ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ και των ΧΡΟΝΩΝ του ρήματος «ΕΡΧΟΜΑΙ»

Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν από τον έναν άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη στον άλλο και στον άλλον του μεγάλου αστερισμού των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος: ΕΡΧΟΜΑΙ… παρωχημένα αισθήματα και πρόσωπα σε χρόνο πάντα Υπερσυντέλικο κι όταν ακόμα τα πιστεύουμε ενεστώτα. Ποιες και πόσες πιθανότητες «απόδοσης» έχουν οι «υποθέσεις» τους; Του «Πραγματικού» λόγου χάρη, που σ’ έσχατη ανάλυση είναι άσκοπο να το προϋποθέτεις, γιατί σημειωτέον, πως όσες υποθέσεις κι αν επισωρεύσεις, η απόδοση είναι το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ: «αν υπάρχουν βωμοί, υπάρχουν και θεοί» (τότε, δηλαδή, γιατί να το υποθέσεις; Μόνο που ’μπαινες συχνά στον πειρασμό να ρωτηθείς: Υπάρχουν; Πού ’ναι τους λοιπόν;) [από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΑΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ «έρχομαι» - Εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1980 και, ως κατακλείδα ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ: ποιες και πόσες πιθανότητες «απόοδοσης» έχουν οι «υποθέσεις τους – ART by Fudaryli Theory of relativity)



Ο ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ με τον ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟ δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως ούτε οι σαθρές της Ευκτικής και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δεν μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα με ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» και «είχα έρθει»
Τότε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τώρα τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα το απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».

Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ερχόσουνα, να ερχόσουν και τι να ’ταν)
ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω», «όταν έρθω», «για να ’ρθω»:
Υποθέσεις δίχως θέσεις
Σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που δια μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στις Προστακτικής τις παραισθήσεις

Μ’ άλλα λόγια, ό,τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θε μου, τόσο ευχετική!)
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ’ρθεις, ξεκίνα
είναι τέσσερις, στις πέντε να ’σαι εδώ»

Ενώ η Προστακτική δεν είναι επίτευξη
πρόκειται για μια μονάχα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάρη
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθειν»;
ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις
ίσως και να ’ρχοσουνα, να ’ρθεις, αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουν γυμνός και αμέτοχος
στης Μετοχής τη μπλόφα:
Ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α ναι- κι ελθόντες:
Εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο
που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.

ΑΦΑΙΡΕΣΗ (από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ και ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ «έρχομαι»)
Μου ’πες: ένα το κρατούμενο
δύο, τρία, τέσσερα
και συνέχισες –θυμάμαι- να μετράς και να κρατάς.
Μόνο που δεν άκουσα καλά:
ήτανε κρατούμενα
αφαιρετέου ή προσθετέου;
Η ελπίδα βέβαια μιας πρόσθεσης
σπαρτάριζε βαθιά κι αόριστα στους υπολογισμούς μου.
Ωστόσο στο τέλος
όλα σχεδόν απόμειναν κρατούμενα
-τα υπόλοιπα: μηδέν-
κι όπως τελείωσες
τα πήρες φεύγοντας μαζί σου.
Επρόκειτο λοιπόν για αφαίρεση.
Δεν σου ’πα λέξη κι άλλωστε γιατί;
Ακόμα κι αν δεν ήταν μια αφαίρεση σωστή
την είχες κάνει μ’ όλους τους κανόνες

ΠΩΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΤΣΙ (από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΙΣΕΩΝ και ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ «έρχομαι»)
Πριν μπεις σχεδόν
ακόμα στη ζωή μου, χάθηκες.
Μετά τα: χάρηκα και θα τα ξαναπούμε
δε συναντηθήκαμε ποτέ μας πια.
Τι χάθηκες,
μάλλον θα ’λεγα εξατμίστηκες
σα στάλα από νερό
κάτω από τον αδυσώπητο
φρενήρη ήλιο του Ιουλίου.

Πώς γίνονται έτσι, Θεέ μου, όλα αυτά;

Να έχει ήδη ξεκινήσει μια θύελλα
να θρασομανάει μια πυρκαγιά
κοντά τόσο κοντά
μια φρενιασμένη θάλασσα ν’ αφρίζει
στα πόδια σου μπροστά
κι από τη μια στιγμή στην άλλη
ψάχνεις
σπίθες που σβήνουν μες στάχτη μοναχά
μια ανάσα ανέμου
μόλις που σ’ αγγίζει από μακριά
ένα κουρασμένο κύμα που πεθαίνει
φτάνοντας,
σαν από τόσα-τόσα χρόνια  πριν
σαν από τόση απόσταση απροσμέτρητη
σε κάποια μυθική σχεδόν ακρογιαλιά

ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟ (από την ποιητική συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΤΕΡΧΟΜΕΝΟΣ)
Αισθάνθηκα και πρόσωπα σε χρόνο υπερσυντέλικο
Παρωχημένα ανέκαθεν
και τότε ακόμα που τα ενόμιζα, ενεστώτα.

«Είχα ζητήσει» λόγου χάριν – τόσο να σε βρω
δεν σ’ είχα βρει,
αν και ισχυρίζεσαι πως το πιο πολύ
μ’ είχες εσύ αναζητήσει,
γράφοντας γράμματα αναρίθμητα
θαμμένα τώρα
κάτω από την κάθετη ψυχρή βροχή της Δοτικής:

Εν Λαμία –θυμάμαι-
Εν Αθήναις – θυμόμαστε-
τη δωδεκάτη πρώτου, έτους
έτους… ποίου;
Δεν είναι δυνατό να ξέρω πια,

Πάντως, εκείνων των εντάφιων ημερών
παρωχημένα αισθήματα και πρόσωπα
σε χρόνο πάντα υπερσυντέλικο
κι όταν ακόμα τα πιστεύαμε ενεστώτα.

Βαβούρης Σταύρος, Υποθετικοί Λόγοι: ποιες και πόσες πιθανότητες «απόδοσης» έχουν οι «υποθέσεις» τους;
Του «Πραγματικού» λόγου χάρη, που σ’ έσχατη ανάλυση είναι άσκοπο να το προϋποθέτεις, γιατί σημειωτέον, πως όσες υποθέσεις κι αν επισωρεύσεις, η απόδοση είναι το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ: «αν υπάρχουν βωμοί, υπάρχουν και θεοί» (τότε, δηλαδή, γιατί να το υποθέσεις; Μόνο που ’μπαινες συχνά στον πειρασμό να ρωτηθείς: Υπάρχουν; Πού ’ναι τους λοιπόν;)

Το αντίθετό του: το ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ
έμενε και μένει απραγματοποίητο…
Παίζαμε με τις λέξεις και το λέγαμε
και το ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.
Αλλά όπως και να το ’λεγες
ποιο θα ήταν το όφελος να επαναλαμβάνεις:
 «Ε μ φς εχομεν …»!
Φως είχομεν και φως όμως δεν είδαμε ποτέ (εκτός από το μαύρο ξέρετε,
το μαύρο και μονάχα αυτό).
Η απόδοσή του οριστική δυνητική.
Πιθανός δυνητική, μα οριστική;
Καθόλου.
Αόριστη απολύτως, τουναντίον:
« μοιοι τος τυφλος ν μεν» 
(στα πιο πολλά οι πιο πολλοί από μας δεν είμαστε όμοιοι τος τυφλος;
Γιατί λοιπόν «ν μεν»;)

Μετ ά το ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝΟ.
Ε, από προσδοκίες, τίποτε άλλο.
Εξ άλλου αυτές
είτε με οριστική ενεστώτα στην απόδοση
είτε με μέλλοντα
έχουνε καταντήσει – αν δεν ήταν από πάντα-
μια διαπίστωση
που «επαναλαμβάνεται εις το διηνεκές»:
«ν γγς λθ θνατος, οδες βολεται θνσκειν».
 (δηλαδή πεθαίνεις,
θέλεις ή δεν θέλεις –ποιος το θέλει;-
πεθαίνεις τελικά).

Πρόκειται στην ουσία για το είδος
«της απλής σκέψης του λέγοντος»
που είναι απλή σκέψη του λέγοντος
είτε σπουδαία είτε ασήμαντη
σχήμα λόγου
προϋπόθεση του βρόντου
με ευκτική δυνητική στην απόδοση.
Άντε τώρα, να ’βρεις προκοπή
πήγαινε πιο πέρα
κέρδισε λίγο χώρο –αν είναι δυνατό-
μ’ επιχειρήματα ευκτικής δυνητικής.

Προς το παρόν λοιπόν
για οτιδήποτε άλλο
ούτε λόγος πια.
Μαγκώσαμε το κόμμα της υπόθεσης
του Απραγματοποίητου.
Ούτε στην απόδοσή του καν δεν προχωρήσαμε
που όσο και να ’ναι
ανοίγει κάποιες προοπτικές.

Εκεί και μείναμε
Στο μαύρο –ξέρετε- στο μαύρο,
μονάχα σ’ αυτό.

Ο Σταύρος Βαβούρης γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1925 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κι εργάστηκε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Το 1952 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με την ποιητική του συλλογή «Εδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα». Είχαν ήδη προηγηθεί, από το 1945 και μετά, δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά. Από την επίσημη εμφάνισή του μέχρι και το 1985, εξέδωσε 12 ποιητικές συλλογές, 2 επιλογές ποιημάτων του, 1 κριτικό δοκίμιο και 1 συλλογή 4 διηγημάτων. Το 1986 πήρε το β΄ κρατικό βραβείο ποίησης –διά χειρών Μελίνας Μερκούρη– για τη συλλογή του «Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα» (1985). Εξέδωσε 4 ακόμη ποιητικές συλλογές, από το 1987 μέχρι και το 1999, αλλά και 1 νέα επιλογή ποιημάτων του. Από τους ιστορικούς και κριτικούς της λογοτεχνίας μας έχει καταταχθεί στην πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις