ΑΠ’ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΣΟΥ ΤΙΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΜΟΥ ΕΚΡΥΒΕΣ ΜΙΑ: ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ

Πήγαν τα μάτια εκδρομή στο κορμί σου. Κοίτα βραδιάζει… Σ’ ένα ντιβάνι τρυφερός γαλαξίας με μαύρες τρύπες. Άσπρο φεγγάρι στην κοιλιά σου φωλιάζει. Πάρε με μέσα!.. Ως και ο αέρας το κορμί σου φυσώντας σπούδασε γλύπτης!.. Μόνο καθρέφτης να σε βλέπει αντέχει δίχως να σπάσει!... Μικρό βυζάκι χόρτασε το φιλί μου! Να μεγαλώσεις!.. Τα δυο σου πόδια τρυφερές συμπληγάδες! Καλά περνάω!.. Σαν πέντε σκυλιά πάνω σου έχουν χιμήξει κι οι πέντε αισθήσεις!.. Τόσο υπάρχεις, που ’ναι πλάσμα δικό σου κι η φαντασία! Μπροστά σου πρέπει ενός λεπτού σιγή σε όλες τις λέξεις… Είσαι το άλφα, το βήτα το όμικρον, είσαι το ωμέγα! ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΜΙΑ: τράβα τώρα ψυχή μου τους καλούς συνειρμούς σου σαν ποτήρια κρασί που το ένα διαρκώς φέρνει το άλλο [επικεφαλίδες και υπότιτλοι ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ του Γιάννη Πατίλη – Κι άλλες επιλογές τρίστιχων εικόνων ΑΠΟ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΑΝ ΧΑΪΚΟΥ από τη συλλογή ΓΡΑΦΕΩΣ ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ με ΚΛΙΚ στην εικόνα  - Art by Dali Salvador]



α΄
Κρίνο βαστάω
Κι έχω ντύσει με χώμα
Τον άγγελό μου
γ΄
Μπουκιές σκοτάδι
Στο στόμα μου χώνω τα
Μαύρα μαλλιά σου
δ΄
Γιορτές των ώμων
Στις μασχάλες σας θάλλουν
Τρυφερά πένθη
στ΄
Καινούργιο θαύμα
Η ρόγα σου αυγαταίνει
Στα δάχτυλά μου
η΄
Μαύρα ασφοδίλια
Του κορμιού σου φιλάνε
Τα Δερβενάκια
ιβ΄
Σαν καμικάζι
Πάνω στ’ άσπρο κορμί σου
Θέλω να πέσω
ιγ΄
Εικόνες σκορπάς
Που τις μαζεύουν κρυφά
Τα δυο μου μάτια
ιε΄
Κι ο Γιάννης Ρίτσος
Να σε θωρούσε γυμνή
Θα σταματούσε
ιζ΄
Καθώς η φλόγα
Όλα στάχτη τα κάνεις
Κι ας τρεμοσβήνεις
ιθ΄
Στη χούφτα βυζί
Καιρό θα κάνεις να πιεις
Από ποτήρι
κ΄
Κάθε σου λέξη
Ένα ακόμα σου χέρι
Που με χαϊδεύει
κα΄
Κορμί που σκύβεις
Τη μικρή μου κάμαρη
Κάνεις μουσείο
κβ΄
Σαν φύλλο χαρτί
Ο Έρως σε τύπωσε
Σε δύο όψεις
κγ΄
Τριαντάφυλλο
Μπρος πίσω γαρούφαλο
Από πού να ‘μπω;
κδ΄
Τρυφερά χείλη
Στο στόμα στη γλώσσα μου
Να ’ναι τα πάνω;
κε΄
Τρελλό μου στόμα
Άντε μίλησε τώρα
Με δύο γλώσσες
κστ΄
Από τα πάνω
Γλυκά με κηδεύουνε
Τα δυο σου στήθη
κζ΄
Δύο ληστεύαν
Ο ένας τον άλλονα
Τα ‘δωσαν όλα
λ΄
Σπέρνω καθρέφτες
Τα δυο τρελλά μου μάτια
Μήπως χορτάσω
λα΄
Τρυφερά πόσο
Το ταβάνι κοιτάνε
Οι δυο σου φτέρνες
λβ΄
Τι θέλουν αυτοί
Δυο τρελλοί που παλεύουν
Μες στον καθρέφτη
λγ΄
Τρελλά μου πουλιά
Μ’ άσπρο ούζο κερνάτε
Μαύρες μασχάλες
λδ΄
Το σπέρμα μου δες
Στο τρυφερό σου πόδι
Πώς λάμπει λευκό
λε΄
ΕΙΣΑΙ ΟΑΡΤΟΣ
ΕΙΣΑΙ Ο ΟΙΝΟΣ ΔΕΝ
ΕΧΕΙΑΛΛΗΖΩΗ
λστ΄
Τρεις μαύρες φλόγες
Στο κορμί σου φωλιάζουν
Όταν κοιμάσαι
λζ΄
Το καλοκαίρι
Έρχεται για να φοράς
Μικρά σανδάλια
λη΄
Μεσημεράκι
Σ’ ένα μικρό σύννεφο
Έχεις σκαλώσει
λθ΄
Πέφτει βροχούλα
Τι σίγουροι που ’μαστε
Στ’ άσπρα σεντόνια
μ΄
Εσύ κοιμάσαι
Και μένα το φεγγάρι
Με κοροϊδεύει
μα΄
Γεμάτη φωλιές
Κι εγώ γυρνώ ξέσκεπο
Πουλί μονάχο
μβ΄
Έλα αέρα
Φέρε μου τις φωνές της
Από τα ξένα

ΕΦΗΜΕΡΕΙΟΝ: υπολείμματα μιας επιδρομής του πραγματικού στο υαλοπωλείο της γλώσσας:
-Ι-
Μίλησα
Καθώς τρελό πουλί
Που κοιμάται.
-ΙΙ-
Παιδική ηλικία.
Άσπρο γάλα χυμένο
Στο μαύρο.
-ΙΙΙ-
(Εποχή): Τραγούδια
Ακρωτηριασμένων
Χωρίς αυτιά και χώμα
-IV-
LIFE PARTY
Στο τέλος
Τους ξεδιψάσανε
Τ’ άδεια μπουκάλια
-V-
«ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΣΑΝ ΝΥΚΤΩΡ»
Πίστεψαν λάθος
(πίστεψαν όμως)
-VI-
Χαρούμενο μαιευτήριο
Σ’ εσένα κάνει όλες τις παραγγελίες του
Ο Θάνατος
-VII-
ΝΑ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙ Η KODAK
Αγαπώ τις φωτογραφίες
Είναι οι μόνες μου αποδείξεις
Πως υπάρχει το φως.
-VIII-
Χ. (νεκρός)
Μην ποντάρεις στο φως
Θα το χάσεις
-ΙΧ-
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
(Επίστιχος)
ΖΩ, άρα έχω δίκιο.
-Χ-
ΕΥΘΥΜΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
CMEDIA DELLARTE
(στιχομυθία)
-Με κούρασαν τα χειροκροτήματα
-Κουράστηκα να χειροκροτώ

ΝΕΑ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ
(απόσπασμα μοναδικό)
Την κατοικούνε γίγαντες που φτιάχνουνε τρανζίστορς
….
ΑΠΟ ΑΠΩΛΕΣΘΕΙΣΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
(στίχος μοναδικός)
Εφονεύθησαν πλείονες του δέοντος
……
-ΧΙ-
(Η ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΜΟΥ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ)
Ιαπωνίς
Και συ πονείς
-ΧΙΙ-
ΦΥΛΛΑΔΙΟ
Μη γεμίζεις τις τσέπες σου με χώμα.
Γέμιζέ τες κομμάτια ουρανό
Και όταν βρέχει χάριζέ τα στους ανθρώπους
-ΧΙΙΙ-
Φωτεινή επιγραφή
Το αίμα με λυμένη την απήχηση
Χανόταν στον πανσλαβισμό των ονομάτων
-XIV-
ΗΔΗ ΣΥΜΒΑΝ
Θάνατος
Γεγονός μέλλον και βέβαιον
Γεγονός βέβαιον
(Το μόνο γεγονός)
-XV-
Υποδυθήκαμε τα ποιήματα
Κι ήμασταν κατά βάθος σκόρπιοι στίχοι
-XVI-
Άκου τώρα
Τι λεν οι πνιγμένοι
Απ’ τη σιωπή

Εάν σας ρωτούσε κάποιο μικρό παιδί σήμερα, για παράδειγμα, τι είναι ποίηση, εσείς τι θα του απαντούσατε Εάν όντως ήταν ένα μικρό παιδί αυτό που θα με ρωτούσε, θα του έλεγα πως η ποίηση (και το κάθε της ποίημα) είναι το καινούργιο του παιχνίδι που το παίρνει πλάι στο μαξιλάρι του για να κοιμηθεί μαζί του το βράδυ. Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, το ίδιο θα έλεγα και στον «μεγάλο». Το αληθινό ποίημα είναι ένα μαγικό δώρο που αφού το (κατα)γράψουμε δεν μπορούμε, αμέσως μετά, να πιστέψουμε ότι το κάναμε πράγματι εμείς. Λίγα όμως είναι τα ποιήματα μιας τέτοιας μαγικής «συνεργασίας»

ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ:  αποτελούν νέα, επαυξημένη και ανασυγκροτημένη έκδοση της ενότητας ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΑΝ ΧΑΪΚΟΥ, του τελευταίου μέρους της συλλογής ΓΡΑΦΕΩΣ ΚΑΤΟΠΤΡΟΝ,  (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις