ΒΟΥΙΖΕΙ ΓΥΡΩ Η ΠΛΗΞΗ ΚΑΙ ΓΛΕΝΤΑ ΓΛΕΝΤΑΩ ΚΙ ΕΓΩ, Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ

Βουίζει γύρω η πλήξη βουίζω κι εγώ, ο ίσκιος της. Βουίζει γιατί νηστεύουνε τα πάθη προφήτες ευμετάβλητης νομοθεσίας απλώνοντας ευδαιμονία στις νέες αφίξεις. Θα παρελάσουν, δεν μπορεί, οι αναστημένοι, ευγνώμονες για τόση διαύγεια μετά από φοβερή τρομάρα. Θα παρελάσουνε χορευτικοί με πατερίτσες, υπνωτισμένοι ακόμη απ’ τους βυθούς των ναυαγίων όλοι τους τραυματίες των πράξεων τους, επουλωμένοι, γελαστοί μέσα στις γάζες με μπρίο ζωής αιώνιας. Υποδοχή. Ένα άσυλο με σάπια περιβόλια φιλήδονες ακτές με διψασμένες γραίες, βραχάκια με λεπρούς της Βίβλου, χρήματα, ακίνητα κι ακίνητα με χρήματα γεμάτα και με κλειστά δια βίου τα καταστήματα. Βουίζει γύρω η πλήξη και γλεντά γλεντάω κι εγώ, ο ίσκιος της (Η ΠΛΗΞΗ ΧΑΣΜΟΥΡΙΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΦΥΠΝΙΖΕΤΑΙ από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ 2005 –ART by Hannah Hoch]


ΝΑ ’ΝΑΙ ΚΑΛΑ ΟΙ ΤΑΧΥΤΗΤΕΣ: ΕΓΚΩΜΙΟ:
Να ’ναι καλά οι ταχύτητες
οι χελωνίσιες που απομείναν.
Τις έχουμε να λοιδορούν λαγούς πανηγυρτζήδες
και να τρυπούν αρρενωπά την άπνοια
όταν φυσάει.
Να ’ναι καλά οι ταχύτητες, νωθρές
όταν αλά μπρατσέτα εμφανιζόμαστε
όπως υπερωκεάνιο σε μονοήμερους της αποβάθρας
ή όπως
γερουσίες σε εφηβικά λουτρά.
Αλλά καλύτερα κι από καλά
ευλογημένες ως απτόητες
να ‘ν’ οι άλλες, μυρωμένες κάθιδρες
στα τρομερά ιπποδρόμια των ύπνων
που με αναβάτες θρυλικό Κεράτσα
ή και τον σερ των σερ
σερ Λέστερ Πίγκοτ
όρθιους στη σέλα με το καμουτσί
σκίζουν ακόμα κάθε χάραμα
το φώτο φίνις της νυχτιάς
και μας ξεβράζουν στους αλαλαγμούς
των συνανθρώπων.
 [Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

Ο ΕΝΙΚΟΣ, ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ
Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους
που αν τους ρωτήσεις απαντούν
και μόνον τ’ απαραίτητα
σε μια γλώσσα παλιά
ευγενική σανσκριτική ακατανόητη
κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται
στη μερική τους άνοια, μακρινοί.

Πόσα μπορείς να μάθεις απ’ τα σπαράγματα των φράσεων
και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
επειδή κώφευσαν
τίποτε απ’ όλα αυτά δεν διδαχθήκαν
τα παιδιά τους –
κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
με τα τενεκεδένια δούρεια δώρα
της οικειότητας
[Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

ΣΤΑ ΞΕΝΑ:
Πού τήνε βρήκε αυτός την αγαλλίαση

πως τάχα δεν τον κυνηγάνε τα σκυλιά
πως το ποδάρι του δεν είναι πια στο δόκανο
πως έχει πια, ελεύθερος ερήμου
μπουχτίσει το νερό
πώς έγινε
-δήθεν για ν’ ανθρωπέψει πάλι
και τα νοστάλγησε όλα αυτά
σκυλιά και δόκανα και δίψες-
υπαρκτά

μεγάλη ελπίδα να το νοσταλγείς
ένα μαρτύριο ενώ δεν έχει λήξει
[Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή ΣΤΑ ΞΕΝΑ 2001]

ΣΑΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Έχει ο καθένας μας, πέρα απ’ το φθόνο
έναν άνθρωπο, για τον εαυτό του και μόνο
άυλον άνθρωπο – που του απλώνει φυλλωσιά
χωρίς να ’ναι δένδρο ή ομπρέλα, μονάχα δροσιά.

Τον κρατάει κρυφόν από τον κόσμο, αλλά
ο ίδιος τις νύχτες τον αγγίζει απαλά
κι ας είναι άυλος, όμως μεσουρανεί
στα χαρούμενα όνειρα, σε χρώμα ουρανί.

Γιατί ο άυλος στ’ όνειρο γίνεται υπαρκτός
πιάνεις το σώμα του, τα στήθη, εκτός
αν χάσεις ποτέ το αόρατο νήμα
θα μείνεις μόνος, με τα δάκρυα και τη ρίμα
[Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ 2005]

ΤΙ ΝΑ ‘Ν’ ΤΟ ΣΩΜΑ;
Μην είναι οι κάμποι, τα ψηλά βουνά;
Κάτι από δύση θα ’ναι πάντως σε κραιπάλη
κι έχει στολίδια του μαντείες
να μη σαστίζει σε αλλαξοκαιριές.

Πάλι μπορεί να ’ναι πέρασμα ενός τρένου
κι όχι το πέρασμα ενός τρένου επακριβώς
αλλά η ησυχία της διάβασης: δυο ησυχίες:
εκείνη που προηγείται κι αυτή που έπεται.

Ή το πιο απίθανο, μες στον κοιτώνα
καθώς επικρατεί το σκόρπισμα του ελέους
κι οι αψήφιστες ραγισματιές στο ημίφως

να ’ναι μια σάρκα που φτεροκοπά
ενώπιον των οστών της

ΟΙ ΜΑΓΟΙ
Τους βλέπεις; Είναι εδώ που μια νυχτιά
ξαπλώσανε στο αχούρι των αλόγων.
Να ο παλμός, γιορτάζει μονοσύλλαβος
και ρουθουνίζει. Ούτε καν νιώσαν πώς,
κυνηγοί αυτοί, επέσανε σ’ ενέδρα ζώων.
Και δώστου με σαϊτιές και με πυγολαμπίδες.

Βεβαίως αβέβαια πράγματα
είναι χρησμός να μην το μάθω
ποιο τάχατες καμίνι βαρεμάρας μυ ύφανε
από το χάος σ’ αυτή τη φάτνη του γραφτού.

Μου αρκεί που προσκυνώ
το μάστορά μου ρύπο σας
ω νεκροί μάγοι.

Ελάτε να σας φιλήσω

ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ
Κάποια γυναίκα όλο κοιτά φεγγάρια Πανσελήνου.

Εσύ είσαι όρος
όταν θεριεύεις ύψος
μυρίζει μέλλον φθινοπωρινό
απαλό της μνήμης.
Σε ζωογονούνε
ήλιος
μ’ όσους πυρπόλησε η σκιά
θάλασσα
με τα παγωμένα χαμόγελα στο βυθό
κι ο άνεμος
που μας πετάει βότσαλα ευτυχίας.

Όμως κοιτάς φεγγάρια Πανσελήνου.

Μα εσύ είσαι όρος.
Ρίξε τα ξύλα και νερά  σου κρουνηδόν
πάνω στα χορταράκια
και στα πεπρωμένα
της πανίδας
με το καλό
με τον καιρό
και τότε τόλμησε
και τότε κοίτα.

Γυναίκα ήταν και κοίταζε φεγγάρια Πανσελήνου.
[Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ 2005]

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Άνθρωποι φτωχοί γεννηθήκαμε
και της αγάπης ενορίτες
πώς τάχα γίναμε συνταξιούχοι του οίκτου
του εμπρησμού συνδρομητές
πώς και φουντώσαμε σαν τα γεράνια
και πώς καταδεχθήκαμε ξένο νερό για πότισμα
πολύ μας αγαπήσαν, δε νομίζετε
ώρα για εκδίκηση
ώρα για αγάπη ανόρεχτη
ζευγάρια που μαζεύουνε τα πράγματα
και τα ρολόγια τους και τ’ αντικείμενά τους
κι όταν πια δίνουν το κλειδί
το πεταχτό φιλί

τύμπανα εκεχειρίας βαρούν
στο διπλανό ξενοδοχείο
 [Γιάννης Βαρβέρης από τη συλλογή ΠΕΤΑΜΕΝΑ ΛΕΦΤΑ 2005]

Γιάννης Βαρβέρης, ίσως ένας από τους πλέον προσωπικούς ποιητές του καιρού μας. Συναιρώντας με μεθόδους ανατρεπτικές τα αντίθετα, κατορθώνει να διαψεύσει τις όποιες αρχικά επιφαινόμενες προβλέψεις για μια ανώδυνη και ατάραχη ανάγνωση, οι τυχόν κορυφώσεις της οποίας θα ανέμενε κανείς να περιορίζονται σε λεκτικές και ίσως «λυρικές» καινοτομίες. Αντίθετα, με αθόρυβους και φαινομενικά τυχαίους βηματισμούς κατακτά σταδιακά την εκδοχή εκείνη που εξάπτει με το φαντασιώδες, ξορκίζοντας τη βιωμένη καθημερινότητα με αποκλίσεις σκοτεινές, προορισμένες να διαβρώσουν τη φθορά με τη μέθοδο των παραληρηματικών αλληγοριών, και όχι μόνο. Ο Βαρβέρης αντιστέκεται σθεναρά σ’ ότι φοβάται, σε ό,τι επιμένει να παραμένει άγνωστο, ασαφές ή και δυσανάγνωστο, αποθεώνοντας με μεγεθυντική διάθεση την απλουστευμένη για πολλούς ρέουσα ζωή… Μας αναγκάζει έτσι να ασκήσουμε τη μνήμη του παρόντος, επισημαίνοντας τη σπουδαιότητα της στιγμής και το ανεπανόρθωτο μιας επιπόλαιης απώλειάς της» (Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις