Η ΚΕΦΑΛΗ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ (Γυναίκα: Λέξη Πανάκεια Σύμπαντος – για να τη δούμε):

Να χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις – κλειδιά, που ανοίγουν ερμάρια ντουλάπια συρτάρια σεντούκια κουτιά γραφεία κονσόλες βιβλιοθήκες σαπουνοθήκες μπαούλα τσάντες βαλίτσες ψυχές προοπτικές - που ανοίγουν ανοίγματα στους τοίχους - που ανοίγουν διάπλατα πόρτες παράθυρα  και τα πόδια των γυναικών - που ανοίγουν κλειστά μυαλά και γραμματοκιβώτια - που ανοίγουν διαθήκες υποθέσεις μητρώα χρηματοκιβώτια (με οξυγόνο) και κρεβατοκάμαρες όπου κοιμάται κάποια ύπαρξη περιπόθητη με αντικλείδια – χρησιμοποιείτε μόνο λέξεις που απειλούν παλάτια – κουτιά με κονσέρβες της μνήμης παλιά φανταστικά καλύβια των παραμυθιών και των διηγήσεων – λέξεις που ανοίγουν σπηλιές, σωλήνες οντάδες, μυστήρια και πρατήρια – που ανοίγουν παρακαταθήκες αιώνων κι οπωροπωλεία –τάφους και κρυψώνες – λέξεις που με το διπλό και το τρίδιπλο τους νόημα καταπλήσσουν απελπίζουν μπερδεύουν, μαγεύουν και προκαλούν την αγανάκτηση στους ανίδεους και την απέραντη ευτυχία σε όσους γνωρίζουν – λέξεις μάνταλα μαντέμια και ματσούκια, λέξεις γρανάζια - λέξεις γρανάζια, λέξεις ψηφιδωτά, λέξεις ανεμόσκαλες λέξεις χαρταετοί, λέξεις διαλέξεις, λέξεις γυναικείες λέξεις φαντάσματα - λέξεις μεζέδες μπαξέδες μενεξέδες και αμανέδες λέξεις ορτύκια λέξεις ορμητήρια - και παροράματα- λέξεις σταυρόλεξα. Μόνο τέτοιες λέξεις και όχι άλλες να χρησιμοποιείτε - λέξεις κεριά λέξεις φανάρια και φαρμάκια - λέξεις κρεβάτια  λέξεις κολόνες λέξεις μπαμπάκια από χαρτόνι λέξεις μπαλόνια λέξεις κυδώνια λέξεις σαγόνια λέξεις σαλόνια λέξεις παγόνια λέξεις χρόνια λέξεις στόμια, λέξεις, λέξεις και λέξεις χελιδόνια! Σπασμένος καθρέφτης εφτά χρόνια γρουσουζιά – λέξεις γυναίκες, η γυναίκα γνώση, η γυναίκα κλάδος – η γυναίκα κάδος και των απόκρυφων επιστημών   η γυναίκα προμετωπίδα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου ανεύρετου, η γυναίκα σάλπισμα για να πέσουν τα τείχη - της ακοής - όπου τρώνε όπου μασουλάνε τα λόγια τους σαν τα φύλλα των περιβολιών οι παράτολμοι απομυζητές της ανίας οι απαίσιοι καταζητούμενοι των ορέων και των εσπλανάδων – οι χαρτοπαίχτες οι άνεργοι – του δάσους οι ύποπτοι που τριγυρίζουν κι οσφραίνονται γύρω από μια απλή συνουσία το αίμα της καρδιάς τους και που μαλάζοντάς το όπως ο χαμαιλέων  τ’ ανασηκώνουν μέσα στα χόρτα για να λάμψει πάνω στην τελευταία αχτίδα του ήλιου – η κεφαλή μιας λέξης ΜΕΔΟΥΣΑΣ – ΓΙΑ ΝΑ ΤΗ ΔΟΥΜΕ :[ΛΕΞΕΙΣ-ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ακροτελεύτιο πόνημα Νάνου Βαλαωρίτη στο βιβλίο του ΜΕΡΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, εκδόσεις Θεμέλιο 1982 ART by kansuke yamamoto bonzai]

Τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική η θάλασσα που σπαράζει πάνω στα βράχια σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά. Όμως πρέπει πρώτα να χαράξουμε στην πέτρα ένα χαμόγελο, ν’ ανάψουμε στους στίχους μερικές μεγάλες φωτιές όπως το απαιτούν οι συνήθειες των ναυαγών και η φαντασία των ποιητών. Για του λόγου το αληθές…

ΔΙΟΛΟΥ ΠΑΡΑΞΕΝΟ


Καθ’ όλο το μήκος του διαδρόμου και σε ίσες αποστάσεις αναμεταξύ τους ήταν τοποθετημένες γυναίκες – ωραίες με φουστάνια μακριά και φουσκωτά και διάφανα, μέση στενή και στήθος μέσα σ’ ένα στηθόδεσμο της μόδας του 1890, με πρόσωπα στενόμακρα, στραμμένα στον απέναντι τοίχο. Και ήταν όλες αυθαίρετες, χλωμές σαν κεριά και ακίνητες σαν να ’ταν ψεύτικες, ενώ είναι βέβαιο πως ήταν ζωντανές, ενώ είναι γνωστό πως ζούσανε, εντούτοις φαίνονταν νεκρές, σαν ταριχευμένες, καλλονές με μαύρα κατσαρά μαλλιά, όλες τους, και με μικρά καπέλα σαν κεπιά.
Στέκονταν ακίνητες κατά μήκος του διαδρόμου και σιωπηλές και δεν κοιτούσαν ούτε δεξιά ούτε αριστερά,  αλλά πάντοτε μπροστά, στον τοίχο τον απέναντι- και δεν κουνούσαν από τη θέση τους ούτε και μιλούσαν σε κανέναν. Κι αν τις ρωτούσες, κάναν πως δεν ήτανε κανείς μπροστά τους. Μα πώς υποκρίνονταν τόσο καλά; Ήταν δυνατόν να μην συγκινούνται από τίποτα; Ήταν δυνατόν να ’ναι τόσο ψυχρές- νεκρές, ανέκφραστες, αόριστες, αφηρημένες; Μήπως ήτανε πλαστικές στ’ αλήθεια και δεν το είχα πάρει χαμπάρι;
Μήπως ήταν στημένες εκεί, ομοιώματα εκπληκτικά και απαράλακτα, των γυναικών που αλήθεια ζούνε – αυτές οι ψεύτικες, οι τεχνητές; Μήπως ήταν εκεί για να μας ξεγελάσουν, εμένα και όλους τους άλλους εκείνους, τους κουτούς ανθρώπους, με «τα δώρα των θεών» τους  και να μας καταστρέψουν όλους, κι έναν έναν ίσαμε τον τελευταίο;
Διόλου παράξενο
[από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΜΕΡΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, εκδόσεις Θεμέλιο 1982]

ΚΑΠΟΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Τη γυναίκα αυτή τη συνάντησε για πρώτη φορά στο όνειρο ενός άλλου. Πάλεψε μαζί της μέχρι εσχάτων. Στο γυρισμό ένα απόγευμα απ’ το πεδίο της μάχης είδε πως είχε παλέψει μ’ ένα τέρας ψεύτικο μ’ ένα όραμα. Πήγε σ’ ένα μεγάλο εμπειρικό φιλόσοφο για να ξορκιστεί. Φεύγοντας από το σπίτι του μάγου συνάντησε τον εαυτό του. Ήταν ντυμένος άψογα απαράλλαχτα όπως χτες, με τα ρούχα της δουλειάς: αξίνα στο δεξί του χέρι, φτυάρι στον ώμο και βιβλίο στο αριστερό – δισάκι στη μέση. Προχωρούσε με μάτια ορθάνοιχτα  σαν υπνοβάτης προς την υποτιθέμενη υποσυνείδητη ευτυχία του μηδενός που τη γνώριζε από παιδί, στο πρόσωπο μιας μικρής γειτόνισσας του. Το ανάστημά του δεν ξεπερνούσε τους ψηλότερους θάμνους του κήπου του παππού της. Από τότε του γυρεύανε διάφορες αφορμές οι εργένηδες. Τις σημείωνε όλες σ’ ένα σημειωματάριο γιατί είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να τους εκδικηθεί μια μέρα όταν θα δημοσιεύονταν τα γεγονότα ή τα λόγια. Τώρα ερχόταν η σειρά του άλλου να κάνει το κομμάτι του. Θα τ’ ανεχόταν ως ένα σημείο.  Από κει και πέρα θα πατούσε το φρένο της συνείδησής του ως το πάτο. Δεν θα ’ταν υπεύθυνος για τα κεφάλια που θα ’πεφταν ούτε για τους πανηγυρικούς που θα ’βγαζαν πιστεύοντας κάθε λέξη οι νικητές της ημέρας. Το σούρουπο όταν όλα θα χαμήλωναν, οι φωνές, το φως τα στόρια και τα βλέφαρα και τα σπουργίτια, θα έστελνε στο διάβολο ένα μπουκέτο μενεξέδες,  θα έστελνε στο διάβολο τις παρέες, τα χαρτιά και τα συμβεβηκότα της ημέρας. Θα ήταν επιτέλους ελεύθερος από την ύπουλη κηδεμονία της ηθικής πυξίδας. Θα έκανε ό,τι του κατέβαινε. Όταν ξύπνησε μέσα στην πολυθρόνα του παρόντος, του είχε κλέψει το πορτοφόλι του κάποια γυναίκα που τον είχε φιλήσει στο στόμα την ώρα που κοιμόταν. Αργότερα στο καθρέπτη του σπιτιού του είδε τα κοκκινάδια της πάνω στα χείλη του διαπιστώνοντας κι αυτός το αδιαφιλονίκητο του συμβάντος. Δεν είχε φυσικά κανένα λόγο να δώσει σημασία σε υπερφυσικές ερμηνείες όταν όλα θα μπορούσαν να εξηγηθούν μ’ ένα απλό: πώς είπατε παρακαλώ
[από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΜΕΡΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, εκδόσεις Θεμέλιο 1982]

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
Ζούμε φυσικά μέσα στην πιο απόλυτη τηλεπάθεια αν κρίνω απ’ τα λίγα παραδείγματα που έχω – επικοινωνούμε μέσα από ανυπόφορα κενά και από διαστήματα που θα τρόμαζαν κάθε εξερευνητή. Φτάνουμε στο ίδιο συμπέρασμα ακριβώς χωρίς υπολογισμό – χωρίς προκαθορισμένη τροχιά. Είμαστε μαθηματικώς ταυτόσημοι και ψυχικά ανάλογοι μ’ ένα μυστηριώδες βεληνεκές που δεν μπορεί να τοποθετηθεί στα συνηθισμένα πλαίσια των γεγονότων και των γιγαντιαίων των γήινων βλημάτων – είμαστε εκ γενετής παράλληλοι – κάθε φορά που υπάρχει ο ένας υπάρχει κι ο άλλος – ο δαίμονας ή ο άγγελος. Εμφανίζεται κάθε φορά η ηδυπάθεια, τη μεταχειριζόμαστε σαν να ’τανε μια ωραία ξένη –μια κυρία περαστική στην πόλη μας που την τιμούμε φυσικά με παρουσιάσεις όπλων με γρήγορες ματιές και επισκέψεις και χειροφιλήματα μέσα σε κατάκλειστα αυτοκίνητα – είναι δηλαδή μια εταίρα. Οι σκέψεις μας συσσωρεύονται όλες σ’ ένα σημείο του σύμπαντος, κι από κείνο το σημείο –μάντεψε ποιο είναι- χωρίς καθυστέρηση, χωρίς δάκρυα, χωρίς αρωματικά, ξεκινούν τα πάντα. Στον καφενέ όπου συχνάζουμε μας ξέρουνε μ’ ένα όνομα Περσικό. Μας ξέρουνε ως Δαριούλ ή Σιρούλ –και τα σχετικά. Όσο για τη Σαχνάζ, την πριγκιποπούλα των παραμυθιών, τη βλέπουμε κάθε φορά που θα τη φανταστούμε, μέσα από καπνούς κι αναθυμιάσεις μεθυστικές οπίου. Η παλιά θρησκεία της Φωτιάς έχει αντικατασταθεί με κάτι υποσχέσεις Πιλαφιού σε άλλους κόσμους. Αλλά ποιος – εκτός από τους αφελείς, πίστεψε ποτέ σε τέτοια; Όλα είναι δυστυχώς προεξοφλημένα αφού μια μέρα θα πεθαίνουμε, κι ο τρελός στο τέλος έχει δίκιο: Δε θα ’πρεπε να θέσει κανείς εκτός νόμου –θεληματικά- για μια γενιά ολόκληρη την ανθρωπότητα; Δε θα ’πρεπε να μη γεννάμε παιδιά –αφού είναι φανερό πως τα γεννάμε για να καταναλωθούν από το μυστικό Μολώχ που φανερά κατασκευάζουμε στα εργοστάσια τα κρυφά, τα υπόγεια (οι βόμβες του Ιουλίου Βερν θα χλόμιαζαν μπροστά τους) «Ή βόμβες λοιπόν κύριοι, ή παιδιά –αλλιώς θα απεργήσουμε σεξουαλικά για πάντα» Η ομιλήτρια είναι μια ξανθιά και συμβουλεύει στείρωση στα βρέφη που γεννιούνται. Προχωρήσαμε πιο πέρα. Καιρός ν’ αποσυρθούμε ανέπαφοι, καλύτερα μια γης που θα ’ναι έρημη κι ειρηνική γεμάτη τάφους, παρά μια γη μ’ εγκαύματα φριχτά απ’ άκρου εις άκρον, καλύτερα να ’ρθουνε απ’ άλλους κόσμους μυστηριώδεις ξένοι και να κάνουν υποθέσεις και ν’ αναρωτιούνται γιατί μια μέρα εξαφανίστηκε όλος ο κόσμος χωρίς αιτία φανερή. Καλύτερα το στάρι να φυτρώνει άγριο κι ο προτελευταίος άνθρωπος να τριγυρίζει μόνος του στην ερημιά –ενώ περνάει μέσα απ’ το μυαλό του αόριστη χαώδης μια ανάμνηση. Έτσι θα ’πρεπε να τελειώσουμε και όχι αλλιώς: Sic transit Gloria Mundi.
[από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΜΕΡΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, εκδόσεις Θεμέλιο 1982]

Γυναίκες χωρίς στόμα σαν σταυρόλεξα που σχηματίζουν δρόμους. Σπίτια χωρίς πατώματα, πόλεις χωρίς σπίτια, χαλάσματα δίχως ερείπια. Σκέψεις χωρίς εγκέφαλο, εγκέφαλος χωρίς ρυθμό. Κύματα χωρίς νερό… Η στυγνή πραγματικότητα εμφανίστηκε ένα πρωί στην πόρτα μου. Φορούσε καπέλο ψάθινο με κεράσια και φορτωμένο με πολλές αναμνήσεις από το παρελθόν καθώς και με φοβερές απειλές για το μέλλον. Μιλούσε με φωνή ένρινη και βαστούσε το χέρι της μπροστά στο στόμα της για να μην φανεί πως της έλειπαν δόντια.Ήταν φυσικά σεμνότυφη και δεν δεχόταν καμιά πρόταση γάμου ή άλλης φύσεως. Καθώς θα ξέρετε  είναι φιλόλογος, και ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά όλα τ’ αρχαία κείμενα και τα λεξικά τα ’χει αποστηθίσει. Η χρονιά που εμφανίστηκε ήταν δίσεκτη, όταν δηλαδή κανείς δεν ήξερε που του πηγαίνουν τα τέσσερα. Η Πούλια με το γυμνό μάτι είναι ένας ακαθόριστος ορμαθός αστεριών μια διάχυτη λάμψη ενώ με το τηλεσκόπιο εφτά άστρα λαμπερά που ονομάζονται οι Εφτά Αδελφές στη λαϊκή μυθολογία, κι αναρωτιέμαι καμιά φορά αν τα μάτια των ανθρώπων δεν ήτανε κάποτε πιο διαπεραστικά απ’ τα δικά μας κι αν δεν βλέπανε μέσα στο διάστημα, πράγματα που έχουν σβήσει για τα δικά μας μάτια. Ήταν λοιπόν εκείνη μια από τις Εφτά Αδελφές, η πιο άσχημη γι’ αυτό δεν είχε παντρευτεί και ούτε είχε ποτέ ελπίδα να βρει άνδρα μια γυναίκα ερμαφρόδιτη σωστό τέρας και σχεδόν μυστακοφόρος τόσο που λίγο ακόμα και θα ’τανε τσολιάς και η λαγνεία της κρυφή τη φύλαγε μέσα της,  μα για τα μάτια του κόσμου έκανε την αθώα και την παρθένα και την Παναγία. Έβαλε ένα δίσκο στο γραμμόφωνο. Τσίριζε, αφόρητα μια χαλασμένη φωνή και η βελόνα γρατζουνούσε το δίσκο, και τα νεύρα μου άρχισαν να σχίζονται. Ήταν ο μόνος τρόπος να αποφύγω να κάνω έρωτα με τη στυγνή πραγματικότητα που ’χε τώρα μεταμορφωθεί σε γυμνή πραγματικότητα. Δηλαδή, σε ρεαλισμό σοσιαλιστικό ή άλλο, το ίδιο κάνει... Παντού είναι εξίσου αφόρητη η αντιμετώπισή της, μ’ όποιο κοινωνικό σύστημα κι αν εμφανίζεται [ΣΤΥΓΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΧΩΡΙΣ, από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΜΕΡΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, εκδόσεις Θεμέλιο 1982]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις