ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΝΑ ΣΕ ΚΡΥΨΩ Σ’ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ:

Σε είδα να σαλεύεις στα Εξάρχεια. Πρόσωπο δίχως πρόσωπο. Κορμί χωρίς πυξίδα. Συγκεχυμένο πλάσμα, ετοιμόρροπο Χαμένος μονομάχος στην αρένα, σκέφτηκα να σε κρύψω σ' ένα Ποίημα, να σε τυλίξω λέξεις μυστικές. Να μην κρυώνεις! Άλλη μια αυταπάτη δωρεάν. Το ίδιο παγωμένο λεξιλόγιο, οι ένοχες κραυγές των φωνηέντων. Τα υλικά της σιγουριάς. Τα πλαίσια. Εκείνο το γυαλί ανάμεσα μας. Να σε καταλαβαίνω μόνο δεν αρκεί. Θα 'πρεπε να μπορώ να σ' αγκαλιάσω. Να μην κρυώνω!
(ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΓΥΑΛΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ από τη συλλογή του Χάρη Μελιτά ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΗΤΤΑΣ, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012 – ART by Γιάννης Γαϊτης)


ΤΥΧΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Ταχτοποιώντας της ζωής μου τα συρτάρια
σε συνάντησα. 
Σε κάτι στίχους μου παλιούς είχες τρυπώσει.
Φορούσες το γαλάζιο σου παλτό
κι όπως  με κοίταζες κρυφά στον Επιτάφιο
στο άδειο μου πακέτο σε ζωγράφισα
να ’χω δυο χείλη να φιλήσω στην Ανάσταση.
Σε ρώτησα: πού πήγαν οι γιορτές;
Οι περαντζάδες στη βροχή χωρίς ομπρέλα;
Οι παντομίμες στον Ηλεκτρικό;
Εκείνα τα φιλιά στη διαδήλωση
απέναντι στις άναυδες ασπίδες;
Σε ρώτησα: ποιος έκλεισε το ράδιο;
Ποιος έκλεψε τα χρώματα της νύχτας;
Ποιος άνοιξε την πόρτα στο βοριά;
Ποιος άφησε τα χιόνια να περάσουν;

Μα το χειρότερο είναι πως μου απάντησες.
Απ’ την κουζίνα.

ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Είπα να σπάσω τον καθρέφτη.
Αρρωσταίνω.
Από του χρόνου την αμείλικτη ροή.
Από την άχαρη βιτρίνα της ημέρας.
Βαρέθηκα τις μάσκες ομορφιάς
τα κίτρινα χαμόγελα
τα παγωμένα μάτια.
Σιχάθηκα τα νεύματα τυφλής υποταγής
τα πνεύματα της θλίψεως
του μακιγιάζ τους τόνους.
Όλα μετρήσιμα, προβλέψιμα, ρηχά
στατιστικά των ηδονών
στο δρόμο για τη νύχτα.
Πρόσωπο χάρτινο κελί, όλο γραμμές
να λογαριάζει η γραφίδα του καιρού
τα θλιβερά μερόνυχτα για την απόλυσή μου.
Ποιος ξέρει πίσω απ’ τον καθρέφτη τι θα βρω.
Ένα φιλί, ένα γαλάζιο φυλαχτό
μια ζυγαριά, ένα βαθύ ποτάμι ανεμώνες
ένα καράβι μυστικό από πουλιά
δυο ζάρια σώα από τη σκόνη της ερήμου.
Είπα να σπάσω τον καθρέφτη
Λιγοψύχησα.
Το αληθινό μην αντικρύσω πρόσωπό μου.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Έμαθε βέβαια να γράφει, να διαβάζει
να αριθμεί τα σκαλοπάτια του μετρό
να κάθεται στις κόκκινες καρέκλες του Γαϊτη.
Να ζωγραφίζει με χρωστήρα μυστικό
την άγνωστη γνωστή αγαπημένη
να κατεβαίνει στην πλατεία για καφέ
και στην Ερμού για παντελόνια και γραβάτες.

Έμαθε βέβαια σαν έπεφτε πρωί
να λούζεται στο μαύρο του καθρέφτη
να περπατά χωρίς λευκό μπαστούνι στη βροχή
με μια ομπρέλα θαλασσιά για ουρανό του.
Να κατεβάζει απ’ το ιντερνέτ συχνά
κάτι παλιά του Αδαμό και του Μπομπ Ντίλαν
Να σιδερώνει τα πανό προσεκτικά
για τις διαδηλώσεις.

Όμως δεν έμαθε ποτέ, ούτε θα μάθει
-ας όψεται ο μαύρος του καθρέφτης-
τι όμορφος που φάνταζε στη χθεσινή πορεία.

ΕΝΤΟΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΩΣ
Κατέλαβαν
Τις μέρες, τα λιμάνια, τα στενά
Στο σπίτι ξαγρυπνάει ο φρουρός.
Ούτε ένα τετραγωνικό για να αναπνεύσεις.
Εντούτοις, εξακολουθώ να υφίσταμαι.
Έστω και σαν απόλυτη τιμή
με δυο γραμμές αριστερά και δεξιά, ισομεγέθεις.
Κάποτε είχα ένα πρόσημο, θυμάμαι.
Απόψε ψάχνω να με βρω στην ερημιά.
Στο βάθος ένας ήλιος δραπετεύει.

Συνέλαβαν.
Τον άνεμο, τα δένδρα, τα πουλιά.
Στο πάρκο βασιλεύει η σιωπή.
Ούτε ένα τρέμουλο φτερού, ούτε ένα αηδόνι.
Εντούτοις, εξακολουθώ να σκέφτομαι.
Έστω κι αν εκπαιδεύομαι  στο μοβ
με κόκκινο του τραύματος και μπλε της ασφυξίας.
Κάποτε είχα ένα ορόσημο, θαρρώ.
Απόψε κόκαλα και χάρτινα σπαθιά.
Στο βάθος το μυαλό μου δραπετεύει.

ΔΙΑΓΩΝΙΩΣ
Ανάμεσα στα δώρα ένα σκάκι.
Ας ήταν οπαδός των τυχερών παιγνίων
-τι μ’ αυτό-
οι χορηγοί σκοπεύαν, ανεξίτηλα
τα ίχνη τους ν’ αφήσουν.
Εκείνος, που ποτέ δεν ξεγελάστηκε
από πλουμίδια βασιλέων ευτελή
κι από σαθρή βασιλέων αλαζονεία
απ’ τις αλλόκοτες τροχιές των ιπποτών
κι απ’ το αμείλικτο παράστημα των πύργων
ως έβλεπε τα πιόνια να περνούν
λοξοδρομώντας μοναχά για να σκοτώσουν
δεν άντεξε
τους ξύλινους πεσσούς απίθωσε στο τζάκι.
Τώρα σκαρώνει στη σκακιέρα του σταυρόλεξα
με τα σημάδια και τα θραύσματα του χρόνου
ταιριάζει λέξεις και κομμάτια πορευόμενος  
κατά το βήμα των τρελών.
Διαγωνίως

ΕΚΛΑΜΨΗ
Την ώρα της παρέλασης της ίλης
-στιγμές πριν πέσουν τ’ άλογα στη μάχη-   
συνέβη κάτι αλλόκοτο στην ιστορία.
Ο βασιλιάς είναι γυμνός
φώναξε ένα αγόρι, διακόπτοντας
το παραμύθι που δυνάστευε τον κόσμο.

Πρώτη φορά στα χρονικά και τελευταία.
Έκτοτε, κάθε βασιλιάς πήρε τα μέτρα του.
Μοίρασε μαύρα ματογυάλια στα παιδιά
για το καλό τους, είπαν οι εχέφρονες.
Να πολεμούν υπό σκιάν ανελλιπώς
και να μη βλέπουν αστραπές στις παρελάσεις

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από τη συλλογή του Χάρη Μελιτά ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΗΤΤΑΣ, εκδόσεις Μανδραγορας 2012 - ART WORKS by Gaitis 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις