ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΕΙΡΟΥ: Ένα Ποίημα που κοιτάζει έναν Πίνακα

Πενήντα περίπου χρόνια χωρίζουν τον πίνακα του Πικάσο «Το Όνειρο» από τη συλλογή «Το τελευταίο Σώμα μου» της Κικής Δημουλά, όπου υπάρχει το ποίημα «Σύνδρομο» (με υποτίτλο «κοιτάζοντας τον πίνακα του Πικάσο). Το «Όνειρο» του Πικάσο είναι ένας πίνακας του 1932, σωματοποίηση μιας προσδοκίας και, εκ των υστέρων, μνημείο μιας απώλειας. Ο ζωγράφος παραδομένος στη φροϋδική τάση της εποχής, διαρρηγνύει το κοιμώμενο πρόσωπο της Βάλτερ, σε δύο αλληλοσυμπληρούμενες «καστανιέτες» που υποβάλουν την αίσθηση ενός κινούμενου προσώπου εν εκστάσει. Το ποίημα της Δημουλά είναι διπλό, δηλαδή που εγκιβωτίζει ένα άλλο έργο, που επιχειρεί τάχα να το ονειρευτεί, το ίδιο το έργο ή τον τρόπο ονείρου που ο πίνακας διδάσκει. Για να το αναιρέσει μελαγχολικά στο τέλος, με την παραδοχή μιας ακόμη ήττας, που οφείλεται σε σύνδρομο απώλειας του ονειρεύεσθαι. Όλη η ποιητική τέχνη της Δημουλά βασίζεται σ’ ένα νοητικό ντόμινο, το οποίο ξεκινά από ένα «δάχτυλο» που ρίχνει το πρώτο κομμάτι. Το δάχτυλο αυτό, στην προκείμενη περίπτωση, είναι ένα έργο τέχνης, ο πίνακας του Πικάσο. (Βασίλης Αμανατίδης, ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 57)




(ΛΕΖΑΝΤΑ: Ο πίνακας που κοιτάζεται: Το 1932 ο ερωτευμένος Πικάσο απεικονίζει ανέμελα την «παράνομη» ερωμένη του Μαρί Τερέζ Βάλτερ στο ΟΝΕΙΡΟ. Ο Βασίλης Αμανατίδης σχολιάζοντας τον πίνακα σημειώνει στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 57: «έργο γιορτή των αισθήσεων, ύμνος στην καμπύλη, ένας ηδονοβλεπτικός χάρτης της ανδρικής φαντασίωσης για τη γυναικεία ενδοτικότητα»……)

ΣΥΝΔΡΟΜΟ
(Κοιτάζοντας τον πίνακα του Πικάσο «Το Όνειρο»)
Έχω κρεμάσει αυτόν τον πίνακα σαν δόλωμα
στη συμπαγή επιπεδότητά μου
μήπως τσιμπήσει τανυσμός γκρεμιστής,
τον έχω σαν φουρνέλο
μη και την ανατίναζε συθέμελα
τη συμπαγή επιπεδότητά μου.

Καθιστό κοιμάται το κορίτσι.
Καθιστός
απαγκιάζεις καλύτερα στο σώμα σου,
είσαι πιο έτοιμος να γίνεις πιο δικός σου:
να ονειρευτείς.
Του υπερβατικού η ανατομία
επέτρεψε στο σώμα
αυθαιρεσίες σάρκινες.
Κοιμάται το κορίτσι
ενώ πίσω απ’ το χαλαρό φουστάνι της
ο ένας μαστός ανατέλλει
για να θηλάσει η λαίμαργη αφαίρεση.

Σπασμένη του λαιμού η αντίσταση
και το κεφάλι, απελεύθερο,
σαν γελαστό αυτί ακούμπησε στον ώμο
που, περιγελαστής της συμμετρίας,
είναι πιο υψωμένος απ’ τον άλλο,
στοιβάδα τόλμης.
Την ύπαρξή του αφουγκράζεται το κορίτσι:
παράνομες κλεφτές μετακινήσεις,
μια μετατόπιση του Είναι
λίγο πιο δω λίγο πιο κει,
θέσεις που ανεφοδιάζονται με θέσεις.

Η μύτη, πράσινη χαρακωτή γραμμή
που προσπερνάει αδιάφορη το τέλος της,
χύνεται ανάμεσα στα μάτια και το μέτωπο,
χάνεται μέσα στα μαλλιά,
αγγείο αιμοφόρο του ενδόμυχου.
Μισό χαμόγελο στη θέση του
τ’ άλλο μισό ψηλότερα,
ασυμμετρίας μειδίαμα
σαν ένα στραβοπόδαρο σκαμνάκι,
εκεί για να πατήσουν και να βγουν
από τις τουλπανένιες άμαξες
οι τουλπανένιοι επιβάτες:
τα όνειρα του κοριτσιού.

Της πολυθρόνας τα μπράτσα
υποσυνειδίζονται: λυγίζουνε σαν χαλαρό
αγκάλιασμα στου κοριτσιού τη μέση,
γιατί το ξέρουνε ακόμα και οι πολυθρόνες
πως όποιος ονειρεύεται δονείται
κι υπάρχουνε και όνειρα
που σε πετάνε χάμω.
Εμένα η μύτη μου
τελειώνει ακριβώς στο τέλος της.
Δεν πάει αίμα στο ενδόμυχο.
Κι οι ώμοι μου
συμμετρικά πεσμένοι και οι δύο.

Καιρό έχω να μιλήσω για όνειρα
καιρό δεν έχω
όνειρα δεν έχω,
συμμετρική ανέχεια.
Οι ώμοι μου
συμμετρικά πεσμένοι και οι δύο.
Κι ότι αντέχω τέτοια ανέχεια
λέω μην είναι όνειρο.
Μην είναι όνειρο
πως όνειρα δεν έχω.
Όνειρο να ’ναι
κι ας μην γυμνώνει από όνειρα.

Όνειρο να ’ναι,
σπόρος να περιφέρεται στον ύπνο μου
κι έχει ο Θεός για μήτρα.
Το πίνω κι ας μην είναι πόσιμο,
έστω τη λέξη να ονειρεύομαι
και δεν ρωτάω καμιά Εξακρίβωση
αν είναι όνειρο πως όνειρα δεν έχω.
Για να μιλήσει η κάθε Εξακρίβωση
θέλει να πληρωθεί με όνειρα.
Κι όνειρα να πληρώνω
μια ακόμα Εξακρίβωση
δεν έχω.

Η μητέρα μου Ώθηση πέθανε νέα
κι ο πηλός που είμαι, ο πηλός που είμαι,
με πιέζει να σπάσω.
Ως πότε, λέει, θα θυσιάζεται ο θάνατος
για να ζεις εσύ.
Κι όνειρα δεν έχω να πλάσω
πήλινη περιφρούρηση της ύλης μου.

Και τι σημαίνει όνειρο;
Τι δηλαδή δεν έχω;
Θα ’ναι αυτό
που θέλει να ’χει μέσα του ο πηλός για να μη σπάζει,
θα ’ναι οι τουλπανένιοι επιβάτες
στις τουλπανένιες άμαξες.

Όνειρο σημαίνει
φτερούγα ύπνου από κερί
που ήλιο ερωτεύεται και λιώνει,
φύλλα που θαυμαστά ισορροπούν
σαν να πατάνε σε κλαδιά
ενώ το βλέπεις καθαρά
πως δεν υπάρχει δένδρο,
ν’ ακούς να τραγουδάνε χίλια ναι απ’ το λαρύγγι του όχι.

Όνειρο σημαίνει
να μην υπάρχουν σύνορα
κι οι βλοσυροί καχύποπτοι φρουροί τους.
Ελεύθερα να μπαίνεις σ’ άνθρωπο
κι ούτε τις ει, ούτε τις οιδε.

Δεν ήρθε κι ένα απόγευμα
που να μη γίνει βράδυ,
να έρθει κι ένα όνειρο
που να μην γίνει άνθρωπος,
να έρθει κι ένας άνθρωπος
που να μη γίνει όνειρο,
τις οιδε, τις ει.

Ξανοίχτηκα πολύ σε ορισμούς
κι είν’ επικίνδυνο να κλαις χωρίς πυξίδα.

Φύλαγέ μου, Θε μου, τουλάχιστον
όσα έχουν πεθάνει.

(ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Το Τελευταίο Σώμα μου, 1981)

Σχόλια

  1. αγαπημένος στίχος:
    Δεν ήρθε κι ένα απόγευμα
    που να μη γίνει βράδυ,
    να έρθει κι ένα όνειρο
    που να μην γίνει άνθρωπος,
    να έρθει κι ένας άνθρωπος
    που να μη γίνει όνειρο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις