ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΟΝΟΜΑΖΩ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ:

Πολύ φεγγάρι σπάταλο, απόψε,  ανοικονόμητο. Καμιά γωνιά να του κρυφτείς,  να μην το βλέπεις.  Μέντορας τάχα κι οδηγός στην ενδοσκόπησή σου. Τόση υπερβολή, τόση αυταρέσκεια, τόση αβασάνιστη έκθεση  κι αμφίθυμος ερωτισμός  σε συγχυσμένους μύθους από έναν όλο κι όλο δορυφόρο, άγονο επιπλέον κι ετερόφωτο! Φταίμε κι εμείς οι δίβουλοι με τα ημίμετρά μας... Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο και σηκώνομαι. Θέλω να μείνω μα στο δωμάτιο μπαινοβγαίνουν πουλιά, οι παλιές σου αγάπες. Τα μισώ αυτά τα πουλιά, τα ζηλεύω, αν μπορούσα θα τα έπνιγα μ’ ένα ποίημα. Φεύγω όμως και τ’ αφήνω να κουβαλάνε χώμα και άχυρα, να χτίζουν στις μασχάλες σου τις φωλιές τους. Το βράδυ δαγκώνεις πάλι στον ύπνο μου. Δε συμβαίνει τίποτε, μόνο που τα όνειρά μου κυκλοφορούν με σημάδια. Κι ο κόσμος ρωτάει συνέχεια πώς και γιατί  (σκόρπιοι στίχοι Σταύρου Ζαφειρίου)



Να φοβάστε την πανσέληνο. Στις γωνιές παραμονεύουν τα επικίνδυνα όνειρα κι έξω κυκλοφορούν οι ποιητές ίδιοι λυκάνθρωποι
Να τη φοβάστε την πανσέληνο.
Να μαζεύεστε στα σπίτια σας νωρίς
και ν’ ασφαλίζετε καλά την εξώπορτα.
Να προσεύχεστε
και να κοιμάστε με το βαφτιστικό σας σταυρουδάκι
κρεμασμένο στο στήθος.
Γιατί έξω
κάθε πανσέληνο
κυκλοφορούν οι ποιητές
ίδιοι λυκάνθρωποι.
Κατασπαράζοντας τα ήθη
των αθώων,
διψώντας για το αίμα
των ανύποπτων,
καλώντας με ουρλιαχτά
το Αρχαίο Νερό
που θα’ρθει κάποτε και θα σας κατακλύσει.
Να φοβάστε την πανσέληνο.
Στις γωνιές παραμονεύουν
τα επικίνδυνα όνειρα.
[Από την ποιητική συλλογή: Ζεστή Πανσέληνος το ομότιτλο ποίημα]

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ  Α'
Κατευθύνεσαι στην απέναντι νύχτα.
Είμαι ήδη εκεί.
Όταν φτάσεις θα ’χω θάψει
τις φλογισμένες μου λέξεις.
Θα βρεις μονάχα τα καμένα μου δάχτυλα
τυλιγμένα σε κίτρινα χόρτα.
Κυρίες και κύριοι
οι κλόουν βγάζουν τα καπέλα που δε φορούν,
υποκλίνονται
και σας χαιρετούν.
Τώρα που βλέπουν το χαμόγελο στα χείλη σας
μπορούν πάλι να φορέσουν τη ματωμένη καρδιά τους,
ν' αποσυρθούν στα παρασκήνια και να χαθούν.
Κυρίες και κύριοι, οι κλόουν σάς αγαπούν.
Τα τελευταία τρικ ξεπηδούν
απ' τα τεράστια μαύρα παπούτσια τους.
Χειροκροτήστε! Χειροκροτήστε!
Το δάκρυ κύλησε στην άμμο της πίστας
ο κόσμος όμως ήδη στριμώχνονταν στην έξοδο.

Κι ούτε καν σήμερα που αγγίξατε τις ανοιχτές πληγές του δεν καταλάβατε πόση βροχή και πόση δίψα κρύβει ένα ποίημα: Οι λέξεις. Πάντα ξεφεύγουν. Γιατί η πράξη δεν υπήρξε ποτέ. Γιατί η πράξη είναι η διαφορά. Βροχή εσωτερική που ξεθωριάζει τα χρώματα… Να. Τώρα στάζω τις πράξεις μου στο λαιμό σου μα αυτές γυρίζουν και με πνίγουν ήσυχα-ήσυχα. Τα εμβόλιμα πλάνα δημιουργούν ψευδαίσθηση ότι ο ήλιος υπάρχει. Πίσω απ' την πλάτη σου, όμως, παραμονεύουν ανθοπωλεία με σαπισμένα φυτά… Μια φορά μόνο να πεις: «Χώνω τα νύχια στη σάρκα, κατεδαφίζω τον πόνο»… Οι στεναγμοί του Garbarek αργά και θλιμμένα σχηματίζουν το κορμό σου. Η κλεψύδρα αδειάζει και αναστρέφεται. Το τέλος. Η καινούργια αρχή [Σταύρος Ζαφειρίου, «…Και να μπλοφάρουμε το όνειρο»]:

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις