ΜΑΘΕ ΜΕ, ΛΕΞΗ, ΝΑ ΜΗΝ ΣΠΑΡΤΑΡΩ ΟΤΑΝ ΜΕ ΚΟΒΕΙΣ! Δικός σου, ο ποιητής.

Αν θέλω να μ’ αγαπήσετε για ό,τι γράφω, πρέπει να τραβήξω περόνη μέσα μου!.. Θεέ της γραφής, φύλαγέ με από τα μικρά ζαχαρωτά σπιτάκια που μέσα τους θάβομαι ζωντανή γιατί δεν τολμώ να σπάσω την πόρτα σοκολάτα (ή προτιμώ να την φάω, όπως άλλωστε και το τελευταίο ποίημα που ξέχασα πως έγραψα…) Το δύστροπο βέλος του εαυτού ησυχάζει τις νύχτες τούτες και δεν φορώ κανένα δαχτυλίδι προδοσίας στα δάχτυλα πού άρμεξαν τους μικρούς θεούς των φυλλωμάτων. Και το Ποίημα το ξέρει… Και γεννιέται ατάραχο  [κτερίσματα στίχων από τις ΧΑΜΗΛΕΣ ΟΚΤΑΒΕΣ της Στέλλας ΔούμουART BY Duy Huynh Πίνακας]

Την ποιητική γραφή του βιβλίου αυτού (ΧΑΜΗΛΕΣ ΟΚΤΑΒΕΣ), χαρακτηρίζουν η τολμηρή μεταφορικότητα, η κρυπτικότητα του νοήματος, η χρήση έντονων ποιητικών εικόνων, η αρκετά συχνή καταφυγή στον μύθο, ιδίως τον οδυσσειακό, προκειμένου να εκφραστούν μύχιες καταστάσεις, ψυχοσυναισθηματικές εντάσεις ή και αγωνίες ενός ποιητικού υποκειμένου συχνά προσδιορισμένου γραμματικά ως γυναικείου. Η μεγάλη ένταση ωστόσο των συναισθημάτων ελέγχεται και συγκρατείται χάρη στο χαμηλό τόνο της ποιητικής έκφρασης (έτσι μπορεί να ερμηνευτεί ο τίτλος Χαμηλές οκτάβες) ο οποίος επιτυγχάνεται μέσω της ασφαλούς γνώσης των ποιητικών τεχνικών και της επιδέξιας χρήσης ιδίως του μύθου που κάνει καθολικά τα νοήματα. Η μορφή των ποιημάτων είναι ο ελεύθερος στίχος χωρίς ιδιαίτερη ρυθμική οργάνωση. (Από το σκεπτικό του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός για την βράβευσης της συλλογής "Χαμηλές οκτάβες")

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ
Το σκηνικό έχει από καιρό στηθεί
Το έρημο σπίτι, τα πεινασμένα δωμάτια
και μια σκόνη εγκάθετη τραβούσε απ’ τα μαλλιά
την ακαμψία των πεθαμένων επίπλων.

Αίφνης,
ο ξερόβηχας ενός πίνακα αιωρήθηκε.
«Πώς κατορθώνονται, οι πινελιές να ρέουν,
να μιλούν, να ανασαίνουν;»
Κοιτούσα με μάτια γυμνά την αυλή
που ήταν άμμος και την πατούσα
και τη θάλασσα που έτριζε ήρεμα
καθώς άνεμος κανένας δεν
κινούσε το δειλινό τοπίο,
δεν το παράλλασσε και δεν το αιφνιδίαζε.
Μια πολτώδης σιωπή.
Η γυναίκα κοιτούσε.
Το φόρεμά της δροσερό, στο κίτρινο δοσμένο.
Ένα κουκούλι που τη γεννούσε.

Το θέμα εξελίχθηκε.
Το πλάσμα αυτό το δειλινό
στης θάλασσας την πρώτη αγρύπνια
έμοιαζε να προσεύχεται,
όταν απροσδόκητα
πέρασε ένα φεγγάρι. Αιχμηρό.



Σχίσθηκαν ήχοι
στης βεντάλιας της το ολόγραμμα,
μετακινήθηκαν βουνά και ο ορίζοντας.
Γυρίσανε τα συκώτια του ουρανού
και μελάνιασε ο τόπος
καθώς γρύλισαν μέσα της
τα μέγιστα της λύπης τα μυδράλια.

Και τότε πρόσεξα. Το είδα καλά
από τα μάτια της
έβγαινε όλη αυτή η θάλασσα…

Όταν βγήκα στο δρόμο χρόνια μετά
ήταν πρωί,
ήταν χειμώνας,
και είχα λερώσει
τα ρούχα μου με κίτρινη μπογιά.
α, ναι…
«κι έκλαιγε ένα πουλί σαν άνεμος»
 [Στέλλα Δούμου, από τη βραβευμένη συλλογή ΧΑΛΗΜΕΣ ΟΚΤΑΒΕΣ]

H ΜΑΧΑΙΡΙΑ
Είχα καιρό να σε δω. Με φίλησες μ’ ένα φιλί όλο λάσπη. Ο τοκετός της σελήνης έσταζε κίτρινο στα έλη των ματιών σου – έτσι μου φάνηκε. Σε φοβήθηκα λίγο, σαν πως φοβάται κανείς κάτι που πέφτει καταπάνω του. Το κατάλαβες.
«Έτσι κρεμιέμαι στις αβύσσους», είπες.
Το παλτό σου ήταν από στάχτη θαρρώ. Ο υπόλοιπος έλειπες. Μιλήσαμε τυπικά, αμήχανα. Οι λέξεις βγαίνανε απ’ τα χείλη σαν αριθμοί από κληρωτίδα. Το μουσικό κουτί των παλαιών ημερών είχε πια σπάσει –το ήξερες–, κι όλο ψέλλιζες πως ήσουν για χρόνια σε νεκροταφείο πουλιών. Φυσικά, δεν ήταν αλήθεια, μα έπρεπε να εφεύρεις μια μάχη θετή να πληγώσεις την αλήθεια.
Από τότε που.
[Ήταν ένας άρρωστος Οκτώβρης, και φυσούσε χλιαρά και ξεκούρδιστα∙ οι αρτηρίες του φωτός καταραμένες! φώναζε, φώναζε, φώναζε, ώσπου έγινε όλος μια πληγή. Με πήλινη πίστη πήρε ένα μαχαίρι, κι έκοψε όλα τα «θα» απ’ τη ζωή τους. Όταν, εντέλει, κάποτε τον πήραν, χαμογελούσε σαν κάτι ν’ αγκύλωνε το σπασμένο του πρόσωπο.]
Ακόμα εξέχουν καρφιά στο πρόσωπό σου
και η μαχαιριά στον τοίχο
όταν σβήνει το φως
γεμίζει αίμα.

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΗΤΑΝ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ
Ήταν μια κόλαση όλο φλέβες ιλίγγου.
Παμπάλαιοι ρόγχοι σε πνευμόνια λυρικά
και σε έγχρωμα δάση
κουδούνια από άγνωστα ζώα – εμείς.
Και είπες να πάρεις έναν χρόνο έκθετο
και να τον κάνεις δικό μας παιδί.
Ο χρόνος ήταν κοριτσάκι,
εσύ λύκος επίορκος
και όλα γίνανε σα να τα ’χε γλείψει φωτιά.
Αυτά, όταν δεν προσέχεις σε ποιο παραμύθι ακουμπάς τις ζωές μας.

ΕΠΙ ΠΑΤΩΜΑΤΩΝ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ
Εξ αγχιστείας αγαπημένοι
σε ρωγμές μοιραστήκαμε
κάποτε πήλινοι, κάποτε γυάλινοι
ποτέ όμως ολό-κληροι. Ένα Σίγμα που έλειπε…
*
Η γριά καρέκλα στην κυλιόμενη νύχτα δίνει όνομα: Απουσία τεταμένη.
Στο μήκος του μεσότοιχου κορδώνονται ήχοι
-βεβαίως άνθρωπος δεν φανερώθηκε, μόνο η ιδέα του.
Δαμόκλειο ρολόι στον υμένα του τοίχου, πιστώνει σπασμένους λαιμούς σε χρόνο κάθιδρο.
 [Στέλλα Δούμου από τη βραβευμένη συλλογή ΧΑΜΗΛΕΣ ΟΚΤΑΒΕΣ]

ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΕΣ
–  Τί κάνεις εκεί, κοριτσάκι μου; είπε η Νύχτα.
–  Φυτεύω μανδραγόρες, κυρία, στον αγρό.
–  Και τί θα τους κάνεις εσύ τους μανδραγόρες, κοριτσάκι μου;
– Τη ρίζα τους θα νανουρίζω να μην κλαίει μες στο βαθύ σκοτάδι.
Κρέμασε, καλή κυρία, το φεγγάρι σου για σκιάχτρο…
– Σ’ αυτόν τον τόπο που φυτεύεις δεν ζούνε πια οι παιδικές ηλικίες. Και το χώμα
είναι νεκρό, δεν ανασαίνει. Γιατί δεν κάνεις δικό σου παιδί να το νανουρίζεις;

– Γιατί απ’ τη μεριά που έσπασε ο χρόνος, καλή κυρία, ξεχύθηκε
μια πολυτάραχη βροχή, κι εκεί που φιλιόντουσαν δυο δρόμοι, χάθηκε το παιδί μου
κι ας του ’χα ράψει επάνω στα μαλλιά του άνεμο
στις τσέπες σπόρους της αυγής και την αγάπη μου να γλείφει όταν διψάει.
Μην το ’δες, καλή κυρία; Φορούσε ακόμα τα ρούχα του τα παιδικά
και είχε βαμμένο το στόμα από σταφύλια και φιλιά
και στου μετώπου του το μάρμαρο
σημάδι έλαμπε, του αθώου.

Το επίτευγμα της ορμής άγνωστο περιθώριο. Βεβαίως και φύονται οι γκρεμοί. Αρκεί κενό και αόρατο κάλλος. ξεκούμπωτο το κεφάλι, μετ’ ου πολύ και ημίσκληρο. Στην τραχεία όλα τα σκουριασμένα νανουρίσματα. η τελευταία ώρα ήταν έξαψη σπλάχνων ανάδρομων και το σύμπαν αδιαφόρησε. Καθ’ ότι δεν εκτιμά τις υπερβάσεις. Κάθε ειρκτή ανοιχτή. Θέλεις μένεις, θέλεις βγαίνεις. Μην εξηγείς το φως σαν να ’τανε μουντζούρα!  [Στέλλα Δούμου]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις