ΕΡΩΤΑ, που κάνεις το σπασμό ΛΕΞΕΙΣ από βελούδο για να μην πιαστούμε επ’ αυτοφώρω να ΝΙΩΘΟΥΜΕ:

Κόρη πατέρα μάνα γιου εγγόνα δανεικής γιαγιάς. Πώς να με ορίσω; Όχι όπως μου έμαθαν. Να βρω έναν άλλο τρόπο που να περιλαμβάνει εμένα κι όχι μόνο επίθετα και ουσιαστικά σε βιογραφικό ευρύτερης κοινωνικής αποδοχής… Με κάποια υπερβάλλουσα ευαισθησία ανάμεσα σε παραγράφους με ωραίες χωρίστρες κι έναν παλλόμενο ερωτισμό στις παρομοιώσεις και μεταφορές: Ας κάνουμε μια συμφωνία εγώ και η σιωπή σου… Δεν θα υπάρχουν όροι απαγορευτικοί, μόνον κατ’ οίον περιορισμός μιας μπαγιάτικης επιθυμίας στο κουκούλι του λάθους. Τίμιες συμφωνίες σ’ ένα παιχνίδι ατιμίας για όρκους έρωτα που ασελγούν πάνω στο ανοίκειο σώμα του μαζί… σ’ ένα σπασμό συντριπτικό που θα διέλυε τα καύκαλα των λέξεων και θα ’δινε ένα άλλο νόημα στον έρωτα… Οι αγαπητικιές προσφωνήσεις επιτρέπονται κοινή συναινέσει αλλά με πλήρη γνώση ότι άπαντες οι όροι είναι υπό αίρεση και η σύμβαση λύεται μονομερώς… Μην έχετε αναστολές: απολαύστε άφοβα την υγρασία των εραστών που ποτίζει τις ρωγμές της έντιμης ενηλικίωσης [κτερίσματα στίχων από ποιήματα -ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΕΣ ΟΡΟΙ και ΣΜΙΛΗ ΕΝΔΟΝ-  που περιέχονται στο ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ της Δώρας Κασκάλη όπου εύχυμα σώματα κατοικούν τις ρίμες κάνοντας υπερωρίες στου πόθου τα στιλέτα μ’ ένα κοπάδι λέξεις, όμορφα συναγμένο, για ν’ αποκτήσει –φευ- μια χάρτινη ζωή στης λαγνείας το καμίνι – υποκατάσταση γυναίκας σε βολικές ώρες ηδονής – ART by PETATRIX flying ]



ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ (από τη συλλογή ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ)
Έλα να κοιμηθούμε τις αντιφάσεις μας:
θα είναι βάπτισμα
στην απόλυτη σχετικότητα.
Έλα να ντυθούμε τα θολά μας
περι γράμματα

Λεξικοποιούμε τους ρόλους μας
αφού δεν μπορούμε να τους ζήσουμε
με το σώμα μας.
Όταν θα πεθάνουν τα ποιήματα
όταν θα σκοτωθούν οι ήρωες των βιβλίων σου
–θα γίνει το αδύνατο, θα δεις-

εσύ, αγάπη μου, δε θα ’χεις πια ζωή να ζήσεις. 

ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΕΞΕΙΣ [από τη συλλογή ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ]
Πάλευα
και κάθε βράδυ
στο προσκεφάλι του ακουμπούσα
ένα σύντομο ποίημα.
Προτίμησα για το χατίρι του
τα βασιλικά ρούχα να πετάξω
με άσπρο φανελάκι να κυκλοφορώ.
Εξόρισα από το λόγο μου περίτεχνα επίθετα,
αραβουργήματα, λεπταίσθητες εικονοποιίες.
Με τη γραφίδα σκάλισα
τη ρίζα της ελιάς, έδωσα σχήμα σ’ ένα πρωινό,
ύμνησα την απλότητα του έρωτα.

Εύχυμα σώματα
κατοίκισαν τις ρίμες μου,
στόματα δάγκωσαν
μ’ όλη τους την οδύνη,
μέλη καίγονταν
στης λαγνείας το καμίνι.

Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ακόμη ένα βράδυ θα μείνω ζωντανή.
Ο ήλιος θ’ ανατείλει μια νέα υπόσχεση.
Όλα είναι εδώ και όλα είναι κόμπος.
Σαχραγιάρ, Σαχραγιάρ,
ένα κοπάδι λέξεις, όμορφα συναγμένο
για να κερδίσω μάταια την προσοχή σας,
για ν’ αποκτήσω –φευ- μια χάρτινη ζωή

ΕΠΙΣΤΟΛΟΓΡΑΦΙΑ (από τη συλλογή ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ)
Δεν θέλω να σου γράφω σ’ αυτή την άχαρη οθόνη.
Garamond των 12.  Αυτό είμαι.
Τόσο λίγο.
Θέλω να σου στέλνω εκείνους τους αεροπορικούς φακέλους
γαλαζόασπρη ρίγα σα γιακαδάκι γύρω-γύρω.
Ν’ ακουμπάω τη γλώσσα στον κόλλα πάνω, να σγουραίνει
από τη γλύκα το χαρτί, ένα μικρό tattoo στα χείλια
που πήραν του ονόματός σου το μόνιμο σχήμα.

Είμαι άγραφη όπως η άσπρη κόλλα. Με γεμίζω με λέξεις.
Πόσες λέξεις να καλύψουν
την άκαρδη απόσταση ανάμεσά μας;
Κι όταν θα παίρνεις στα χέρια σου
αυτό το γράμμα το παλιομοδίτικο,
θα ξέρω ότι οι παλάμες σου σφραγίζουν
τ’ αχνά μου αποτυπώματα.
Δεν θέλω να είναι εμφανή,
να δείχνουν την παράδοσή μου τόσο εύκολα.
Μετά θα ξεφλουδίσω μόνη μου τα λίγα προσχήματα
Θα σε τρομάξω;

Οι δράκοι μου είναι στο κουτί με τα παιδικά μου παιχνίδια.
Μια να τους κάνω, μικρά
κομμάτια, γαλάζια, κόκκινα lego.
Κι εκείνη η ουλή στο φρύδι της αριστερής μου ρώγας
σου είπα ψέματα, ένα μικρό αθώο ψέμα,
είναι το ξόδεμα μιας παμπάλαιας πληγής
που δεν δούλευε πια από μέσα.

Εσύ άγγιξε το χαρτί, βάλε το μες τη τσέπη σου,
να νιώσω τον ιδρώτα που την παλάμη σου μουσκεύει
ακούμπησέ το τυχαία στα μαλλιά σου
που θέλω τώρα τόσο με τα δάχτυλά μου να χτενίσω
να ζήσω απ’ τα μετάξια τους.
Αυτή τη στιγμή είμαστε ακόμα νέοι,
αρυτίδωτα τα «σε λατρεύω», αγαπημένε μου,
καιγόμαστε και γινόμαστε την ίδια ώρα
Φρέσκοι μέσα στο χαμό.
Να φυλάξεις τα γράμματά μου,
στο μαύρο κουτί της μνήμης σου.

Να με φυλάξεις, γιατί είμαι γυμνή κι αθώα

ΛΕΞΙΜΑΧΙΑ
 Αφήνουμε τα ονόματά μας και πάμε.
Αξημέρωτα σκουπίζουμε τους νοτισμένους δρόμους με τις φοβισμένες σκιές μας.
Αφήνουμε διπλωμένες τις συνειδήσεις μας στο κάτω συρτάρι.
Αξημέρωτα στοιβάζουμε τα κορμιά μας σε λεωφορεία γεμάτα πολύχρωμα χνώτα. Και πάμε. 
Αφήνουμε τ’ ανομολόγητα ανάμεσα σε εσώρουχα που μυρίζουν λευκαντικό και συνθετικά άνθη πασχαλιάς.
Αξημέρωτα αποστρέφουμε το βλέμμα από τις ανήλικες αφρικανές πόρνες που κάνουν το τελευταίο μεροκάματο με ξηλωμένα μάτια και φαγωμένα δαντελένια κορμάκια.

Κρεμάμε τα ονόματά μας στον καλόγερο δίπλα απ’ την εξώπορτα, για να τα βρούμε καθαρά και ατσαλάκωτα. Στο εδώ.
Πάμε. Στο εκεί.
Καρφώνουμε τις λέξεις, χλωμά ξυλιασμένα κορμιά, πάνω σε λευκά χαρτιά με προστακτικά ονόματα «Υπηρεσιακό σημείωμα», «Ενδουπηρεσιακό έγγραφο». Είμαστε ο κύριος Τάδε, Τμηματάρχης Α, Β ή Γ. Οι λέξεις έχουν άλλη γεύση στο στόμα. Εκεί. Έχουν μια πολύ προσωρινή μνήμη που τις βαραίνει, όσο διαρκούν οι τρεις παράγραφοι του «άκρως εμπιστευτικού υπο-υπηρεσιακού εγγράφου». Η στολή εργασίας, αντίθετα, έχει μια μόνιμη μνήμη ήττας.

Αργά επιστρέφουμε.
Ξαπλώνουμε τα ονόματά μας σε βαθουλωτούς καναπέδες
και περιμένουμε να κλέψουν μια αδιόρατη λάμψη από τις λαμπιρίζουσες τηλεοράσεις
που πιάνουν βάρδια.
Κοιμόμαστε τις αλαφιασμένες συνειδήσεις μας
σε κρεβάτια που υπόσχονται αισθαντικά ενύπνια.
Δίπλα στο νυχτερινό ποτήρι
ένα τσαλακωμένο βιβλίο μουρμουρίζει τις ποιητικότερες λέξεις
που καταχωνιάζουμε αξημέρωτα
στο καλάθι με τ’ ακάθαρτα της εβδομάδας

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΕΝ ΚΕΝΩ (από τη συλλογή ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ]
 Λέξεις, έξεις, στο κενό
μ’ έχουν κρεμασμένη απ’ τον ιστό
πανάκι της οδύνης που αρμενίζω
με τα μικρά αιμάτινα ξέφτια
παραδομένα αθύρματα του Μάρτη
που αποφάσισε άγρια
να βγάλει τα τσιρότα
να σπείρει ρίγη
να ζώσει δέρμα
τσαλακωμένο σμυριδόχαρτο.
Ναι, σας ευχαριστώ
που με σκεφτόσαστε
ενίοτε
αποκτώ σχήμα τότε
εγώ η λαθραία,
μια κάποια επιθυμία
να μ’ επιθυμείτε.
Αποσύρομαι τώρα
στον σιωπηρό γυναικωνίτη
για να σύρω μια μισοσπασμένη, αμφίβια σαΐτα
στον αργαλειό που βούλιαξε
κι έβγαλε ρίζες
ο πάτος μιας επιθυμίας
απρόκλητα υγρής.

Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΕΤΑ: Ακουστικός τηλέγραφος
Ναι, έχετε έναν δικό σας προγραμματισμό. Μια κάποια υπερβάλλουσα ευαισθησία, που προσπαθείτε να στριμώξετε σε παραγράφους με ωραίες χωρίστρες, μετρημένες με τον πόντο και καλογυαλισμένες. Έναν παλλόμενο ερωτισμό που χύνεται από τα περιγράμματα των λέξεων, υπονοείται στις παρομοιώσεις και υπόσχεται στις μεταφορές. Έχετε, όλα τα έχετε. Τουλάχιστον τα δηλώνετε προγραμματικά βάσει αυτού του παμπάλαιου σχεδίου που κληροδοτείται λιγάκι φθαρμένο, ενίοτε παραποιημένο από τη μια ανδρότροφη γενιά στην άλλη.
Θα σας έλεγαν Αντίνοο, Ευρύμαχο κι αργότερα θα πήρατε χριστιανικά ονόματα, θα βαπτιστήκατε με σταγόνες βασιλικού σε πιο ηθικές παραδόσεις. Αλλά αυτό το προσωπείο σας είναι πανάρχαιο, μην το στολίζετε με χάρτινα λουλούδια. Ένα μουντό φαγιούμ έχει εγχαραχτεί στο μέσα δέρμα, κάτω απ’ το βλέμμα της αποπλάνησης. Ακούω τα βήματά σας έξω απ’ το γυναικωνίτη μου. Όταν με νιώθετε να πλησιάζω στην πόρτα, καμώνεστε τον αδιάφορο, όταν κάθομαι στο σκληρό μου θρόνο και παίζω με τις κλωστές του αργαλειού, σφυρίζετε τα εκμαυλιστικά τραγούδια σας που σέρνουν γητειές.
Όταν σας παραδοθώ, θα πάψω να υπάρχω. Θα διαλυθώ σε χίλια κομμάτια, πιστή μούμια που ξέφυγε απ’ τον τάφο της, γιατί πίστεψε στο ελιξίριο ενός ανέφικτου έρωτα. Αυτό το σκληρό φως που κρύβουν τα διάκενα του λόγου σας θα με εξαχνώσει, τα στενάχωρα γυάλινα παπούτσια μου θα ρεύσουν ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα των ποδιών μου και μέσα στη σύντομη ελευθερία μου απ’ τις βαριές αλυσίδες με τις οποίες εσείς, οι όμοιοί σας, με δέσατε, θα περπατήσω χωρίς βάρος, αφουγκραζόμενη κάθε πληγή απ’ τις ακίδες του αδρού πατώματος που θα μαγαρίζει τα βασιλικά μου πέλματα. Άδικα αναζητάτε πάνω στις ξύλινες τάβλες το αίμα της θυσίας. Αγγίξτε το, μην ντρέπεστε, είναι αυθεντικό CHANEL No 5.
Ο αισθητός κόσμος των ιδεών και τα περιγράμματα των ρόλων που θα πλέουν, ως σύμφωνα και φωνήεντα μέσα στο αμνιακό υγρό του ποιήματος, ένας διάλογος δηλαδή σπαρακτικά ερωτικός για όσα ζήσαμε με το σώμα μας εγκυμονώντας έναν αναγεννημένο εαυτό
Ποιώντας το ερωτικό Γράμμα/ποίημα η Δώρα Κασκάλη, βλέπει «να σταλάζει ακατάπαυστα μια αιματόχρωμη αρμονία απ’ τη λεπίδα του μυαλού». Τότε, η Αγάπη κι ο Έρωτας κατακτούν το πρώτο ρόλο και θύτης και θύμα, χειριστής και σφαγιαστής, γίνονται ένα στο παιχνίδι με τις λέξεις, «τα μικρά αυτά κατοικίδια με την καρδιά του αίλουρου».  Στη διάρκεια μιας τέτοιας θυσίας λοιπόν μπορεί τα λόγια να περισσεύουν, τα ποιήματα να παλιώνουν ξεχασμένα μες το σεντούκι, μπορεί η γυναίκα να μένει χωρίς γλώσσα, δίχως χέρια, «υποκατάσταση γυναίκας σε βολικές ώρες ηδονής», αλλά τελικά το Ποίημα, Δώρον άδωρον, κερδίζει –φευ- μια χάρτινη ζωή!

ΑΔΩΡΑ
Όταν έσφαξες το ωραίο, μαύρο πιάνο με την ουρά,
κι έβλεπα να σταλάζει ακατάπαυστα
μια αιματόχρωμη αρμονία
απ’ τη λεπίδα του μυαλού σου,
δεν είπα τίποτε.
Σε αγαπούσα τότε.
Εσύ ο χειριστής, εσύ ο σφαγιαστής.

Όταν σου έγραφα το γράμμα
-έπαιζα χρόνια με τις λέξεις,
τα μικρά μου κατοικίδια με την καρδιά του αίλουρου-
κι εσύ το ξέχασες μες το σεντούκι
με τη σκαπάνη και τα βρώμικα φτυάρια,
ένιωσα να παλιώνουν όλα τα ποιήματα
που ήθελα να σου δωρίσω.

Σε αγαπούσα –ίσως- ακόμη
αλλά έμεινα χωρίς γλώσσα,
δίχως χέρια,
υποκατάσταση γυναίκας
σε βολικές ώρες ηδονής.

ΔΙΚΗΝ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΥ
Και φέρατε μαζί σας όπλο πρόσφορο για άμυνα ή επίθεση λέξεις κοφτερές κι ήταν η λεπίδα τους άλλοτε γυαλιστερή κάτω απ’ το φως της λογικής κι άλλοτε τόσο βελούδινη μέσα στα συμφραζόμενα ενός ακατάσχετου και λίγο ρετρό ρομαντισμού που τόσο σας πήγαινε.
Και κατείχατε για ίδια και αποκλειστική χρήση ένα σακούλι με ιστορίες μεθυστικές, που σπέρνατε στα ξερά λιβάδια των γυναικείων ψυχών. Ήσασταν σπορέας αλλά όχι θεριστής. Έτσι θέλατε ή δεν μπορούσατε αλλιώς.
Και διευκολύνατε κατά συρροή το ερωτικό φαντασιακό, αλλά εσείς πάντα φεύγατε νωρίς, για να μην πιαστείτε επ’ αυτοφώρω να νιώθετε.

Οι ΛΕΞΕΙΣ μέσα στο ΠΟΙΗΜΑ, εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι ΕΙΚΟΝΕΣ που τις έντυσαν, λαβύρινθος επιθυμίας ΛΕΞΕΩΝ για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν, για να δείχνουν την απόσταση που μας χωρίζει από τον τρόπο να ’μαστε άγγελοι με φύλο! Κι οι ΛΕΞΕΙΣ που έντυσαν σήμερα την εικόνα του ποιήματος είναι από το ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΗΡΙΟ ΗΔΟΝΩΝ της Δώρας Κασκάλη, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ, Θεσσαλονίκη 2014

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις