Έχεις λέει μεγάλα μάτια ΟΡΘΑΝΟΙΧΤΑ ΟΝΕΙΡΑ, σύννεφο ήταν και πέρασε:

Συνάντηση τυχαία δύο πρώην εραστών: οι μύες σφιχτοί, σίδερο στα σαγόνια, χέρια κρυμμένα στις τσέπες πλέουν στο περίπου, ανάγνωση της ιστορίας στο λεπτό… Μορφές που χάθηκαν να παριστάνουν τα σύννεφα. Πιο κάτω θάλασσα να μολογάει όνειρα σε βράχους με χαμόγελα παλιά. Μια σημαδούρα απόδραση σε σώμα γυναίκας γλιστράει, πότε σαν λάθος πνίγεται, πότε μοιραίο θηλυκό. Ένας ψαράς που αγνοεί την πάλη της στιγμής τη σώζει κατά λάθος. Να με γλυτώσεις απ’ το κύμα που φοράω είπα και κοιμήθηκα σε άλλο παραμύθι… Το θαύμα έγινε, πέτυχαν οι συρραφές… Δεν ακούστηκε λέξη στο τραπέζι… Έπαιξαν τα δάχτυλα με το μαχαίρι… Ολόκληρη πρόταση με απαρέμφατο και μετοχές! Είναι η μαύρη μπλούζα που φοράω χρώμα σίγουρο αποκατάστασης (ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΑΔΕΙΟ ΟΥΡΑΝΟ κι άλλες συρραφές από ποιήματα της Χρύσας Αλεξίου – ART by Ezra Michael and Eyes letters)



Πάλι βρέχει
αιώνες τώρα,
στέλνει απουσίες
να γλύψουνε το χώμα,
να μοσχομυρίσει
η γυαλάδα τ’ ουρανού.
Βγήκα στο δρόμο
όρθιος λυγμός
να με προσέξεις,
μα εσύ με κέρασες
τις μνήμες :
μια σταγόνα ο έρωτας ,
μια κι ο θάνατος ,
που μοιάζει αδελφός ,
μια και η ελπίδα ,
που ξέχασε να με γυρέψει ,
μια σταγόνα έγινα κι εγώ
κι έτσι με νίκησες.
Ήθελα απλώς να σε φιλήσω
να γίνω θέμα
στο νερό ….
*
Πώς να σηκώσω αυτό
το βάρος-
όλη τη γή
πάνω στο στήθος
να κρέμεται.
Η εικόνα μιας ζωής
σε πάλη,
καταγραφή
της ωραιότητας.
Μιας αγωνίας
να τρέξουμε
τον κόσμο μας
ωσάν αθάνατοι ….
Έτσι προχώρησε
το θαύμα
με τολμηρούς
να αστειεύονται
στη λύπη …
*
Περιμένω
δεν ξέρω τι,
ν’ αλλάξουν τα σύνορα
του χθες ,
να βρω καινούργια
πατρίδα ,
να ασπαστώ
μια καθαρή θάλασσα ,
να μισήσω
μια ασήμαντη ζωή
που με θεριεύει .
Ίσως
μια ιδέα
της ανθρωπότητας
που να χωράει
το μάταιο θόρυβο
της ύπαρξης.
Να ’ναι ο έρωτας
μονάχα αυτός
ησυχαστήριο
του γελοίου
σκέφτηκα
και έκλεισα την πόρτα.
*
Ζω κι εγώ
σ’ αυτή την πόλη
πάει καιρός
κυκλοφορώ
διάφανη
κανείς δεν βλέπει
τη γεωμετρία
μιας σχεδίας.
Κάθε πρωί
ανασηκώνω
το θρίαμβο
να υπάρχεις
μετά από
τόσες δολοφονίες
ιδεών.
Αόρατη
σχεδιάζω τον κόσμο
που θα ζήσω
χωρίς νεκρούς
ηγέτες.
*
Αφήνω
την πόρτα ανοιχτή
να μπαίνει λίγο-λίγο
φεγγαράδα.
Συνήθως ψάχνει
την καρδιά
να πελαγοδρομήσει.
Της βάζω δύσκολα
πρώτα της δίνω το βλέμμα
της βροχής,
μετά τακτοποιεί
τη μοναξιά
κάτω απ’ το δέρμα.
Μα ένα βράδυ
ενώθηκα μαζί της …
Μοιάζουμε
με ξεχασμένο χάραμα
από τότε
βαρυποινίτες.
*
Κι όταν πεθάνουμε
δεν θα ’χει άλλο πόνο
δεν θα ’χει και μολύβι
να σου γράψω όνειρα.
Θα κλαίς σε άδεια χέρια
και την ελπίδα θα ξεράνεις
σε παλιό ανθοδοχείο.
Θα αγαπάς το χώμα
έτσι καρτερικά
θα το φιλάς και μια σιωπή
θα είναι το φαί σου.
Σφίξε με πάνω σου.
Μια σφαίρα είμαι
στο στόμα σου καιρό,
όρκος στις πλάτες σου.
Μη σταματάς-ο χρόνος
δεν ζει στον έρωτα
τον καταπίνει η παραίσθηση.
*
Ακούγοντας στράους
ξεπλένω την αυλή
και με θυμάρι
νιώθω τη νύχτα
να παραμιλά
στην ησυχία μου
κάθεται πανσέληνος
νομίζει πώς θα λιώσω
τα φωνήεντα
πόσο φεγγάρι να βάλεις
στο χαρτί
ασήμαντος θα παραμείνεις
μισό φανάρι είσαι και συ
*
Μη σταματάς να υπάρχεις
έστω σαν όμικρον
μια μολυβιά στο σύμπαν
ανάσα που σε χρέωσα
με έρωτα
Μη σταματάς να υπάρχεις
είσαι ο λόγος που ζουν
οι ορχιδέες στον ύπνο
αυτός που με στεφάνωσε
στο όνειρο
απών
Σε λογαριάζω στα χαμένα
χρόνια και δεν μεγαλώνω
πια

ΑΜΠΑΛΑΖ
δεν έχω ένα
χέρι
να κρατήσω σφιχτά
σαν από βελούδο
να αγγίξει μόνο
τα αιμοφόρα
στην ίδια κατεύθυνση
αίμα και δηλητήριο
***
έξω βρέχει
το τσιγάρο
έφτασε στη γόπα
κάηκε
ένα ολόκληρο σούρουπο
χωρίς να το δω
μπορεί να μαγείρεψα
λάθος
αλλά
κάτι θυμήθηκα
***
όνειρο
ήταν και πέρασε
εσένα σε κρέμασα
σ’ εκείνη την ντουλάπα
άφθαρτο
με τα ίδια ρούχα
το θαλασσί πουκάμισο
τα πλούσια μαλλιά
τα τεράστια μάτια
σε καραμέλωσα
απ’ έξω
γλυκό μου
πάθος
έγινες βιτρίνα
μιας μεσόκοπης
κυρίας
το βαρύ λεξοτανίλ
***
είναι αργά
να διορθώσουμε
τον έρωτα
να κόψουμε λίγο
τις πλευρές
αντιξοότητες
σε μπομπονιέρα
να στολίσουμε
κάτω απ’ το χιόνι
όλα είναι ελεύθερα
και οι νεκροί
***
υπάρχουν πράγματα
δεμένα
στο υπόγειο
στο παλιό το σπίτι
καταχωρούνται
πράξεις
ακατανόητες
στοίχημα και παράλογο
είμαι ένας απ’ αυτούς
που κέρδισαν
την πίστη
στο ανεπαρκές
***
σαν να σε ξέρασε
η θάλασσα
κοιμάσαι σε κολλαριστά
σεντόνια
ακίνητος πάνω στα
ψίχουλα
που κέρδισες
ετών εξήντα
***
πάει καιρός
που θέλω να
ξυρίσω το κεφάλι
να απαλλαχτώ
από τις τρίχες
να προεξέχει
μόνο η μύτη
και η λαβή
ενός ελεύθερου
***
έμοιαζα πολύ μικρή
μέσα στη θάλασσα
ένα κορίτσι άσπρο
από χιόνι
κάτι νοήματα του παφλασμού
έδεναν τη σκέψη σε
ακινησία
τόσα κόκαλα σε μια σειρά
σαν το βραχιόλι
να πέφτουν δεξιά
κοντά στο βράχο
εκεί που ξέχασα

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων της Χρύσας Αλαξίου από ποιήματά της που αναρτήθηκαν σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις