ΕΓΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΚΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΕ ΒΑΦΤΙΣΕ ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ…

… κι όταν μεγάλωσα και γνώρισα τη νύχτα, έγινα γλώσσα και γραφή για να κερδίσω την καρδιά σου. Κι εσύ το αίμα σου το έδωσες σε δένδρο λησμονιάς. Πού να ’ξερα να γίνω χώμα να με θυμάσαι στη βροχή στη ρίζα σου βαθιά…  Όλες οι λέξεις μου σε όνειρα τελειώνουν κι όλες οι θάλασσες μπροστά σου χαμηλώνουν. Όλες οι σκέψεις μου αρχίζουν χελιδόνια, κάθε φτερό και φόβος της φωτιάς σου, κάθε μου πέταγμα παιχνίδι στη ματιά σου… Μη ρίχνεις βράδυ στην καρδιά, τόσο φεγγάρι που θα βρω να ταξιδέψω στο κορμί σου; Για φόρεσε τη θάλασσα να δω το κύμα πώς σε πάει και δέσε τα μαλλιά σου με πουλιά να φανεί ο ουρανός. Έτσι να γυρνάς στον κόσμο να σε λένε τα δένδρα ρίζα του νερού κι εγώ σαν βροχή στο σώμα μου να σε γιορτάζω (κτερίσματα στίχων από τη συλλογή  του Διονύση Καρατζά ΠΟΤΕ ΜΙΛΑ ΠΟΤΕ ΦΙΛΑ  – στη φωτογραφία κι άλλοι «ιδιόχειροι» στοχασμοί του για την ποίηση)



ΔΕΝΔΡΑ ΝΕΡΟΥ
Θα μαραθούν πολλά φεγγάρια
για να γυρίσ’ η θάλασσα σε λόγο,
να λάμψει ο βράχος στο χάσμα της καρδιάς,
το κύμα να ντυθείς σαν ζώνη στο κορμί σου
και να κεράσεις απ’ το μέλι των ματιών σου
ναυαγούς κι απαρνημένους.
Θα μαραθούν πολλά φεγγάρια
για να μου μαθ’ η νύχτα το τραγούδι,
να γίνει ο μύθος κουβέντα τρυφερή,
τον όρκο ν’ αρνηθείς που έκανες στην τύχη
και να φωτίσεις απ’ την άκρη της ψυχής σου
ναυαγούς κι απαρνημένους.

ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Όλες οι λέξεις μου σε όνειρα τελειώνουν
Νύχτες βροχής ανθίζουν στο κορμί σου
Κι όλες οι θάλασσες μπροστά σου χαμηλώνουν
Όρκους και ευχές που έκανες θυμήσου
Μέσα στα χέρια σου τα θαύματα
παγώνουν
Χελιδόνια της βροχής…
Όλες οι σκέψεις μου αρχίζουν χελιδόνια
Κάθε φτερό και φόβος της φωτιάς σου
Κάθε μου πέταγμα παιχνίδι στη ματιά σου
Όρκους κι ευχές που έκανες θυμήσου
Μέσα στα χέρια μου τα θαύματα παγώνουν
Χελιδόνια της βροχής

ΞΑΣΤΕΡΟΣ ΠΟΝΟΣ
Πώς αντέχεις και περνάς απ’ τ’ όνειρο
καπνίζοντας άχρηστους ανέμους;
Δε φοβάσαι φαίνεται τη νύχτα των αγγέλων
ούτε γνωρίζεις βέβαια τη γλώσσα της βροχής.
Αλλιώς θ’ άναβες στο φεγγαράκι προσευχή
και θ’ άκουγες το μυστικό τραγούδι της καρδιάς μου.
Πώς αντέχεις και περνάς απ’ τ’ όνειρο
πιστεύοντας σε άδικα φεγγάρια;
Δε θυμάσαι π’ άστραψες στη δίνη του καιρού μου
ούτε ξεχνάς τη θάλασσα την ώρα του βοριά.
Ξανά σέρνεις το σιωπηλό σου χορό
και χύνεσαι σαν κεραυνός που παίρνει και το φως μου.

ΑΓΙΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ
Ξεροί καημοί και νερό θαλασσινό
το σώμα σου κόλλησε στο σώμα μου
με τον πανσέληνο πόνο του χειμώνα.
Ακούς νερά που χύνονται στα μέσα των ποδιών σου;
Ανάμεσα στα όνειρα σπαράζει η ζωή μας,
ανάμεσα στα όστρακα παφλάζει η καρδιά μας.
Άγιος ο Έρωτας, άγιος καημός
δικός μου και ο Αύγουστος
με τις μεγάλες μνήμες.
λέω μάτια μου κι αστράφτει κεραυνός
θέλω θάλασσα κι ανοίγει ουρανός.
Πάνω από την θάλασσα, στη μεριά του ανέμου
στα μαύρα ντύνεσαι κι ανοίγεις το σκοτάδι
σηκώνεις τα άστρα σε χορό
και το κορμί μου σ’ άγριο ποτάμι.
Άγιος ο Έρωτας, άγιος καημός
δικός μου και ο Αύγουστος
με τις μεγάλες μνήμες.
λέω μάτια μου κι αστράφτει κεραυνός
θέλω θάλασσα κι ανοίγει ουρανός.

Τις λέξεις όταν παλιώνουν, να τις ρίχνετε στα ποιήματα (γιατί) μέσα σ’ αυτά θα ξανάβρουν την αλήθεια και τη λάμψη τους:
Αν όμως σας πέφτει μακριά η ποίηση, να τις κρατάτε σε βαθιά σιωπή και σε υγρασία σώματος. Να προσέχετε να βρίσκονται διαρκώς κοντά σε παιδιά, σε φωτιά και σε έρωτα. Προπάντων να τις συντηρείτε σε κατάσταση γραφής… (γιατί) Γράφοντας ποίηση, θα πει ο Διονύσης Καρατζάς, διεκδικώ το δικαίωμά μου να πάρω από τη γλώσσα αποζημίωση ψυχικής οδύνης και ηδονής. Νιώθω ελεύθερος να ασκώ το καθήκον μου. Να διεγείρω έρωτες αιώνιους ή μάταιους, αδιάφορο. Θέλω να ζω, δηλαδή, να πάλλομαι στο ρυθμό του κόσμου. Για τούτο, εξασκούμαι στις τέσσερις πράξεις της συγκίνησης. Διαίρεση για να διασώζω τη μοναδικότητα, Αφαίρεση για να βρίσκω την ουσία, Πρόσθεση για να πλουτίζω από τον Όμηρο στους Προσωκρατικούς κι από το δημοτικό τραγούδι στο Σολωμό και στον Ελύτη. Τέλος, Πολλαπλασιασμό για να προσφέρω τη βαθιά χαρά ή τον καθαρό πόνο της συμμετοχής. Να γιατί μιλώ για έρωτα και για ταξίδι στο άλλο με το λόγο… «Όποιος θέλει να λάμψει, πρώτα καίγεται». Το ταξίδι της γλώσσας δεν τελειώνει κι αυτό είναι η χαρά της ποίησης.

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΒΓΗΚΑ ΣΕ ΘΑΛΑΣΣΑ, άγνωστος να δουλεύω ακούραστα, δένοντας στα κύματα αφρό.
Τέτοια τύχη δεν την έχουν πολλοί. Δεν έχω να ζηλέψω κανέναν. Πλάθω τις ελευθερίες των σχημάτων για κάθε επιθυμία.  Μόνο που δεν έμαθα ακόμη να απολαμβάνω τον πλούτο μου. Και να, τώρα που ανοίγουν πάλι οι φλέβες μου και αγγίζομαι αδύναμος, επιστρέφω στα σκοτάδια και στα παραμύθι. Μέσα τους σκαλίζω τον χρόνο και το φως. Έτσι κι αλλιώς, η Άνοιξη έρχεται. Την ακούω που τρίζει σαν παράπονο και σαν απόφαση. 
Όσο μεγαλώνω, τόσος ονειρεύομαι
(από την ποιητική συλλογή του Διονύση Καρατζά ΧΩΡΙΣ ΕΔΩ)

Η μοναξιά χωρίς ποίηση είναι ο εγωισμός της άγνοιας του εαυτού μας και η άφιλη, απάνθρωπη προστασία του δήθεν συμφέροντος, υποστηρίζει ο Διονύσης Καρατζάς. Η μοναξιά της ποίησης, είτε ως χώρος δημιουργίας, είτε ως χρόνος μέθεξης του αναγνώστη με το ποίημα, είναι η φωτεινή σιωπή μιας πνευματικής πληρότητας, μέσα στην οποία ο ποιητής και ο αναγνώστης –ο καθένας με τον τρόπο και τον χρόνο του– βιώνει την αξία της συμπαντικής σχέσης του εαυτού του με άλλα ως εμπειρία ή ως όνειρο και αναζήτηση. Αρκούμαι σ’ ό,τι αγαπάω, προσπαθώντας να προεκτείνω μέσα μου ελευθερίες και να συντηρώ το μικρό κήπο των ονείρων μου. Βγαίνω στο παράθυρο και στην πόρτα και στους δρόμους, και χαίρομαι τα πουλιά και τους ανθρώπους. Βιολογικά είμαι στον κύκλο της μνήμης. Και σωπαίνω για να προλάβω... Όλο και περισσότερο θεωρώ ότι πρέπει να κοιτάζω πολύ και βαθιά για να μπορέσω να μιλήσω. Όλο και περισσότερο εμπιστεύομαι τα μάτια μου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις