ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΕΝΔΡΟ ΜΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΚΑΙ ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΔΕΝΔΡΟ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΙΧΕΙΟ

Είπες: πολύ δυσκόλεψε η γλώσσα των ανθρώπων ακόμα σε σένα και σε μένα η λέξη ασήκωτη από νόημα κι ευθύνη όλο γωνιές, κρυψώνες, προεκτάσεις, πρέπει να ψάχνουμε καλά πώς θα την πούμε… Είπες: «φτάνει, αυτά ειπώθηκαν κι άλλες φορές» μα εγώ μιλώ για το κορίτσι με τις κοτσίδες προσπάθησα να χαθώ μέσα στο πλήθος, περπάτησα κακοτράχαλους δρόμους, κλειδώθηκα μόνη μου σε μπαούλα παλιά που μυρίζουν μετάνοια, αμαρτίες γονέων και άγνοια, ξοδεύτηκα σ’ ανώφελες υπεκφυγές κι επαναλήψεις, δεν είναι όνειρο μ’ ακολουθεί, με καρφώνει όπου πάω ένας οίκτος μουγγός, έχει μαύρες γυαλιστερές κοτσίδες… Είπες: «Φτάνει, ειπώθηκαν κι άλλες φορές», λέω «φτάνει δεν θέλω δεν με παίρνει ο καιρός το κορίτσι πρέπει να πεθάνει» [Αμαλία Τσακνιά, από ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1969-1984, Εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ 2000 – ART by ROMANCEWORKS Under The Jacaranda]



ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ
Ήταν να γίνει δένδρο
μα δεν έγινε
και κανείς δεν έμαθε ποτέ
που οι ρίζες μείναν
ζωντανές
και θέριεψαν.

Όχι δε γελιέμαι
είναι το δένδρο
αυτό το τρίξιμο το γνωρίζω καλά
είναι οι ρίζες του που τρίζουν
μέσα στα θεμέλια.
Έρχονται νύχτες
που σχίζει τη σιωπή σα λεπίδι
που νιώθω να με διαπερνά
μέχρι το κόκαλο

Το σπίτι τούτο είναι γερό
δε φοβάμαι καθόλου για το σπίτι
Από τα μεγάλα παράθυρα και τις πόρτες
ρυθμικά διαβαίνουν οι ώρες και τα χρόνια
οι τέσσερις εποχές του έτους
τα γέλια και τα δάκρυα.
Ξέρω να βρίσκω
με τα μάτια κλειστά
τους λεκέδες των τοίχων
τους ρόζους των σανιδιών
τη σχισμή στο τρίτο σκαλοπάτι.

Η μνήμη είναι σκληρή
σαν ατσάλι
Διαφεντεύει τα όνειρα
νοθεύει τις καινούργιες χαρές
υπονομεύει τους νέους θεούς
κι εξουσιάζει,

Ήταν να γίνει δένδρο
μα δεν έγινε
κι αντί για δένδρο
έγινε στοιχειό
που αργοσαλεύει στα θεμέλια.
Δεν πρόκειται όμως τώρα
για το σπίτι
αυτό είναι κάστρο, είναι  θεριό
και καμαρώνει με τα παράθυρα ορθάνοιχτα
στο πείσμα των ανέμων
με τα πορτρέτα των χαμένων ηρώων
στους τοίχους
με το κόκκινο γεράνι της αυλής
αμάραντο.

Δεν υπάρχει φόβος για το σπίτι
Μόνο το τρίξιμο εκείνο
μες στη νύχτα
είναι α λεπίδι
που σχίζει τη σιωπή
είναι σαν ατσάλι
που σε διαπερνά
μέχρι το κόκαλο.

Η ΜΑΓΙΑ
Γεννήθηκα σ’ ένα δωμάτιο με πολλά συρτάρια
μύριζαν ναφθαλίνη
κι έκλειναν ερμητικά.
Έξω μια γειτονιά πολυάνθρωπη γεμάτη σκόνη
σπίτια ετοιμόρροπα φώτα σβηστά

κι η Μάγια νύχτα μέρα στο μπαλκόνι.

Με τον καιρό
κάποιος τραβούσε ένα συρτάρι
ξεδίπλωνε ένα λάβαρο
ορκίσου μου ’λεγε
Και σήμαντρα που ηχούσαν
σήμαντρα λυπητερά.

Μα εγώ και μες στο πανδαιμόνιο
ξεχώριζα καθαρά τα τζιτζίκια
τ’ αρώματα πίσω απ’ τον τοίχο
κήπων μακρινών
και τα πουλιά που γύριζαν με ξένα ονόματα.
Τροχίζοντας τους ήχους πήρε να νυχτώνει
το σπίτι ράγιζε σι-σιγά.

κι η Μάγια στο απέναντι μπαλκόνι.
Στέκομαι στα μισά του δρόμου και παραμιλώ
η ρόδα γύρισε γοργά
κι όλο θαρρώ πως κάτι ξέχασα
ένα στο μαύρο
ένα στο λευκό
κι ύστερα ένα ποτάμι που σαρώνει.
Αλλότριο πλήθος σεργιανά στη γειτονιά

κι η Μάγια νύχτα μέρα στο μπαλκόνι

ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΡΕΝΟ
Είμαι υπεύθυνη για ένα βαγόνι μ΄ εύφλεκτες ύλες
σε μια συνήθη αμαξοστοιχία
όπου κανείς δεν υποψιάζεται τίποτα.

Φλυαρώ με τους συνταξιδιώτες μου
απολαμβάνω τα τοπία
τα πίνω με τους θερμαστές·

και το ταξίδι συνεχίζεται.

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Είναι κάτι βράδια του καλοκαιριού
ένα σμάρι παιδιά
μικρά μεγάλα
καθόμαστε στριμωγμένοι στο κατώφλι μας
κι ακούμε τους γέροντες να κουβεντιάζουν.
Διηγούνται πράγματα παλιά
μπερδεμένα
μα πιο πολύ μας αρέσει ν’ ακούμε για το ποτάμι
κάτι σαν ανάμνηση μαζί και προφητεία
λένε πως το ποτάμι μας κάποτε θα πλημμυρίσει
τάχα πως έγινε κι άλλες φορές
δεν ξέρουν ακριβώς πώς και πότε
μόνο κουνούν το κεφάλι μ’ έναν παράξενο τρόπο
κι επιμένουν
Ο κάμπος μας στεγνός, πεισματάρης
άνυδρος τόπος
το ποτάμι πώς θα πλημμυρίσει;
Θυμάμαι τόσες φορές
τις τραχιές παλάμες του πατέρα
να διακονεύουν απ’ τα σύννεφα
λίγη βροχούλα.

Πέφτουμε στα κρεβάτια μας
και τα μάτια ορθάνοιχτα
βλέπουμε το φουσκωμένο ποτάμι
τ’ ακούμε να μουγκρίζει
τ’ ακούμε να ’ρχεται καταπάνω μας
δεν είναι πια το ίδιο
φουσκώνει ξεχειλίζει κι έρχεται
ο κάμπος μας μια θάλασσα που σαρώνει
σαρώνει τους φράχτες τα χωράφια μας
τα δένδρα τα σπίτια τα χωράφια μας
κι εμείς καβάλα σ’ ένα κούτσουρο
αρμενίζουμε
ένα πλήθος ολάκερο ανεμίζει
κι άλλα ποτάμια
κι άλλη θάλασσα
κι όλη μαζί προχωρεί
και σαρώνει.

Ο κάμπος μας στεγνός, πεισματάρης
άνυδρος τόπος
γιατί επιμένουν σ’ αυτή την ιστορία;
Με τα χρόνια συνηθίσαμε να την ακούμε
μας έγινε ανάγκη
σιγά-σιγά ρίζωσε μέσα μας
το δέος έγινε προσμονή
τις καυτές νύχτες του καλοκαιριού
ξαπλωμένοι με τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι
η άπνοια μας στεγνώνει τα χείλια
οι φωνές των βατράχων κουρελιάζουν τη σιγή
κι εμείς νιώθουμε κάτι ν’ ανεβαίνει μέσα μας
λες και θα τιναχθούμε ψηλά
θα πλαντάξουμε.

Τώρα πια
δεν μπορείς να ξεφύγεις
Το σκηνικό βέβαια παραμένει
οι φλύαρες βάρδιες στο κατώφλι
κι ο κόμπος μουγγός και αδιάφορος
Όμως εσύ ξέρεις
το ποτάμι μια μέρα θα πλημυρίσει

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Θα πρέπει νά ’ταν όμορφα τα χρόνια
που το χιόνι έπεφτε στην ώρα του
έλιωνε στην ώρα του
και τα ρυάκια πότιζαν με τη σειρά τους
τα φτωχικά μας περιβόλια.
Τώρα μπερδεύτηκαν οι εποχές
ο χρόνος θρυμματίστηκε
το νερό στεγνώνει αμέσως όπου ν’ αγγίξει
τα πηγάδια θεόξερα σκοτεινά
κάπου μακριά σφυρίζει ένα τρένο
δεν το βλέπει κανείς μόνο ακούγεται
τα πλοία σαλπάρουν κρυφά τις νύχτες
και κανείς δεν ξέρει τι φορτώσανε
κι εκείνα τ’ άγνωστα πουλιά
που γέμισαν τελευταία τους κήπους μας
και δε γνωρίζουμε από πού μας έρχονται
και πώς τα λένε.

ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ
Κάπου θα μοιάζει·
σαν αστροπελέκι
μ’ ανέφελο ουρανό
σαν τύψη σε τραπέζι γιορτινό
σα βακτήριο σε φιάλη αποστειρωμένη
σα χαλασμένη ρίμα
σαν τον αχινό
βαθιά μέσα στο πέλμα
σαν το δηλητήριο
σαν το παράπονο παιδιού αδικημένου
π’ αποκοιμιέται μ’ ένα στεναγμό
σαν τ’ αποκηρυγμένο ποίημα
που εκδικείται.

ΜΗΝ ΑΝΑΒΑΛΕΙΣ
Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, βαρέθηκα τα παραμύθια
κι ο θρίαμβος της ομορφιάς κι η κατατρόπωση των τεράτων
και τα ωραία σφριγηλά παιδιά που γέννησες μέσα στον πόνο
ο περιούσιος αυτός λαός που σαλπίζει μπροστά στα τείχη
σαλπίζει μόνο και δεν γκρεμίζει και δε βαρέθηκε την περιπλάνηση
και πάλι λες που ξέρεις μπορεί να φτάσουν τα καλά μαντάτα
μα για την ώρα θα ανοίγεις δρόμο μεσ’ απ’ τα πλήθη των ακρωτηριασμένων
σίγουρο πια που δεν υπάρχει ένα κρυφό στρατόπεδο ανάμεσά μας
μας παίρνει κάποτε η μπόχα μα πώς μπορούμε να την εντοπίσουμε
δεν είδαμε δεν ακούσαμε κι όποιος βρέθηκε μέσα είχε τα μάτια δεμένα
οι δρόμοι ξετυλίγονται ανυποψίαστοι τη νύχτα πλέουμε στις φωταψίες
ανίδεα φεγγάρια μας προσκαλούν σε βεγγέρες μονότονες χωρίς τραγούδι
η άνοιξη κατάντησε υστερικά που δεν της δώσαμε όση έπρεπε σημασία
τα δένδρα της αυλής μου καρατομήθηκαν στ’ όνομα μιας καινούργιας αισθητικής
κάποιος καραδοκεί στο πεζοδρόμιο πίσω απ’ την τελευταία πικροδάφνη
για το θεό μην αναβάλεις για αύριο το χάδι που προόριζες σήμερα για μένα

ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ ΦΕΥΓΟΥΝ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ
στρίβουνε στη γωνιά του δρόμου
χωρίς ούτε ένα νεύμα αποχαιρετισμού.
Τώρα το σπίτι έχει περισσότερο χώρο
μετακινούμε κάποια έπιπλα, συγυρίζουμε
έχουν μείνει κάτι παλιά χαρτιά στο τραπέζι
αποδείξεις και λογαριασμοί
εμείς διακριτικά τα μαζεύουμε
αλλά όταν πάμε να τα κάψουμε αυτά δεν καίγονται
τσουρουφλίζονται στα δάχτυλά μας
τα σκίζουμε σε μικρά κομμάτια
τα θάβουμε στον κήπο
με το βράδυ να τα πάλι στο τραπέζι
κιτρινισμένα, καψαλισμένα στις άκρες
κι εμείς μπαινοβγαίνουμε αφηρημένα στο σπίτι
που έχει τώρα περισσότερο χώρο
γιατί ένας ένας φύγαν εκείνοι που αγαπήσαμε
έτσι απλά κι αθόρυβα μια μέρα
έστριψαν στη γωνιά του δρόμου

«Τι περίεργο! Η αληθινή ποίηση βρίσκεται πάντα εκεί που δεν την περιμένουμε, αλλά μας περιμένει», έγραφε ο Τάσος Λειβαδίτης σχολιάζοντας την ποίηση της Αμαλίας Τσακνιά. Αναφερόταν σ’ ένα χαρακτηριστικό αυτής της αθόρυβης ποιητικής παρουσίας, που ακούστηκε σαν ψίθυρος ανάμεσά μας. Και ξέρουμε πως οι αμόλυντοι από την αγριότητα της καθημερινότητας ψίθυροι κρύβουν πάντα έναν εκρηκτικό σεβασμό για τον άλλον, τον κάθε άλλον. Τι έλεγε αυτός ο εκρηκτικός σεβασμός; Πως ο άνθρωπος μπορεί να αναδυθεί από την κόλαση της βιομέριμνας, όχι ακολουθώντας τα τεράστια βίαια συστήματα ιδεών, αλλά αντιμετοπίζοντας χωρίς μελοδραματισμούς και ρητορικές περιπλοκές την αλήθεια των μικρών γεγονότων που καθορίζουν τη ζωή του. Η Αμαλία Τσακνιά έκανε ποίηση κοινωνική, αλλά στην κόλαση της βιομέριμνας είχε να αντιπαραθέσει μόνο τις κατ’ ουσίαν αγνές προθέσεις του ανθρώπου. Απ’ το πρώτο μέχρι το τελευταίο ποίημα των ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της 1969-1984 (συγκεντρωτική έκδοση από τη ΣΤΙΓΜΗ 2000), διατρέχει κανείς χιλιάδες σώματα και άλλα τόσα ματωμένα όνειρα, διαβλέπει  μιαν ακόρεστη ευδαιμονία, μιαν αντίσταση στην πτώση και την πτώχευση, ανθρώπους ολοκληρωμένους απέναντι στην θλίψη και την παρακμή. Οι άνθρωποι θα ’χουμε πάντοτε ανάγκη τα ποιήματα. Και τα ποιήματα αυτά, της Αμαλίας Τσακνιά, μπορούν να κατευνάσουν πόθους και πείνες [από το εισαγωγικό σημείωμα παρουσίασης στο βιβλίο ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ δεύτερος κύκλος, εκδόσεις Γαβριηλίδης .

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις