Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, ΕΝΑ ΥΠΑΚΟΥΟ ΣΚΥΛΙ ΠΟΥ ΨΑΧΝΕΙ ΤΑ ΘΗΡΑΜΑΤΑ ΠΟΥ ΧΤΥΠΗΣΕ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΤΟΥ ΤΑ ΠΑΕΙ:

Καθώς τις νύχτες καθρεφτίζομαι στις σελίδες με τα παλιά μου ποιήματα –δεν είναι παρά λίγοι επίμονοι στίχοι- βλέπω πως η σκιά μου μεγάλωσε και δεν χωρώ στο ποίημα, περισσεύω!.. Τότε έγραφα στις αμμουδιές με ήλιο τη σκιά μου και όπως είπε ο ζωγράφος –χρόνια θήτευε στο φως «το φεγγάρι γεννά τις μεγάλες σκιές, ο ήλιος τις επίμονες. Μεγάλωσαν οι νύχτες μου τα σύνεργα πανάλαφρα, βγαίνω με το φεγγάρι κι όλο προβάρω και φορώ παλιά, καινούρια ποιήματα μακριές μεγάλες νύχτες [ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ της Γιώτα Αργυροπούλου από τη συλλογή ΠΟΙΗΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ - ART by ben_goossens]



ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.
Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα.
Τί ζεστασιά. Τί βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.
Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα,γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
άγιοι πάντες.
Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.

Συχώρεσέ με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.
Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο
πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

Τα τζην και τα μακώ
Καμμιά φορά γυρίζεις και θυμάσαι
όχι φορέματα που ντύθηκες
και καθρεφτίστηκες φιλάρεσκα
μες των αντρών τα μάτια,
μα κάτι ρούχα ταπεινά,
πού ’χες μ’ αυτά τα χρόνια σου τα δεκαεννέα ντύσει
και πέσαν από πάνω σου αργά.
Η κοριτσίστικη ντροπή σου τα κρατούσε
και σώμα με σώμα δύσκολα
ο έρωτας νικούσε στο τρυφερό το πάλεμα.
Σώμα με σώμα
αίμα με αίμα
μέθαγε στα χέρια του το ξαφνιασμένο δέρμα
πήγαινε από πάνω σου να πέσει
και αυτό.
Τα τζην και τα μακώ
τα ταπεινά τα ρούχα γυρίζεις και θυμάσαι
το ρίγος του κορμιού
των δεκαεννιά χρονών

ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ
I
Χθες μετακόμισα δυο δρόμους παραπέρα.
Αέρισα καλά το ξένο σπίτι
αλλά μυρίζει ακόμα φαγητά
τσιγάρα
αναπνοές.
Χθες μετακόμισα
μια μοναξιά
πιο πέρα.
ΙΙ
Σ΄ αυτό το σπίτι θα ’ρθουν
λιγότεροι
συγγενείς
θα ’
ρθουν λιγότεροι φίλοι.
Δε θα το μάθουν καν πως μετακόμισα
δε θα χτυπήσουν το κουδούνι.
Τακτοποιώ τα πράγματα . Άλλο ένα άδειο σπίτι.
Βιβλία ,δίσκοι- άχρηστοι πλέον,
μικροπράγματα,
από μετακόμιση σε μετακόμιση
έφτασαν σώα ως εδώ.
Από σπίτι σε
σπίτι αναλογίζομαι, μετρώ,
έχασα ανεπαίσθητα
ανθρώπους που αγαπούσα.
ΙΙΙ
Η ανάμνηση από τη μυρωδιά τους ,
η κουβέντα τους, έφτασε αλώβητη ως εδώ.
Λίγες φωτογραφίες
ανάμεσά τους ξετυλίγουν τη ζωή μου.
Και ας μη μάθουν καν πως μετακόμισα.
Κι ας μη χτυπήσουν το κουδούνι.
Πρώτη μου μέρα στο καινούργιο σπίτι
το κατέκλυσαν
άνθρωποι που αγάπησα,
που έχασα,
και έφτασα ανεπαίσθητα
μια μοναξιά πιο πέρα.
IV
(Στον Τάσο Πορφύρη)
Άλλαξα σπίτια, πόλεις.
Δώδεκα χρόνων αφήσαμε το σπίτι μας
το πέτρινο, το δίπατο,
που τ’ αγκωνάρια του έχτισαν Λαγκαδιανοί μαστόροι.
Στης σάλας τον παλίμψηστο σοβά –ασβέστης στο λουλάκι-
χάραζα της παιδικής μου μοναξιάς ταξίδια.
Απ’ το μπαλκόνι αγνάντευα συμμορίες παιδιών
νυφιάτικες πομπές
κι ολοφυρμούς,
σκηνές ζωής ολάκερης
κι απαρασάλευτης ενόμιζα
σαν τον Ταΰγετο αντίκρυ μου και το Τετράζι.
Αφήσαμε τον αργαλειό και τον κομό,
τη λάμπα, το λεβέτι μας, το σίδερο.
Κλειδώσαμε με το βαρύ κλειδί
το κρύψαμε στη θέση του
σα να ’ταν να γυρίσουμε το βράδυ.
Μπροστά η μάννα κι ο πατέρας μου
το φορτωμένο γαϊδουράκι
πίσω εγώ με τον παππούλη μου,
ραγδαίο πρωτοβρόχι.
Μία ομπρέλα αντρική μου είχαν δώσει να βαστώ
και ο αέρας μου την έπαιρνε.
Από το άλλο χέρι κρατούσα τον παππούλη μου
που κάθε τόσο πισωγύριζε
έλα παππούλη φτάνουμε και τον τραβούσα από το χέρι
και έτρεχαν τα μάτια μου
για τον παππού που πισωγύριζε
για τη ζωή που αφήναμε με κείνα πίσω τα πράγματα
που ξαφνικά τα ’παν παλιά.
Πηγαίναμε στα μωσαϊκά, στα χολ,
στα κουτουρού πηγαίναμε
μ’ έναν παλιό παππούλη.
Ώ εκείνη η μετακόμιση
με τη βροχή ,το πισωγύρισμα
με το χωριό μου που ξεμάκραινε
βρέξει δε βρέξει πια σε κάθε μετακόμιση
το ίδιο εκείνο σπίτι αφήνω.
V
Τελευταία άρχισα να πετάω πράγματα
ρούχα έπιπλα βιβλία.
Παίρνω μαζί λιγότερα
παίρνω όλο και πιο λίγα-
ώ να χωρούσαν πάλι κάποτε
σε ένα γαϊδουράκι
ώσπου να φύγω πούπουλο
στην τελευταία μετακόμιση
με μόνο το καλό μου το φουστάνι.

ΕΠΟΧΗ (ανέκδοτα ποιήματα)
Ι
Με θαυμασμό περιεργάστηκα
του υπερρεαλισμού το άλογον .
Όμως εγώ
επέπρωτο να πορευτώ
με γαϊδουράκι.
ΙΙ
Τυπογραφείο Kείμενα, οδός Μαυρομιχάλη.
Ο Φίλιππος ο Βλάχος μας κοινωνούσε το μεράκι του.
Τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη,
τον Γκανά,τη Δημουλά,τον Κακναβάτο.
Στο πανεπιστήμιο αποδελτιώναμε πυρετωδώς
μετά το Νόμπελ
τον Ελύτη.
Μπορεί και τούτο να ’φταιξε
και βιαστικά προσπέρασα
νερατζοκόριτσα
νησιά
ηλιοποσίες.
ΙΙΙ
Μέσα στο τρόλεϊ
ο Μιχάλης Κατσαρός
ίδιος ο μάντις Τειρεσίας.
Ήσυχος και σκοτεινός
προτού εκφέρει προφητεία.
ΙV
Στη Φωκίωνος ο Μίλτος Σαχτούρης
με το μαύρο του παλτό και το καπέλο
χιόνι καυτό στα μάγουλα και άσπρο
και στο λαιμό το κόκκινο κασκόλ.
Έμπαινε και έβαφε ασπρόμαυρο
ολοκόκκινο μεμιάς
το καφενείο.
Ανέβαινα τη Φωκίωνος να δω γυμνά
τα δέντρα το χειμώνα
να δω τον ποιητή.
V
Ο έρωτάς της ο πικρός φυλλορροούσε.
Απελπισμένα ραβασάκια, γράμματα ερωτικά,
δεν το τολμούσε,
του έστελνε μονάχα ποιήματα του Σαχτούρη
σκοτεινά κορίτσια,
πνιγμένα, παγωμένα,
αναποδογυρισμένο κορίτσι η Πορτοκαλιά,
πικρός χειμώνας
o έρωτας
γέμισε το συρτάρι του
τι να πει κι εκείνος
στα δεκαεννιά ;
VI
Αργότερα όταν περάσαν όλα
κι έμεινε στο στήθος μια ραγισματιά
τι έπιασε και του ’στελνε της είπε
κείνα τα κακορίζικα κορίτσια του Σαχτούρη,
χάθηκαν τα δελφινοκόριτσα
και τα νερατζοκόριτσα;
Τραγουδισμένα και ταξιδεμένα
μπορεί και να ανοίγανε το δρόμο τους ξανά.
Το πήρε πια απόφαση.
Προπάντων δεν ταιριάζανε
και στα ποιητικά .
VII
Εταιρεία Σπουδών, Σίνα 46.
Mε συνδρομή τα μέλη, λάθρα οι φοιτητές
Oι εκδηλώσεις τότε είχαν αξία.
Ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί.
O Ι.Θ.Κακριδής
στην τιμητική των ογδοηκοστών του γενεθλίων
μίλησε με σοφία για τη Σαπφώ.
Άνθρωποι του δημοτικού θα τον καταλαβαίναν.
VIII
Στην Παπαρηγοπούλου σε Μπαμπινιώτη και Σκιαδά
δεν έπεφτε καρφίτσα.
Σα να μην έφτανε η Φιλοσοφική με τα ξενόγλωσσα
θεωρίης ένεκεν
κατέφθαναν γαμπροί
από το Μαθηματικό και το Χημείο.
Εδώ και το λεγόμενο πολιτικό καμάκι,
η συνέλευση με τους αγορητές
Φύσσας, Πάλλας, ο αντεπιστέλλων Καρακάσογλου,
η Γιάννα
η Νέλλη
η Αιμιλία.
Τι να ’γιναν οι λογομάχοι των αμφιθεάτρων;
IX
Aλλά τί θέλει και γυρίζει σε αμφιθέατρα,
Μαυρομιχάλη, Σόλωνος, Φωκίωνος, Πατησίων;
Θέλει να νιώσει πάλι μεσοστρατίς των στίχων τη συγκίνηση;
Το σκίρτημα στο αγκάλιασμα;
Του ξενυχτιού την έξαψη
και τη μεταρσίωση που ένιωθε τότε στις συναυλίες;
Mα το μυαλό που ήταν τότε δοσμένο στις αποχρώσεις των ιδεών,
στην ένταση του έρωτα
και τις λεπτές της τέχνης συγκινήσεις
βαρύνθηκε με τον καιρό σκοτούρες καθημερινές,
σκέψεις πεζές, ανάγκες.
Aς το πάρει απόφαση, τούτοι οι δρόμοι αλλάξανε
ως και η Πανεπιστημίου με τα αγλαά της κτίρια
κατάντησε μια ανοιχτωσιά
που απλώνει την πραμάτεια του φτηνό έγχρωμο παζάρι.
Ας πούμε τέλος εποχής.
Τούτοι οι δρόμοι αλλάξανε
Ιπποκράτους, Σόλωνος, Φωκίωνος, Πατησίων.

[ΠΗΓΗ: Γιώτα Αργυροπούλου: Γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση. Ζει στην Καλαμάτα. Έργα : «Τοιχογραφία της Άνοιξης», «Νερά απαρηγόρητα», «Διηγήματα», «Ποιητών και Αγίων Πάντων»  To 2010 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για την ποιητική συλλογή «Διηγήματα»]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις