ΕΙΜΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΚΙ ΕΙΜΑΙ ΜΕΣ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΕΝΑ ΡΟΛΟΪ ΚΟΥΡΔΙΣΜΕΝΟ ΙΣΟΒΙΑ:

Μέσα στον κόσμο ανάμεσα σ’ εκατομμύρια άστρα τ’ άστρο Γη.
Πάνω στη Γη τριγυρισμένη από στεριές και θάλασσες τριγυρισμένη από χιλιάδες χώρες μία χώρα.
Μέσα στη χώρα ανάμεσα σε πολιτείες και χωριά μια πολιτεία.
Μέσα στην πολιτεία κυκλωμένο από χιλιάδες σπίτια ένα σπίτι.
Μέσα στο σπίτι ανάμεσα στα έπιπλα μια γυάλα.
Μέσα στη γυάλα ένα χρυσόψαρο.
Ένας άνθρωπος κάθεται και το κοιτά
…………………………………………………………………………………….
 Μέσα στη μοναξιά μου είναι ένα σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ
Με μέσα μου τη μοναξιά μου
Όπου βρίσκεται το σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου  (Αργύρης Χιόνης, από την ΕΞΟΔΟ το α απόσπασμα και από το ΠΕΡΙΕΧΟΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ το η της συλλογής ΤΥΠΟΙ ΤΩΝ ΗΛΩΝ 1978 του Αργύρη Χιόνη – ART by THOUGHTFUL)


ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΑΝ ΤΟ ΓΡΑΣΙΔΙ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΗΠΩΝ. ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ ΜΑΣ ΚΟΥΡΕΥΟΥΝ ΣΥΡΡΙΖΑ ΤΗ ΣΚΕΨΗ ΧΑΡΙΝ ΣΥΜΜΕΤΡΙΑΣ:

ΕΧΕΤΕ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΑΣ
Έχετε ένα σώμα που περιέχει την ανάγκη για σπίτι
Έχετε μια ανάγκη για σώμα

Έχετε έναν κώλο στο σχήμα της πολυθρόνας σας
Έχετε μια ψυχή στο σχήμα του κώλου σας
Καθόσαστε αναπαυτικά στην ψυχή σας

Έχετε ένα κεφάλι που χωράει στο καπέλο σας
Έχετε σκέψεις που χωρούν στο κεφάλι σας
Έχετε μόνο τέτοιες σκέψεις

Είσαστε ανυποψίαστοι κι ωραίοι σαν παιδιά
Γνήσια παιδιά ενός θεού που πλάσατε κάποτε
Κι από τότε σας πλάθει
Κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σας

Κι είσαστε δίκαιοι:
Αγαπάτε μόνο όταν πρέπει
Σκοτώνετε μόνον όταν πρέπει
Εγώ ένας του είδους σας αλλά εκφυλισμένος
Ένας ανεπίδεκτος δικαιοσύνης
Πάντα σας αγαπώ
Και πάντα σας σκοτώνω
(Αργύρης Χιόνης, απ’ την ενότητα ΤΕΡΑΤΑ της συλλογής του Αργύρη Χιόνη ΤΥΠΟΙ ΤΩΝ ΗΛΩΝ 1978)

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ’ΧΑΜΕ ΚΑΠΟΤΕ
Ήταν κάτι πολύχρωμα μπαλόνια που μας χάριζαν
Αφού υποσχόμασταν να τρώμε όλη τη σούπα μας

Δεμένα στο παγκάκι τα κρατούσαμε
Κι εκείνα μας τραβούσαν ελαφρά το δάχτυλο
Σαν να επιχειρούσαν να μας πάρουνε
Μαζί τους για την πτήση στον αγέρα

Πολύχρωμα γκαζιού μπαλόνια που ’σκαγαν
Κάθε φορά που συναντούσαν το μοιραίο τσιγάρο
Αφήνοντας να κρέμεται στο δάχτυλό μας το σπαγγάκι
Και στην άκρη του τον απαγχονισμένο τους λαιμό
(Αργύρης Χιόνης, απ’ την ενότητα ΙΣΚΙΟΙ της συλλογής του Αργύρη Χιόνη ΤΥΠΟΙ ΤΩΝ ΗΛΩΝ 1978)


Σ’ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΕΡΗΜΟ ΚΙ ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ, ζούσε μια χοντρή, βαριά σιωπή. Τόσο χοντρή, που ’χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ’χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του. Και, ξαφνικά, μια μέρα η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο. Ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο-λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο
(Αργύρης Χιόνης, απ’ τη συλλογή: Τότε που η Σιωπή τραγούδησε κι άλλα ασήμαντα περιστατικά)

Όλο φουσκώνει η ελπίδα μας, όλο φουσκώνει κι όλο ξεφουσκώνει σαν το μπαλόνι η ελπίδα μας. Σίγουρα στέρφα θα ’ναι ή το σπέρμα θα ’ναι ξεθυμασμένο του καιρού μας. Όλο φουσκώνει κι όλο ξεφουσκώνει. Υστερικό ανεμογάστρι αεροφαγία σίγουρα θα ’χει η ελπίδα μας [από την ενότητα ΙΣΚΙΟΙ της συλλογής ΤΥΠΟΙ ΤΩΝ ΗΛΩΝ του Αργύρη Χιόνη

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις