ΤΡΕΙΣ ΣΤΙΧΟΙ ΔΥΟ ΓΟΥΛΙΕΣ ΥΠΑΡΞΗ ΜΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑ, το βγάλαμε το μεροκάματο κι απόψε παίζοντας θανάσιμο κρυφτό με τις λέξεις

Γράφω για να αποπλανήσω την πλήξη μου, μην κοιτάς το φεγγάρι και μη σου τρέχουν τα σάλια, μη σκαρφίζεσαι θαύματα και μη σκουπίζεσαι μύξες γράφω θα πει προπονούμαι ασαβάνωτος πραγματικότητα στα αποδυτήρια της ύπαρξης… ωχού! την τύχη μου μέσα! πότε επιτέλους, πλοηγός του παράφορου στις παρυφές του χάους θα ισοφαρίσω τη λύπη μου; - Κι αν δε μιλώ για θάλασσα είναι γιατί δε με γαλήνεψε ποτέ! -αυτός ο στίχος δεν ήταν αναμενόμενος…[Παναγιώτης Αρβανίτης - ART by Maki Horonai Bike]



ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΕ Α΄ ΕΝΙΚΟ  (στον Νίκο Καρούζο)
Απόμαχος της αθωότητας ταριχεύω το μέλλον
Γιορτάζω τα χέρια μου στο άπραγο
Μη χάφτεις λεπίδες αλλήθωρε ποιητή
Μαγγανείες του ορατού είντα ποιήματα
κολακείες θρασύδειλες του αοράτου
Εγώ την αμαρτία μου την πορφυρίζω στο άπειρο
Στην τρέλα την αλογάριαστη υποφώσκω
σε στάση πρόωρου θανάτου
Βούρτσιζε τα όνειρα μέχρι να σου ματώσουν
Τραγουδώ το αλφάβητο στο αυτί του Ομήρου
σόρυ του ονείρου ήθελες να πω μα δε φτάνω ποτέ ως το ωμέγα
Τραγούδα και τις τυπικές πριγκίπισσες των παραμυθιών άμα λάχει
Πούσαι; Νακονίζεις με νυχτέρια τις πληγές
ναχεις να τις θυμάσαι ναχεις να τις φοβάσαι
Ολημερίς ολονυχτίς σουλουπώνω ταγκάθια μου στολίζω
τα κάδρα μου μαστορεύω τους τάφους μου
Γεννήθηκε ένας και θα πεθάνει πολλοί
Φονεύω τους βλακώδεις ήλιους μου καθημερνώς
με φτυάρια και μέτωπα
Ζάπλουτος από εκτίναξη ζάπλουτος από πλήξη
Διεθνής από έρωτα διεθνής από θλίψη
Τρεις στίχοι δυο γουλιές ύπαρξη
μια απουσία
Το βγάλαμε το μεροκάματο κι απόψε Νίκο

ΣΤΕΦΟΜΑΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΣ
ζω ανάμεσα σε άγραφα ποιήματα
σας μιλώ από τα βάραθρα του μένους
μοιράζομαι τον θρήνο των ανθρώπων
μαστιγώνομαι την απελπισία τους
υποκρίνομαι τις θύελλές μου μόνο για να σας δώσω όραμα
μόνο για να βαρύνω το ήδη βαρύ κλίμα
στέφομαι ηττημένος
κι αν δε μιλώ για θάλασσα
είναι γιατί δε με γαλήνεψε ποτέ
κι αν δε σιωπώ αυτάρεσκα
είναι γιατί δε με σαγήνευσε ποτέ
η  ύπουλη αναπνοή μου

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
είχα ένα ηλίθιο χαμόγελο
είχαμε
μια άχαρη αισιοδοξία
ένα αφελές «γιατί
αναπάντητο τεθλασμένο
όλο τρυφερότητα κι ευαισθησία
καθώς ξεκούμπωνα
μία-μία τις σιωπές
χέρια που τρέμαν
έπαιζα
παίζαμε
θανάσιμο κρυφτό με τις λέξεις

ΟΝΕΙΡΟ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΑΙΩΝΑ
Είχε θυμάμαι πόλεμο εκείνον τον καιρό 
Οι πυρηνικές κεφαλές είχαν ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου
Μαίνονταν άγρια πουλιά στον ουρανό
Και καθώς άνοιξα τα μάτια μου
 
δεν ήμουν εγώ
o δειλός ποιητής με τα κομμένα χέρια
Κι αν με ρωτούσε κανένας Ευρωπαίος φιλήδονος εραστής
Για δοξασμένους ποιητές και τα τοιαύτα
Αν με ρωτούσε κανείς αν έχω νέα απ
τον Ρεμπώ τον Ελυάρ
ή τον Βοκκάκιο
 
Θα του απαντούσα πως ποτέ τούτα τα ονόματα
 
Δεν είχα ξανακούσει
Δεν ήμουν εγώ ο βλοσυρός ποιητής
Με τα ευγενή δάχτυλα και τα αιμοβόρα μάτια
Ημουνα λέει τρανό πρωτοπαλίκαρο του τρίτου τάγματος
Του πεζικού
Υπηρετούσα επιλοχίας και πολεμούσα σθεναρά
Στα χαρακώματα της μακρινής Γουατεμάλας
Στα τροπικά υψίπεδα της χερσονήσου Γιουκατάν
Ηταν θυμάμαι τεμαχισμένες μέρες εκείνον τον καιρό
Τα αφρισμένα δάση της Γουατεμάλας έκαιγαν θειάφι και πλουτώνιο
 
Μια νύχτα θυμάμαι στεκόταν δίπλα μου
 
ένας μαυροντυμένος κύκλωπας
 
ψηλός σαν κυπαρίσσι
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο
Και το κεφάλι του ντυμένο με πυρίτιδα
Καθόταν δίπλα μου κι αγνάντευε μακριά ένα φως
Απόρησα και τον κοιτούσα τρομαγμένος
Μου ιστορούσε μάχες αρχαίες κι ηρωικές των Μάγιας
      και των Ινκας
Μιλούσε μια γλώσσα απλή ελεύθερη ωραία
 
Κι έλεγε το ψωμί ψωμί
 
το νερό νερό
  
το πηγάδι πηγάδι
και το δίκιο δίκιο
 
Εκανα να τον ρωτήσω ποιο είναι τ' όνομά του
Μα δεν πρόφτασα
 
Ξάφνου ένα μεγάλο κύμα υδρογόνου τον φυγάδευσε στην αιωνιότητα
 
Κι ένα ακέφαλο σώμα με υψωμένα τα φτερά
Μου ψιθύρισε με τη σιγουριά του ανέμου
para todos la luz para todos todo  
Κι ύστερα χάθηκε μες στο μαύρο σκοτάδι
Ξύπνησα περίτρομος μες τα χαράματα
 
και καθώς άνοιξα τα μάτια μου
Η λάμπα τρεμόσβηνε ακόμη
Κι ένα βιβλίο του Ρεμπώ στο κομοδίνο
Με κοιτούσε καχύποπτα αλαφιασμένο

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ (του διδύμου αδελφού μου)
όλο λέω να φύγω κάποια μέρα
όλο λέω να φύγω
να τρέξω στο ατελέσφορο της προσδοκίας θαύμα
και με καμάρι να αλωνίσω το σκοινί σε σπίτια κρεμασμένων
να αναρριχηθώ ο ανάξιος στο γάργαρο της οικουμένης προσωπείο
με στυλ ανδρός πετυχημένου
όλο λέω να φύγω κάποια μέρα
να νιώσω μια φορά κι εγώ ειρήνη κραταιά
με το δεσμώτη διπλανό μου
να γλεντήσω τη γλώσσα μου στον ρυθμό της σιωπής του
χωρίς να το στρώνει η χαρά
 
σαν χιόνι πάνω στο κορμί μου
όλο λέω να φύγω κάποια μέρα
κι όμως τίποτα ποτέ για τώρα και για πάντα
όλο ανόητα μιλώ
κι όλο αποδοτικά δεν πράττω
φαιδρή γιρλάντα αταίριαστη
μιας προπολεμικής γιορτής
ακούραστος κι αχρείαστος συνάμα
αχθοφόρος δακρύων
στης μεσοπρόθεσμης αισιοδοξίας τον δρόμο
ένα ενθύμιο ηδονής
που κάποτε ερήμωσε
 
προώρως
μισό δεμένος μισό λυτός
στου Οδυσσέα τ' αδέκαστο κατάρτι
κεριά στα αυτιά στάχτη στα μάτια
σώμα χτικιό που έγινε κατάρτι
 
καυτό τραγούδι που έσβησε
 
σιωπή
όλο να φύγω θέλω
όλο να φύγω
κουράστηκα με τακτ
 
ολέθρια να γλιτώνω
αλλοδαπός της ευτυχίας 
αδελφέ
όλη μου τη ζωή
αδελφέ μου


(Ντάλα σκοτάδι έχει εδώ ή μήπως τα βλέμματα στα έγκατα καρφώθηκαν;) Το ξέρω. Αυτό το σπίτι δεν είναι σαν και τ’ άλλα. Διαμπερές όσο το φως που μας σκοτεινιάζει. Ευρύχωρο όσο το κενό που μας περιγράφει. Γυμνό από ήχους και από βήματα. Άδειο από νιάτα και γεράματα. Οι πόρτες κλειδωμένες και κυρτές. Οι τοίχοι ζωσμένοι με παράξενες μορφές. Πορτρέτα δίχως πρόσωπα, βουβά αντικείμενα, απρόσωπα. Οι σπιτονοικοκύρηδες πέθαναν ή λείπουνε στα ξένα. Κάθε τόσο έρχεται ο τυφλός επισκέπτης. Κουρδίζει το ρολόι του τοίχου. Οι ώρες περνούν απαρατήρητες. Έξω στο δρόμο ακούγονται τσούρμο τα παιδιά. Ακόμα παίζουν. Τα παιδιά. //Ο Παναγιώτης Αρβανίτης γεννήθηκε το 1985 στον Πύργο Ηλείας. Σπούδασε ελληνική φιλολογία και πολιτικές επιστήμες. Οι ποιητικές του συλλογές «Μια στάλα κατράμι σ’ ένα βαρέλι μέλι» (2009) και «Λευκό χιούμορ» (2012) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις