι για σένα, άνθρωπε, απροσπέλαστη, σαν το βαθύ ωκεάνιο νερό: ατενίζεις από μακριά, μα σύντομα σε πιάνει ίλιγγος. Εξοστρακισμένη με έχεις στο κοχύλι που γέννησε την Αφροδίτη. Δεν πειράζει. Πού και πού της αφέλειας το μάτι το παιδικό χρειάζεται μια ζεστή αγκαλιά και ένα ποτήρι γάλα. Σου τα δίνω! Σε έχω κι εγώ ανάγκη, άνθρωπε. Η αλλοτινή μου ύπαρξη επιβεβαιώνεται μέσα από τα έκπληκτα μάτια σου. Εγώ, το άμοιρο παραμυθάκι, υπάρχω όσο υπάρχουν χείλη να με σιγοψιθυρίζουν. Δε σου κρύβω, είναι φορές που επιζητώ απεγνωσμένα την απόλυτη αφάνεια. Θέλω να γίνω ένα μ' εσένα, να μιλώ για πράγματα απλά. Επειδή νιώθω την ψυχή μου αγίνωτη ακόμη να μην μπορεί να πέσει από τα κλαδιά της ανθρωπότητας.
Τέρας: Ξεκινώ με μιαν εξομολόγηση: Υπήρξα όμοιός σου, άνθρωπε, όμοιος τόσο που δε με ξεχώριζες. Εγώ πρώτος σιχάθηκα τον εαυτό μου. Τον σιχάθηκα επειδή με είχε εγκαταλείψει και είχε γίνει συντρίμμι μέσα στα συντρίμμια σου, προσμένοντας τον σκουπιδιάρη καιρό να με ανακυκλώσει μαζί μ' εσένα και να μη μας ξεχωρίζει ούτε το ροδοπάτημα της άνοιξης. Η αλήθεια είναι ότι από το μέτριό σου δε θα μπορούσα να υπάρξω καλύτερος, κι αυτό επειδή δε γεννήθηκα έτσι. Γιατί όμως να μην πιστέψω ότι μια ανώτερη δύναμη μου έριξε τη ματιά της και με έκανε να αλλάξω ρότα; Κι έγινα άσχημος επειδή εγώ το ήθελα. Εξόρυξα τα υπολείμματα της ύπαρξής μου στην πιο όμορφη ασχήμια: την απομόνωση από σένα. Μια δεύτερη εξομολόγηση: Σε έχω σχεδόν ξεπεράσει. Γιατί αν τύχει και ανασκαλέψεις τα σωθικά μου -κάτι που δε θα συνιστούσα, επειδή το σπλάχνο το δικό μου και του πετεινού χαρχαλιεύεται μονάχα από τη Μοίρα- θα διαπιστώσεις ομορφιά απαράμιλλη. Η ψυχή μου γυμνάστηκε στην Ποίηση, θεά γεννημένη από τα μέσα μου, κι εγώ γεννημένος από αυτήν. [...] (Από τον πρόλογο της έκδοσης: Εσμεράλδα Γκέκα Pulchritudo Bestiae, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012)




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις