ΕΝ ΠΡΕΒΕΖΗ: ΑΥΤΗ Η ΠΟΛΗ ΞΕΡΕΙ ΚΑΛΑ ΤΙΣ ΒΕΝΤΟΥΖΕΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Ρουφά το αίμα και το φτύνει. Λεπίδες χαλκού, χαρακιές από χώμα. Ο γλάρος βουτά και φεύγει. Η νυχτερίδα χτυπά ξανά πάνω στο φως. Αυτή η πόλη ανάβει πάντα τους φανούς προτού προλάβω… Η πόλη μουσκεμένη ως το κόκαλο, δεν έχει πού ν’ απλώσει τα ρούχα της, αδίκως τρίβω τους λεκέδες της στο μάρμαρο, κοκκινόχωμα, αίμα και σκουριά. Κάθε πρωί ξυπνά το ίδιο βρεγμένη, το βράδυ θα κοιμηθεί και πάλι βρώμικη… Η πόλη γέμισε αηδόνια. Εξαϋλώθηκαν βεράντες κήποι σύνορα σιωπής. Δεν βλέπεις, μόνο ακούς. Κι αν πλησιάσεις πολύ πεθαίνουν… Μόνη ελπίδα αυτής της πόλης η άγκυρα στο μνήμα και μια τρύπα κάτω απ’ τη θάλασσα που ζωντάνεψε ξανά ύμνους και θρύλους. Γοργόνες και μάγισσες που φυλούν τα σωθικά της… ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟ: Ο ήλιος κρεμάστηκε ξανά ξηλώνοντας τα σύννεφα. Ξέφτια πουλιών μαδημένα. Κόκκινη βροχή πνίγει τ’ απόγευμα. Κι εγώ εδώ δικασμένη να περιμένω!  [ΠΟΛΕΟΓΡΑΦΚΟΝ 1 έως 5 της Άννας Αφεντουλίδου - ART by Chihanu Shiota The Key in he Hand  και με ΚΛΙΚ στην εικόνα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΟΝΕΙΡΩΝ και άλλες Ιστορίες Ά-λογου Πάθους από το βιβλίο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ, εκδόσεις Γαβριηλίδης]



Ημερολόγιο Ονείρων
 Πρώτη νύχτα: Ένας απειλητικά ξανθός άντρας λέει  ή ο γιος σου θα πάρει την κόρη μου ή η γυναίκα σου εμένα Σημαδεμένο το πρόσωπο, βαθιές όξινες πληγές. Αυτός που με συνοδεύει σηκώνει αργά το χέρι και με δείχνει. Σιωπηρή η συμφωνία καταγράφεται για πάντα στο κορμί μου. Στο πρώτο όχι κάνει πίσω, ενώ εγώ εννοούσα ναι. Τώρα θα φύγει. Κι εγώ πού θα πάω; Τι είμαι; Κρίση πανικού με ξυπνάει.

Δεύτερη νύχτα: Γυάλινοι τοίχοι δακρύζουν για πάντα. Αν μαζέψεις τα δάκρυα, φθίνει ο πόνος. Στο μεγάλο τραπέζι δυο καλάθια.  Ένα με μήλα ένα με γλυκά. Δισσοί λόγοι αγνώστων. Μου τείνει ο καθένας την εκδοχή του. Λευκά δόντια. κατακόκκινου μήλου. Γλυκό χαμόγελο σκληρής σοκολάτας. Τι να επιλέξω; Αφόρητο δίλημμα· ξυπνώ κάθιδρη.
Μήπως θα ήταν καλύτερα να γυρνώ σε μικρά φτηνά ξενοδοχεία καταγράφοντας τους πόνους τους; Υπάρχοντας ως πόρνη, ως δασκάλα ή ξεναγός; Πολύχρωμα τα αεροδρόμια θα σπρώχνουν τους πόθους μου. Ω, το ταξίδι, το ταξίδι… Γιατί να ριζώσω εδώ;

Τρίτη νύχτα: Δόθηκε η απάντηση. Σκοτεινή μορφή του δάσους, μόλις γυρνώ εξαφανίζεται. Λες να φορά πανοπλία;. Δεν μου απλώνει το χέρι. Αθέατος πολεμιστής· μήπως παλιός ιππότης; Αφήνει πίσω του ένα μικρό χαρτάκι. Σκύβω και το μαζεύω. Μια υπόσχεση αφήγησης. Μια ιστορία ξένων. Τελικά είναι το κατάλληλο μέρος; Αυτή είναι η σωτηρία; Αφουγκράζομαι και πάλι τη βαριά σιωπή της θάλασσας Το βαθύ μουγκρητό της νύχτας.

Τελευταία νύχτα: Άρχισαν τα όνειρα να μου μιλάνε για τις ζωές των άλλων. Μ’ άφηναν μεγαλόψυχα να ακούω, να παρακολουθώ, να καταγράφω. Κι ήταν αυτό μια δύσκολη παραδοχή, αλλά και μια-γιατί να το κρύψω;- ανακούφιση. Δεν θα ένιωθα τον πόνο στη σάρκα μου. Θα τον μάντευα στις σάρκες των άλλων. Εξάλλου, αυτός που αποφασίζει τι θα κάνεις είναι πάντα ο Άλλος. Εκείνος πάντα επιλέγει ποιος μιλάει και πόσα θα πει.
Τώρα τα βράδια μαζεύω τις στάχτες των μύθων να ξαναστήσω τα ξόρκια τους. Πασχίζοντας να μεταδώσω μηνύματα που ποτέ δεν έλαβα· σημαδεμένη από τον μόχθο τους. Δικασμένη στο εξής να φέρω το στίγμα τους.

Α-ΛΟΓΟΝ ΠΑΘΟΣ
Δέχτηκα το χαλινάρι
για ν’ απολαύσω τον ιππέα
για να καλπάσω εγώ μαζί του
ξεγελώντας
ότι αυτός έχει το πρόσταγμα

Μέχρι στιγμής
καλά τα πήγα

Αλλά όσο ανόητο να είσαι αφέντης
Τόσο πληκτικό να είσαι δούλος

ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΠΛΩΝ ΠΛΗΝΤΥΡΙΩΝ
Άνοιγα έκλεινα παράθυρα
τραύλιζα τρέκλιζα έπαιζα
διάδρομοι φίδια οροφές κεραυνοί
τακούνια σε πλακάκια πολύχρωμα.
Κατοικούσα χρόνια σ’ αυτές τις σπηλιές
είχα ξεχάσει πως είναι να βγαίνεις στο φως

Να περιμένεις τον ήλιο

Τη βεράντα την είχες αδειάσει
κούνιες, φανοστάτες και πέργκολες.
Πλυντήρια παλιά έπλεναν τα ρούχα και πιάτα ασταμάτητα
καρότσι μωρού με είχε ξεγελάσει στο μπάνιο.

Υπόστεγα γεμάτα παραλλαγές ιστορίας.
Η φωτιά τώρα καίει διπλά
λεμονιές ελιές ευκαλύπτους
την ώρα που σηκώνεις ψηλά
του κορμιού σου την άκρη

Να τρέξω να κλέψω να σου γδυθώ

Να προλάβω ν’ αγγίξω πριν κλείσει η πληγή
Για να μάθω μαζί σου την αλήθεια.

ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΙΣΟΜΕΤΡΙΑΣ
Κτήριο αναπαλαιωμένα καινούριο.
Παράθυρα, ταβάνια και κάγκελα.
Δάπεδα βουβά, σώματα σκαλιστά, σκοτεινοί σταλακτίτες της μνήμης.
Σκουριασμένο ασανσέρ μετρά τις σελίδες σου.
Στο βάθος μια σειρά από πόρτες.
Αν διαλέξεις την κόκκινη, ίσως γλιτώσεις.
Οι τρύπες στους τοίχους έγιναν
ράφια για βιβλία διπλά
η σκόνη ρουφά τις ανάσες που πέρασαν.

Σού χτυπώ.
Ξεγελιέμαι.
Κι ανοίγεις.

Καθρέφτες, σκοινιά κι αποτσίγαρα.
Με δεμένα τα μάτια αφήνεσαι,
στα πλαστικά μου μέλη επάνω.
Δεν υπάρχουν κερκόπορτες, οι εφιάλτες θαμμένοι.
Υποτάσσομαι.
Το ξένο γίνεται υγρό και ζεστό,
οι λέξεις χύνονται αλύγιστες,
το απόρθητο εκλιπαρεί θέλω και πάλι
κι αυτό που νόμιζες

τέλος
γεννάει ξανά
μιαν αρχή επικίνδυνη

ΜΙΚΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ: Συλλέκτρια 1
Καμένα φτερά πεταλούδας
γραμμή στην άκρη
πυγολαμπίδας λιωμένης

Παραμύθια σκαρώνω
καρφώνοντας
μισά σκουλαρίκια στα μάτια

Θα καπνίσω το βράδυ
κοιτάζοντας
τα κομμένα τους μέλη στον τοίχο

ΜΙΚΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ: Συλλέκτρια 2
Κάποτε ήταν πριγκίπισσα. Τώρα της άρεσαν τα παραμύθια και οι συλλογές.
Ακουμπούσε τις πεταλούδες, ενώ πετάριζαν ακόμα, στο τραπέζι και πλησίαζε την φωτιά στα φτερά τους. Τινάσσονταν για μια φορά ακόμα. Μετά. Έβγαζε το καπάκι από το βάζο και το γύριζε ανάποδα. Παραζαλισμένες τις πυγολαμπίδες, τις έπιανε με τα δάχτυλα και τις έσερνε με δύναμη πάνω στον τοίχο. Σαν κιμωλίες που αφήνουν πίσω τους φωσφορίζουσες γραμμές.
Τα παραμύθια που τής άρεσε να σκαρώνει ήταν από εκείνα που δεν λέγονταν. Τα σεντούκια τους έκρυβαν βαθιά απαγορευμένα μυστικά. Αν τα έβγαζες έξω σε έτρωγαν. Π.χ. ένας όμορφος άντρας έσερνε τα πρησμένα του πόδια μουρμουρίζοντας: «θα κοιμηθώ πρώτα την κόρη της, μετά τον γιο της και στο τέλος θα μπήξω τις περόνες στα δικά της μάτια, να θέλει και να μη μπορεί να κρεμαστεί»
Χάρη στα παραμύθια και στις συλλογές της, την πλησίαζαν πολλοί περίεργοι. Αφού τους βασάνιζε, με όλους τους άγριους τρόπους που ήξερε από την πριγκιπική της θητεία, τους διαμέλιζε και τους έκρυβε στα σεντούκια. Μόνο κάποια αθώα μέλη τους άφηνε σε κοινή θέα στον τοίχο μαζί με τα έντομα: μια τούφα μαλλιά, ένα βλέφαρο, ένα νύχι. Μετά. Καθόταν ημίγυμνη στον καναπέ και κάπνιζε κοιτάζοντας τα όλα ήσυχη. Όποιον καταλάβαινε τι σήμαινε μια τούφα μαλλιά, ένα βλέφαρο, ένα νύχι, θα τον παντρευόταν και θα του χάριζε το παλιό της βασίλειο. Το είχε αποφασίσει.

ΘΑΛΑΣΣΑ: Κοιμόμουν έναν ύπνο χλιαρό και ιδρωμένο. Η ησυχία της ζέστης πνιγηρή κολλούσε τα βλέφαρα. -Ακόμα κοιμάσαι; μου είπε ο Άντρας… Οι άλλοι είναι ήδη στην παραλία. Πότε θα πας; Τράβηξα το σεντόνι, το σώμα μου ήταν ήδη γυμνό. -Συγγνώμη, του είπα, βλέποντας πως κοίταζε αυστηρά τα αποτριχωμένα μου μέλη. Πήγα στην κουζίνα. Ανοίγοντας το ψυγείο, έβραζε το κρέας, στο τοίχωμα καρφωμένα τα χθεσινά λουκάνικα έσταζαν το λίπος τους. Μια πρίζα στερεωμένη σε γυμνό καλώδιο, να θυμηθώ να τού πω να μη βάλει το χέρι του, σκέφθηκα. Το φως διαφορετικό, άσπρο, τρεμούλιαζε. Μού πόνεσαν τα μάτια. Στο μπάνιο, ροδαλά νερά στα λευκά πλακάκια. Η Γυναίκα ξέπλενε το αίμα από τα πόδια της. Δεν θα έρθω, είπε. Πηγαίνετε εσείς. Όταν βγήκαμε έξω, μάς άρπαξε ο αέρας, ο κίτρινος ήλιος του σπιτιού είχε χαθεί, περπατήσαμε βιαστικά προς τα Εκεί. Πίσω απ’ τον λόφο, γκρίζο κι αγριεμένο το νερό, απειλούσε. -Μα πού πήγαν οι άλλοι; ψέλλισα κοιτάζοντας την σκοτεινή αμμουδιά. -Άργησες, άκουσα τον ψίθυρό του να σφυρίζει στο αυτί μου. Έστρεψα το κεφάλι. Ο δρόμος είχε χαθεί μαζί του. Τώρα έπρεπε ολομόναχη να  βαδίσω την Ακτή. -Είναι άδικο, μουρμούρισα μουτρωμένη. Άργησα μόνον είκοσι χρόνια.  Και άρχισα να αγκομαχώ βουερά, καθώς τραβιόμουν προς τα πίσω αφρίζοντας και μαζεύοντας βιαστικά φύκια και  βότσαλα, για να είναι τραχύς ο πυθμένας μου και να πνίγονται, σκέφθηκα μνησίκακα, αλλά στην πραγματικότητα, για να μπορώ να βάλω σημάδια, καλού κακού, για τον δρόμο της επιστροφής – Άννα Αφεντουλίδου απ’ τη συλλογή ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ, εκδόσεις Γαβριηλίδης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις