ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΠΙΟ ΛΕΥΚΗ ΑΠ’ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΛΕΥΚΟ ΚΛΑΔΙ ΤΗΣ ΑΚΡΗΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΜΑΣ

Το βράδυ ανάψαμε φωτιά και τραγουδούσαμε γύρω-τριγύρω: φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα, φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη, φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας, λέγε μας τη ζωή: κι όμως του πόθου το όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες. Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει. Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή την περιλούσει με ιαχές ιάμβου. Δώσε το χέρι σου – πριν συναχτούν πουλιά στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε πως επιτέλους φάνηκε να ’ρχεται από μακριά η ποντοθώρητη Ελπίδα! Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες, φίλε μου, όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι σίδερο με τι πέτρες τι αίμα και τι φωτιά χτίζουμε, ονειρευόμαστε και τραγουδάμε! (Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος – ART by GUNSAN Butterfly shield]



Βλέπω το δένδρο της καρδιάς που απλώνεται
Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβει η νύχτα την ηλεκτρική σου οδύνη
Βλέπε το δένδρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως του πόθου το όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου – πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ’ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!

Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε!

Είναι πολύχρωμα πανιά όπου κολπώνει ο αετός τη νίκη του
Χύσε φωτιά στο λάδι
Και φωτιά στο στήθος
Δεν είναι φρόνιμη γωνιά η παλαίστρα της ψυχής
Η τύχη παίρνει ένα παράξενο ύφος ηλιομάντισσας
Χορεύει για την άνοιξη
Κι η ζάλη του Μαγιού στης φουσκοθαλασσιάς τα χαμομήλια
Σκίζει το χρόνο ανοίγει διάπλατα τα φύλλα των δρυμών
Τόσο που η καρδιά του επαίτη σφίγγεται
Τα ρόδα που πετούν αγκάθια για τους χορτασμένους
Τα ρόδα που μυρίζουν αιωνιότητα
Τα ρόδα του κρύβουνε στις ίνες
Έντιμο αίμα που ζητάει εκδίκηση.

Χύσε φωτιά στο λάδι
Λόγχισε το βαρύ έγκυο νέφος
Όπου λουφάζει ο μόχτος της βροχής
Η αμυγδαλιά πλυμένη ανοίγεται αντιλάμποντας
Τα παιδιά ξαχύνονται στους κάμπους
Οι φωνές τους δεν είναι πια κουρέλια
Είναι πολύχρωμα πανιά όπου κολπώνει ο αετός τη νίκη του.

 [ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ λέξεων από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη: ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, όπου καμιά φωνή δεν πάει χαμένη στους κόρφους τ’ ουρανού και πίσω από όλα χαμογελάς και ξαναβρίσκεις την αθάνατή σου ώρα… Έτσι, του πόθου το όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά, τώρα χαμογελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες. Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή την περιλούσει με ιαχές θριάμβου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις