ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Η ΣΠΙΘΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΣΑΝ ΠΥΡΚΑΓΙΑ! ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΡΩΤΗΣΕΣ:

Δεν σου μίλησα, είναι αλήθεια δεν σου μίλησα τις ώρες των μεγάλων ρολογιών εκκρεμή τροχιοδείκτες μιας άλλης σημαινόμενης στιγμής. Δεν σου μίλησα, είναι αλήθεια δεν σου μίλησα τις ώρες των μικρών στιγμών που κούρνιαζες τις φλύαρες λέξεις σου στις δικές μου άυπνες σιωπές, δεν σου άρθρωσα –φωνή που να βρω να σου ταιριάζει!- ούτε μια λέξη δεν όρθρισα, κατάνυξη λειτούργησα ούσα μη χειροτονημένη  [ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΡΩΤΗΣΕΣ από τη συλλογή ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ της Αναστασίας Γκίτση, εκδόσεις Μπαρμπουνάκης 2010 - RGUS Stranded]


ii.
Μη θαρρείς από φόβο, 
τίποτε δεν με φόβισε παρά μόνο η ανάσα σου
όταν ξεμάκραινε από σιμά μου.
Και η βαριά σκιά σου στον τοίχο που δεν μου άφηνε
περιθώρια ασφαλείας να δω τα μάτια σου,
τα μάτια σου,
σκοτεινές χαντρίτσες σε στριμωγμένα απόκρυφα ευαγγέλια.
Κομποσκοίνι μετα προσευχής και ασκήσεως
κρατούσα στα χέρια να τ’ αντέχω
βασιλικό στα δόντια.
iii.
Και αν κατέβαζα τα δικά μου κάθε που τ’ αναζητούσε το βλέμμα σου
από ντροπή για κείνο το φύλλο της γέρικης βελανιδιάς
που μας είδε να κρυφαγγίζουμε τυχαία
-τάχα μου τάχα μου- το χέρι, ήταν.

… τερπνόν όμως και καλόν επί πλέον ώφελεν είναι…
iv.
Ξελαρυγγιασμένες γούρνες οι κινήσεις σου,
και σου ΄λεγα, χαμήλωσε τη φωνή σου!
Πες μου κείνη τη στερνή καλημέρα
με την χαμηλωμένη φωνή του μεσημεριού!
Πόσο με γοήτευε ο τρόπος που κούρνιαζες τη γλώσσα σου στο
«ρο» σαν τύχαινε ανάμεσα σε φωνήεντα.
Δεν σου το πα.
v.
Για μένα όμως δεν ρώτησες…
vi.
Ρυτίδα άπλωσες στο ξύλινο τραπέζι
όλα σου τα «απολαμβάνω»
-κράτησες κι ένα στερνό για το τέλος-
και μ’ έμπηξες αγκίδα ροδακινιού στο μικρό σου δαχτυλάκι,
του δεξιού που το είχες μαγκώσει στην πόρτα βιαστικά, θυμάσαι;
Έτσι έκλεινες πίσω σου τις πόρτες και τα φώτα.
Βιαστικά,
σαν αποτρόπαιες ιαχές πολεμιστών στην νηνεμία 
λίγο μετά τους πυροβολισμούς
vii.
Και έπειτα ο πόθος σου να το πιέζεις
στο κρύο μπουκάλι της μπύρας.
Η ηδονή του πόνου, μανία –έμφυτη, επίκτητη δεν ξέρω-
ν’ ακροβατείς στα άκρα.
Ίσως γι’ αυτό να συμπονάς τόσο τους ακροβάτες,
σαλοί μιας άλλης ισορροπίας, που του Θεού το μοίρασμα ανατάραξε.
viii.
Για μένα όμως δεν ρώτησες…
ix.
Ποια γεύση να ’χει το αίμα που αυλάκωνε η αγκίδα στο πρόσωπό μου.
Άραγε με θυμάσαι; 
Πώς περπατώ στον πόνο μου τρεκλίζοντας,
πώς σιωπώ σαν υποφέρω αγκομαχώντας ανάσες,
πώς αγαπώ στην πρωινή μου ανακούφιση,
στη νυχτωμένη μου ανάγκη, του κορμιού μου
-όταν ζυγιάζω στο περίγραμμα του δικού σου-
στάση (περίσταση πες το όπως θες!) τη θυμάσαι;
Σιωπώ, μαζεύομαι, ένα κομματάκι ακινησίας
ν’ απλώσεις  κατάσαρκα τις πυρακτωμένες
λέξεις σου στο παρθενικό κορμί μου.
x.
Έλεγες ότι από-λάμβανες.
Τίποτα επίμεμπτο στ’ αλήθεια!
λάμβανες-από όμως
το υστέρημα μιας περισσής αντοχής.
Αγαπώ σου ’λεγα,
πρισματικά καθρεπτίζομαι ν’ αντέξεις τ’ άδειο της δικής σου υποταγής,
Κι έπειτα έφευγες λες και τίποτε δεν βλέπεις
-και ήμουν, είμαι, θα μείνω εκεί που πάντα προσπερνάς-
Μη γυρίσεις γυναίκα του Λωτ. Μη γυρίσεις δις!
Δεν θα σε γράψει η ιστορία…
xi.
Για μένα όμως δεν ρώτησες…
xii.
Βιαστική, γρήγορη, ανυπόμονη, όπως θες πες το
-σου χαλάω εγώ χατήρι!-
η παρουσία σου, αμήχανη απουσία σχημάτιζε
παρά σάρκινη εικόνα.
Τι βιαστικά να ονειρευτείς!
Τι να μεταγαπήσεις!
Τι να μάθεις να ψελλίζεις σε καιρούς μουγγούς!
Τι ν’ ακούσεις σε ξένες θάλασσες που τίναξες τα κύματά σου;
Κομματάκια ψωμιού που μοιραζόμασταν μήνες ψημένου πυρετού.
xiii.
Και όταν έκλαιγα στο παλιό κομοδίνο του ξύλινου σαλονιού
μακριά, κρυφά τον πόνο μου μην κοινωνήσεις
-λάθος μου μόνο χαρά κράτησα για σένα;-
έλεγες πως σε ξέχασα, πως μούτρα σου ’κανα.
xiv.
Μούτρα δεν σου ’κανα ματάκια μου
Και αν κρατούσα με τα χέρια το πρόσωπό  μου κρύβοντάς σου την πίκρα μου,
ήταν που ποθούσες το άγγιγμά σου στο μάγουλό μου
καθώς θα μ’ άγγιζες να μου τα κατεβάσεις…
Ούτε μια φορά δεν το’ κανες!
xv.
Ιχνηλατούσες έλεγες την ψυχή μου.
Αφουγκράζομαι ακόμη τα θλιμμένα πρωινά της στερημένης καλημέρας σου
που ανήλια μαραζώνουν το κορμί μου.
-Κατέβασα τα παραθυρόφυλλα μην κουτσομπολεύει η γειτονιά-
Όχι αγάπη μου γλυκιά, εσύ δεν με ιχνηλατούσες
με περπατούσες κανονικότατα με τα μυτερά μαύρα τακούνια της θεάς απόλαυσής σου
xvi.
Για μένα όμως δεν ρώτησες…
xii.
Πώς τις τρύπες της γόβας που στιγμάτισες τη σάρκα μου
ασβέστωνα τα ηλιοβασιλέματα,
πώς κάθε πληγή σου επούλωνα δίχως κόπωση να ξεστομίσω.
Κάθε καλημέρα, κάθε καληνύχτα μια πληγή, δύο και πάει λέγοντας
xviii.
Και τόσο εσύ μου ’λεγες καλημέρα όσο εγώ ποθούσα την καληνύχτα σου.
Σε ποια συγχρονία της στιγμής επιτέλους θα σημάνουμε!
Ξεγλιστρούσες όμως επιδέξιος ακροβάτης των άστρων που
τέντωνε το σχοινί στων ακονισμένων μου αισθήσεων τις χορδές.
Γι’ αυτό λοιπόν συμπονάς τους ακροβάτες.
xix.
Σ’ αγαπώ
σου ’λεγα,
σιωπούσα…
σ’ αγαπώ
έτσι απλά
για όσα δεν θα μάθεις
xx.
Για μένα όμως δεν ρώτησες…
xxi.
Ούτε τότε που μάτωσα τα χείλη σου
στο πρώτο μας φιλί, θυμάσαι;
-ή μήπως το φαντάστηκα αυτό;-
σάρκινη σκιά εσύ
προσευχή άυλη εγώ
πού να συναντηθούμε
ποια πίστη θα μας σώσει!
xxii.
Για μένα όμως δεν ρώτησες…
xxiii.
Ποια είμαι, ποια έγινα
πώς αγαπώ όταν πονώ
και πώς σωπαίνω σαν τίποτα για μένα δεν κρατώ
παρά την έγνοια μου να σε ποθώ
(πονώ ένα «θου» δεν κάνει τη διαφορά)
για όσα ποτέ δεν θα μάθεις…
xxiv.
Μέχρι ν’ ακούσω την καλημέρα σου δεν θ’ ανασάνω
σου ’λεγα
δεν θ’ ανασάνω.
Πάνε μέρες δίχως νέα σου
Ασφυκτιώ.
xxv.
Για μένα όμως, για μένα δεν ρώτησες…


Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από τη συλλογή της Αναστασίας Γκίτση ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ, εκδόσεις Μπαρμπουνάκης 2010 - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων με μια Εικόνα    

ΚΙ ΕΥΤΥΧΩΣ ΠΟΥ Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΛΙΓΟΥΣ ΜΟΝΟ ΣΤΙΧΟΥΣ ΔΙΑΣΩΖΕΙ ΟΛΑΚΕΡΗ ΤΗΝ ΘΕΪΚΗ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ:
Με όλα τα κύτταρα του είναι μου σε πόθησα. Θωρώ σε ξημέρωμα στου στερνού άστρου τη θαμπή αναλαμπή. Σέρνομαι μέσα στο δέρμα μου. Σάρκα δεν σώθηκε κυττάρου που να μην έχω σφηνώσει το είναι μου. Και πάλι περισσεύω στου χνώτου σου το άγγιγμα λίγο πριν ανθίσει στο λαιμό μου. Αφίσταμαι στο είναι σου. Αποδυναμώνομαι στο πέρασμά σου σαν έκλαμψης ανατίναγμα η υποψία σκιάς του κορμιού σου. Σέρνομαι μέσα στο δέρμα μου αλλά και πάλι δεν σε φτάνω! [ΣΕΡΝΟΜΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΕΡΜΑ ΣΟΥ από τη συλλογή της Αναστασίας Γκίτση ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ, εκδόσεις Μπαρμπουνάκης 2010 και άλλα επιλεγμένα ποιήματα από την ίδια συλλογή με ΚΛΙΚ]










Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις