Σε λίγο, μια μητέρα μπαίνει από το χολ του μέσα χρόνου.

Κάτι αφήνει, κάτι παίρνει. Ταχτοποιεί με σίγουρες μικρές κινήσεις στον αέρα τους μικρούς εκρηκτικούς μηχανισμούς. Ύστερα ξεσκονίζει. Σύννεφα λήθης ανεβαίνουν, μόρια από παλιές αποσυντεθειμένες φράσεις:  Μαρίνα… τριαντάφυλλο γλυκό… γιορτή… αρρώστησε… ασήμι… Για μια στιγμή στο μπαλκονάκι, ανάμεσα στην αρμπαρόριζα και στο γαλάζιο. Χαιρετισμός στο άγνωστο. Τινάζοντας, όλο τινάζοντας, χάνει την συνοχή της κι η μητέρα (από το έργο της Παυλίνας Παμπούδη Ο ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΣ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1995 – ART by mircea bezergheanu)


(Ο λεπτουργός απ’ την μεριά της μητέρας)
Υπήρξα; Και με ποια μορφή; Σκορπίσαν τα χαρακτηριστικά μου στους καθρέφτες. Η έκτασή μου αδιάγνωστη και το βάθος ακόμα μεγαλώνει. Υπήρξα; Σαν ενότητα; Μονάχα σαν φορέας; Μπορεί και να ’μουν από πάντα η σκέψη κάποιου, μισοτελειωμένη. Η μοίρα μου άγραφη πάλι, με μόνο τα σημάδια των οδηγών αστερισμών. Άσχετη τώρα, ξεχασμένη, όμως σε θυμάμαι. Γεννήθηκες μεσάνυχτα. Και άρχισες αμέσως να γερνάς. Πέρασαν χρόνια καθώς μελετούσες μαύρα πράγματα σε μαύρο φως. Τα χάλασες τα μάτια σου, τα δάχτυλά σου. Θυμάμαι ακόμα, έφευγες συχνά, δεν ξαναγύριζες ποτέ. Ναι, δεν με κούρασες καθόλου σαν παιδί.

(Ο πύργος)
(Γίνεται ξαφνικά αντιληπτός, στην ύστατή του κίνηση, ένας πύργος. Καιρό ετοιμόρροπος στου τραπεζιού την άκρη, σαν σε οροπέδιο. Από παλιό, χαμένο παιχνίδι. Βαμμένος σε χρώματα πολέμου.)

(Ο λεπτουργός απ’ την μεριά του συντριμμένου πύργου)
Οικοδομήθηκα σε σχέδια πολύπλοκα, παγίδας. Ποια ήταν η σφραγίδα που μ’ ασφάλισε; Ποιο το σημείο που θα μ’ ελευθέρωνε; Χρόνια και ψάχνεις τους συνδυασμούς. Πολύεδρη και η δική σου η πραγματικότητα. Ν’ αντανακλά επιθυμίες και σ’ αυτήν την πλευρά και στην αθέατη.  Υπήρξα σύμβολο για σένα που άλλα πολεμάς. Με έχασες. Δεν γνώριζες πως και τον Παίκτη και το Πιόνι τους μετρά η ίδια δύναμη. Αυτή που όλα τα εξισώνει και τα δέχεται και τα συνέχει. Εσύ πιστεύεις πως το παιχνίδι συνεχίζεται. Όμως, κάθε μου κίνηση προχωρά μόνο τον χρόνο. Κι από κοντά, τον Κόκκινο Τρελό να απειλεί.

(Η τροφή)
(Τώρα, η ώρα της τροφής. Φέρνει τα τελετουργικά σκεύη ο λεπτουργός. Το λίγο απ’ το ζώο μιας θυσίας καθημερινής. Πλέοντας σε πηχτό χρώμα του αίματος. Με χορταράκια απ’ αυτά που γνώριζε, πλάι του σαν κτερίσματα. Στο πλήθος διαμοιρασμένα τα υπόλοιπα τα μέλη και τα σπλάχνα του. Άθικτη της ψυχής του η ακεραιότητα. Εισάγεται, πάλι, ολόσωμο, στην διαδικασία της αθανασίας των θνητών πραγμάτων.)

(Ο λεπτουργός απ’ την μεριά της τροφής)
Τώρα, για μια στιγμή, στον άσπρο τον αθώο κόσμο κείτομαι. Γι αυτό κι ανάμεσα σε κόσμους. Και ούτε τέλεια ζωντανό ή πεθαμένο. Μέσα μου πνεύματα αχνίζουν, επινοώντας πνεύματα που δεν γνωρίζω. Πέρασα από φωτιά. Η φωνή, η σάρκα, τα όπλα μου.  (Έτοιμο να σε συναντήσω, να σε σώσω. Μεταγγίζοντας τον φόβο και τα πολυακόρεστά μου στο αίμα σου.

(Το παράθυρο)
(Σε μια στιγμή, εμφανίζεται διαγώνια και τρέμοντας στα περιγράμματα, μαύρο, το αυριανό παράθυρο. Ίδιο, μα μετατοπισμένο. Σαν εικόνα φορητή. Κοιτάζει μέσα. Καπνός πολύς στον χώρο, συνωστισμός ψυχών. Αρχίζουν ήδη να πέφτουν οι σοβάδες. Τα τσόφλια του δωματίου τού χθεσινού.
Κοιτάζει του νου τα θνησιγενή να εκκολάπτονται.)

(Ο λεπτουργός απ’ την μεριά του αυριανού παράθυρου)
Σε περιέχω, μ’ όλες τις χάρτινες αποσκε(υές σου. Σε θέα κινητή, ταξιδεύεις ακίνητος. Μας διασχίζουν τα προσωρινά τοπία, άλλες, των άλλων ιστορίες. Οι αποστάσεις δεν υπάρχουν. Τεχνητές. Μα ολοένα και σε μεγαλύτερη επιτάχυνση ο κόσμος. Μέχρι να κοπεί το νήμα, να νικήσεις. Να κερδίσεις πάλι, την πρώτη σου θέση στο χάος.

(Ο έρωτας)
(Τότε, στην σκέψη του χάους η λέξη «Έρωτας», αίφνης, πυκνώνει. Και μια ομίχλη, βαριά από φτεροκοπήματα και στεναγμούς, φέρνει την πολυπρόσωπη θεότητα. Παμφάγος, παντοκράτωρ, πάνδημη και παντέρημη ανασαίνει. Με το ρίγος και τους υγρούς της καθρέφτες που διαθλούν και πολλαπλασιάζουν μέλη και κινήσεις. Ανώνυμη, φέροντας όλα τα ονόματα, αρσενικά και θηλυκά κι όλα τα επίθετα.
Γυμνή, φορώντας όλα τα μάτια λαμπερά και θολωμένα, κι όλα τα δάχτυλα.)

(Ο λεπτουργός απ’ την μεριά του έρωτα)
Άγουρο σ’ έκοψα, με δυνατή την μυρωδιά του θειαφιού στο φύλο σου, κι αποτυπώματα ακόμα των αγγέλων. Σε πήρα στα σκοτάδια τα πιο εύφλεκτα, αθώος άναβες. Στα σώματα τα πιο απελπισμένα, ξένος, κι αμέσως κατοικούσες. Σε σπάταλες καταστροφές, κι άπληστος, πλούτιζες. Σε δάση άπατα, κι ανύποπτος, σκότωνες την τροφή μου. Στην πιο βαθιά ερήμωση σε άφησα, κι ακέραιο, σε βρίσκω ακόμα ν’ (ανεβαίνεις.)

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από τη συλλογή  της Παυλίνας Παμπούδη Ο ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΣ, εκδόσεις Κέδρος 1995 - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων με μια Εικόνα ART WORKS by bezergheanu mircea

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις