ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ:

Ποιο είναι αυτό το τέρας που  πληρώνει με Ποιήματα την οφειλή του; Που με παγάκι στη μασχάλη εξαργυρώνει την πορεία του μες στους ανθρώπους;  Ποιο είναι αυτό το πλάσμα που γελάει όσους τ’ αγάπησαν που ανύπαρκτο πρόσωπο γυρίζει με τίμιο βλέμμα και το μέλλον αδιάβαστο σκουπίδι στων αστρολόγων τα τραπέζια. Σχηματισμένος μες στη στέρηση μολυσμένος με ανάγκη καθαρότητας περνάει ανάποδα κι αργά τις ηλικίες του δε θα προλάβει να γεράσει για πάντα μες στο δούρειο ίππο θ’ ανασυντάσσεις τις λογής λογής εικόνες [Ο ΠΟΙΗΤΗΣ της Μπίλης Βέμη – ART by TSIBIKAKI Ancient affair]
 



ΓΡΑΦΗΣ ΠΕΙΡΑΤΑ: Μέσα στη νύχτα ώρα περασμένη μου παρουσιάστηκε πρώτη φορά με άλλη υπόσταση η Λέξη):  
κι έτσι κλέβω λέξεις και εικόνες από το χάος
που φωνοποιείται και δες
επαναλαμβάνεται η σκηνή της δημιουργίας
Το πρώτο υλικό είναι ουσία κοσμική,
που την πλησιάζω σαν ανοίξει μια καταπακτή
Όπως όταν είσαι με πύραυλο και βγαίνεις με τον ομφάλιο λώρο χαλαρό
Αιωρείσαι στο διάστημα και φέρνεις πίσω φωτεινά αποσπάσματα
κάποτε είναι σκοτεινά
από του πλοίου το άλλο μέρος
 
I must attain my responsible age
 
Άλλος οδηγός της εμπειρίας είναι
Η ΚΙΝΗΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ
ή ΣΤΙΣ ΧΩΡΙΣ ΣΧΗΜΑ ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΕΙΣ…

μπαίνεις σε μια μάζα διάφανη ηλεκτρική
και κινείσαι με το ραντάρ του υπνοβάτη
Τα πράγματα που θα ονομάσεις
βγάζουν ήχους διάφορης έντασης
και χρώματος
που σε οδηγούν
να κυκλοφορείς
μέσα τους
σαν σε τοπίο
όλοι οι διαφορετικής τάξης ήχοι γίνονται μουντοί
τους έπνιξε το χιόνι…

Κινείσαι ακολουθώντας μ’ εμπιστοσύνη τις φωνές
Πλησιάζεις άλλοτε ή απομακρύνεσαι
Όπως κάποιοι άλλοι ανιχνεύουν μέταλλα
Κι όταν το σήμα εξασθενίζει
φεύγουνε για αλλού
Κι όπου καλεί σκύβουν κι αρμέγουν……

Διαύγεια και βεβαιότητα όπου ξαναγεννιούνται οι Λέξεις
δεν κάνει να βιαστείς
μα ούτε να αποξεχαστείς θαυμάζοντας την ύλη
που ολοένα αλλάζει
Πρέπει να σώσεις τις λέξεις που καλούν
εσένα μόνο
και το μυστικό ραντάρ που κρύβεις.
Κινείσαι αργά προσεκτικά
μήπως ξεφύγεις από την αρμονία αυτής της κίνησης
της δίχως φόβο
Γιατί να φοβηθείς;
Αφού είναι μέσα σου κι έξω σου το ίδιο
αφού είσαι μόνος
μα τίποτα δεν σε χωρίζει
νιώθεις να αναπνέεις από παντού

Αυτή η ύλη είσαι εσύ
κι εσύ της μοιάζεις
Αυτό το σώμα σου είναι διάφανο
δεν έχει πόνο
Αυτό το επίπεδο που άγγιξες
σ’ ελευθερώνει.

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ
Σε βρήκα μισή στον ύπνο και ριγμένη στα όνειρα
μισή να αναδεύεσαι μες στη ζωή όπως άλλοτε
Υπνοβατούσες σχεδόν μέρα και νύχτα
Μισή ζούσες κι ανάσαινες σε κόσμο
θαυμαστό
κατοικημένο
σε χρόνο-άχρονο
κι άλλη μισή στη μέρα που βάλτωνε
και τη φώτιζε μονάχα το όνειρο από βαθιά
Περσεφόνη
Τι εξαγόραζε εκείνη η κάθοδος στον ύπνο;
Στης γης τον αφαλό;
Πώς ήταν και δεν ήταν
εκείνα τα παλάτια του κάτω κόσμου
με τους κήπους μες τη γη;
Να ορίζονται θυμάμαι οι τοίχοι τους από όγκους καφέ χώμα
γη αντί ουρανός
Να βασιλεύει πάντα ένα φως διάχυτο
μέρας συννεφιασμένης
Να έρχονται τα όνειρα με τη σειρά:
το πρώτο ήταν:
και το δεύτερο ήταν:
και το τρίτο ήταν:
Και το πρώτο έλεγε για τη γραφή
και το δεύτερο έλεγε για τον έρωτα
και μετά ήταν το όνειρο με τους τρεις πατεράδες
και μετά ήταν το όνειρο με τις δύο μητέρες
μετά το αίμα
μετά ο Δάσκαλος
ο χωρίς πρόσωπο εραστής
η με πρόσωπο τσιγγάνας αντίζηλος
ο με πρόσωπο μελαμψού τραγουδιστή θάνατος
Τα λόγια τους λακωνικά και κοφτά σαν χρησμοί
Και μάθαινες
[

ΤΑ ΞΥΛΙΝΑ ΚΙΒΩΤΙΑ
Τρέχουμε πάνω στην υδρόγειο
οδηγημένοι απ' το φεγγάρι
Θέμα ώρας ποιος πόλεμος θα μας μασήσει
Και το φεγγάρι μας σαλαγάει
δικά του πρόβατα
παραμονεύοντας με το μεγάλο αυτί του
τις απαλές κινήσεις του θανάτου.

Στις ποταμίσιες εκβολές θα μας στοιβάξει
το φεγγαράκι το χλωμό με το δικράνι
και με ακρίβεια χειρουργού
Κορμιά λευκά θροΐζοντας εκεί που σμίγουν τα νερά
κορμιά νεκρά
που τίποτα δεν υποψιάστηκαν σαν ζούσαν
Τώρα αντίσχυρα ζηλεύουνε
και των μικρών ψαριών το πηγαινέλα

Κι εμείς λοιπόν ―παραμιλούν
όσο πιο αθόρυβα μπορούν―
ποιος ο μισθός μας; κι απορούν

Στεγνή τροφή για τους μοναχικούς ταξιδευτές
λέει το φεγγάρι φροντίζοντας τον εαυτό του
και μας παστώνει ανάκατα
στα ξύλινα κιβώτια

[από τη συλλογή Τοπίο που σε λένε ποίημα]


[ΒΕΜΗ ΜΠΙΛΗ πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία πολύ μικρή, στα δώδεκα χρόνια της. Έτσι, τα δυο πρώτα της βιβλία χαρακτηρίζονται από τον τρόπο θέασης του κόσμου μέσα από τα πηγαία συναισθήματα ενός κοριτσιού. Από το «Τοπίο που σε λένε ποίημα» και έπειτα περνούν στον λόγο της τα μονιμότερα θέματα που την απασχόλησαν, πλουτισμένα από τις συχνές της αναφορές σε πρόσωπα και καταστάσεις της αρχαίας και της μεσαιωνικής ιστορίας : η αγωνία για τη συντομία του χρόνου, η έλλειψη πληρότητας του ερωτικού βιώματος, η έντονη αίσθηση της οντολογικής μοναξιάς] 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις