ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΠΟΙΗΣΗ: Μάτια γυναίκας που κλείνουν, για να σου δείξουν ότι ήρθε η ώρα να τα φιλήσεις

Περνάει στον ορίζοντα εκείνη  με το στήθος γυμνό και τα μαλλιά της λυμένα. Θέλω να γίνω ποτάμι κι αυτή πηγή, ο σκοτεινός Αλφειός και η μακρινή Αρεθούσα, για να σμίγουν τα νερά μας κάπου στα βάθη της θάλασσας… Ω αέναη εναλλαγή μέσα στο χρόνο… Ένα χρώμα έχετε στο δέρμα που πάνω του σκοντάφτει το βράδυ, ω γέροι, και στο πρόσωπό σας ένα τέλος πολέμου, φωνούλες ακούγονται στα στήθια σας παιδιών ονείρων πνιγμένων και στο σύθαμπο του ορίζοντα πέρα μακριά νοσταλγικές φέγγουν φωτογραφίες μέσα στα μάτια σας… Ω δάκρυ κρυφό, ω ανεμόπτερο σε όνειρο γυναίκας, Ω «ψαροπούλα» που περνάς από μπροστά μας, στο βάθος της θάλασσας με σημαίες και χρωματιστή ριγέ τέντα κι ύστερα από χρόνια, ξαναφέρνοντας στο νου πάλι την εικόνα, έκπληκτοι να συνειδητοποιούμε ότι η ψαροπούλα δεν ήταν, παρά στο όνειρό μας, γυναίκα… καθώς υψώνονταν σαν τσαντίρια τον Ιούλιο μυτερά της νεαρής τσιγγάνας τα στήθη… Αυτή είναι, λοιπόν, η Ποίηση: «Στήθος που πάνω του προσέκρουσε κάποτε η αστραπή»  (σκόρπιοι στίχοι από ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου – ART by Ionut Caras)

 [Πού πήγαν όλοι πού χάθηκαν οι παλιοί εαυτοί μου; Αυτός που κάποτε ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο, το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν, ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος, ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος, των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη, πού πήγαν, πού χάθηκαν; Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε. Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος με την αϋπνία, ορίστε να ’τος, γυρνά τώρα στους δρόμους κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες… ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΕΑΥΤΟΙ ΜΟΥ από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΗΝΥΓΟΣ]

ΕΡΩΤΙΚΟ
Κουβαλώ την ισοπεδωτική οργή της πλημμύρας.

Δεινόσαυρος ή τερατόμορφο κουνέλι
με την κουφαμάρα του προϊστορικού ζώου
στάθηκα στην καρδιά σου στα χαλάσματα μετά την καταιγίδα
και κοίταξα.
[από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΕΒΔΟΜΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ]



ΠΑΛΙΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Κι έπειτα όλα οδηγούν στην απόγνωση
Στην τρέλα ή στον αυτόχειρα.
Όταν μια μέρα διαπιστώσεις
πως παρά τις τόσες σου προσπάθειες έμεινες για πάντα μόνος.

Οι άνθρωποι είναι πάντα μόνοι και φοβούνται.
Και καθένας τους κρύβει μια πολιτεία ή φυλακή.

Όλοι είναι τρίτοι.
Όταν τους ερευνάς. Όταν ζητάς από αυτούς
εκείνο που δεν σου έδωσε ποτέ η μάνα όταν ήσουν παιδί
ή έστω ο αδελφός όταν ήσουν νέος
που σκέφτηκε κι αυτός με τη σειρά του
αλήθεια, τι μου έδωσε εμένα ο αδελφός μου;

-Στην παραλία μένουν οι πέτρες των πνιγμένων
κι οι μνήμες από τα φωταγωγημένα καράβια που έφυγαν.
 [από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου Η ΚΛΕΦΤΟΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ]

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Τα βράδια οι διαβάτες
περνούν μέσα από τα πάρκα για να κόψουν δρόμο.

Εμείς τους βλέπουμε
Ή μάλλον, βλέπουμε την καύτρα του τσιγάρου τους
[από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΟΙ ΠΥΡΟΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ]

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου.
Τα μάγουλά της βαμμένα
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.
Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι
που ο μαραγκός δεν ήξερε από που να αρχίσει.
Κάθισα ξύπνιος ύστερα -και την κοίταζα.
Το πρόσωπο της μισό
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννηση τους την ερημιά του μάστορα.
[από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ και της ΛΥΠΗΜΕΝΗΣ 1987]

ΣΤΗ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ
Καθόμασταν μια Κυριακή
στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου
ώσπου ξάφνου σηκώθηκε ένας και είπε:
«να μας πεις για εκείνη».

Και εγώ πήρα το λόγο και άρχισα:
«σπίτι εξοχικό η ψυχή της,
το χειμώνα, όπου έβλεπες κάθε πρωί τα πορτοκάλια στην αυλή
και έλεγες κάποιος θα έρχεται
κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δέντρα.
Άνοιξα τότε και μπήκα. Πυροβολεία εγκαταλειμμένα στα βουνά
από -μιαν άλλη κατοχή συνάντησα,
νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών
με λαμπαδίτσες του Πάσχα
και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.
Και περνούσεν ο καιρός
κοινωνώντας πάντα μόνος τη βαθιά μοναξιά της
όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή,
ώσπου μετά από χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.
Όλοι γελούσαν σε εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι,
και αυτός ο πατέρας της διαρκώς έπλενε τα χέρια του
πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέληση της
στο μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα των επιθυμιών.
Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω.
Ήταν κρυφά δακρυσμένη, με το στήθος γυμνό
και τα μαλλιά της λυμένα.
Ωραιότατη κοιμωμένη για τον τάφο της, φώναξα,
στον άλλο κόσμο θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή,
ο σκοτεινός Αλφειός και η μακρινή Αρέθουσα,
για να σμίγουν τα νερά μας κάπου στα βάθη της θάλασσας.
Λεπτομέρειες δεν συγκρατώ πια. Την άνοιξη μόνο
στα φωτεινά μου διαλείμματα αμυδρά τη θυμούμαι».

Και μελαγχόλησαν όλοι μετά την αφήγηση μου αυτή,
και κανένας δεν μίλησε.
Το σούρουπο μόνο εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα
μου φώναξε ένας:
«Περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες».
Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά.
Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι,
γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου
με παλτά. Σκισμένοι.
Με μια κομμένη ζώνη στη μέση. Εξομοιωμένοι.

Και στο τέλος εσύ. Μόνη.
Με το ραβδί ανιχνεύοντας το δρόμο, όπως οι τυφλοί.
[από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ και της ΛΥΠΗΜΕΝΗΣ 1987]

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ
Με χέρι στιβαρό και γενναία καρδιά
αποκαλύπτει τη φθορά απ
ʼ τις φόδρες της.
Ο λόγος της πουλί μαύρο που χέρι απρόβλεπτο
ψάχνοντας για κάτι άλλο το ξεβόλεψε απ
ʼ τη φωλιά του
αψύς και θερμός λόγος, νήπιο κλάμα μωρού
και πρώτο δόντι βγαλμένο παιδιού
σε πετσέτα λευκή βαπτίσεως, κόκκιν
ο, ματωμένο.
Φωνή λέαινας αλλά και παράπονο γυναίκας
που ξεντύνεται στο άλλο δωμάτιο
ύστερα από ματαίωση πολυπόθητης εξόδου.
Ήχοι βημάτων ακαθόριστων, επισκέψεων θανάτου.
Μουσική κλαγγή ξύλου, ομιλίες σιωπών, χάσματα κενών
και μπαρούτη λαχανιασμένη σε κοιλώματα βροχής.
Προαίσθημα φόβου ακόμη και φθινόπωρο, θάλασσα,
εξοχή, δάκρυα, παρελθόν, ενάργεια, μοναξιά
και στο βάθος της λίμνης
το δαχτυλίδι της μνήμης να λάμπει.
[από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010]

ΑΕΝΑΗ ΕΝΑΛΛΑΓΗ
Ι
Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο
Ίσκιος το μαβί μας τύλιγε στους δρόμους το Μάρτη
ενώ λαούτο έπαιζε ο μικρός καθολικός στις γωνίες το Πάσχα
και τα μάτια του ήσαν πιο κόκκινα
και από τη θρησκεία, τα μάτια του ήσαν.
Οστά στο νεκροταφείο που τα ’βγαλε η πλημμύρα
κι ο ανθοπώλης «τον νεκρό δεν γνωρίζω,
πλην όμως σέβομαι το πένθος»,
στον περίβολο συνέχιζε τον Απρίλη μονάχος να λέει.
«Ένα χρώμα έχετε στο δέρμα
πουη πάνω του σκοντάφτει το βράδυ ω γέροι,
και στο πρόσωπο ένα τέλος πολέμου
φωνούλες ακούγονται στα στήθια σας
παιδιών ονείρων πνιγμένων
και στο σύθαμπο του ορίζοντα πέρα μακριά
νοσταλγικές φέγγουν αχνά
φωτογραφίες μέσα στα μάτια σας, παλαιών νεονύμφων»,
έπαιζε το ξεχαμε΄νο, το Μάη, στο πιάνο κοριτσάκι
ενώ μυτερά της νεαρής τσιγγάνας τα στήθη
σαν τσαντίρια υψώνονταν τον Ιούλιο
και στα χείλη του αιδοίου της ένα λαϊκό,
χορεύοντας, στηνότανε πανηγύρι.
Οράματα αιωρούμενα τον Αύγουστο στον αέρα,
είτε «πενήντα χρόνια γιατί είμαι μόνος πίνω,
και γυρίζω τα βράδια στα μπαρ και βγαίνω απ
ʼ τις ταβέρνες
και τραγουδάω σε όσες μου φαίνεται πως μ
ʼ αγαπούν κοπέλες,
και φέγγε μου για τούτο, συκώτι, σε παρακαλώ,
στον ουρανό το μαύρο φέγγε μου,
της πυρκαγιάς μου εσύ γαλακτερό,
της πυρκαγιάς μου
εσύ γαλακτερό φεγγάρι»
έψαλλε στο δρόμο ο τρελός, το Νοέμβρη, ο πότης.
Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο.
Καράβια μες στην ομίχλη το φθινόπωρο πνιγμένα,
άχυρο κίτρινο καλοκαιριού βλέμμα,
ακινησία σκιερή Απριλίου
και γυάλινη, γυάλινη θλίψη Μαϊου
που μόνο εγώ λιαζόμουν στου κήπου τη μάντρα το απόγευμα,
μόνο εγώ και τα φίδια
.
[από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010]

ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ (επιλογή από τον ΕΠΙΛΟΓΟ του Κρυφού Κυνηγού)
Το κορίτσι που κάθε βράδυ, γυρνώντας κάπως αργοπορημένο από τον εραστή του, τους έβρισκε όλους να κοιμούνται στο σπίτι, επίτηδες, για να επιτείνουν τις ενοχές του
Το φεγγάρι ου ακολουθεί κατά πόδας το αεροπλάνο ζητώντας, σπαρακτικά λες, να μπει κι αυτό μέσα
Τα παιδιά που τα βλέπεις λυπημένα και ξάφνου λίγο πιο πέρα στήνουν παιχνίδι στη στιγμή, πάνω στη νεκρώσιμη ακολουθία της ίδιας της θείας τους, στο νεκροταφείο
Η πυροσβεστική που βλέποντάς την τα παιδιά θαυμάζουν τα νίκελ, το καμπανάκι, το υπέροχο κόκκινο και το μυαλό τους μάλλον ποτέ δεν πάει στη μαυρίλα της πυρκαγιάς
Ο έντρομος ναύκληρος που, ενώ στο επίσημο δείπνο οι άλλοι γλεντούσαν, την ύπουλη ανακάλυψε στο μηχανοστάσιο, αυτός, τη φωτιά κι ενώ φώναζε, φώναζε, κανείς μα κανείς δεν τον άκουγε
Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα που δεν το θυμάται κι ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα
Οι ηττημένοι λύκοι που γυρίζουν στη φωλιά τους
Το κοριτσάκι στην τηλεόραση που, ενώ βομβαρδίστηκαν, συνετρίβησαν όλα, αυτό ασταμάτητα έκλαιγε ζητώντας την κούκλα του
Το παιδί που το αγαπάει κρυφά ο πατέρας του γιατί το έκανε με γυναίκα άλλη
Η παιδίσκη που πηδούσε απ’ το νερό στη βάρκα τον Ιούλιο κι εμείς κρυμμένοι πέρα μακριά, σε κάθε της προσπάθεια, βλέπαμε στα σκέλια ανάμεσα απ’ το χαλαρωμένο μαγιώ τη μικρή, τη ροζ τη σχισμή της
Το χελιδόνι που κι αυτό δεν ήξερε τι ξέχασε κι ανήσυχο πηγαινοερχόταν στη φωλιά, ενώ όλα τ’ άλλα πάνω στα σύρματα έτοιμα ήσαν για πιο θερμά ήδη ν’ αναχωρήσουνε μέρη
Δάκρυ κρυφό από προσβολή
Ανεμόπτερο σε όνειρο γυναίκας
Ποδήλατο μικρού που μεγάλωσε, στην πίσω μάντρα, στ’ άχρηστα αφημένο
Ένας διαψευσμένος τενόρος που τραγουδάει μόνος μέσα σ’ ένα εγκαταλειμμένο από χρόνια πριονιστήριο
Η μουσική που ακούμε μέσα μας ύστερα από δυνατό πένθος και καταλαβαίνουμε έτσι ότι σιγά-σιγά ξαναβγαίνουμε στα ξέφωτα
Η μακρινή τρυφερότητα του αποχαιρετιστήριου φιλιού γονιών, που περίμεναν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους για να χωρίσουν
Οι δυο εκείνοι άγνωστοι, όπου κάτω απ’ τη μαρκίζα, συνειδητοποιώντας ότι η ξαφνική μπόρα δεν πρόκειται σύντομα να σταματήσει, άρχισαν δειλά-δειλά να πιάνουν την κουβέντα
Κι η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φεύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι.
Άγγελοι προπονούσαν τα φτερά τους με ασκήσεις ελαφρές στων νηπίων τον ύπνο το Μάρτη, ενώ πέρα, απ’ τα ανοιχτά παράθυρα, μακριά, με σχήματα ευμετάβλητα των εφήβων απλωνόταν το σπέρμα στη νάιλον σακούλα όπως παλιά νομοί στη γεωγραφία, το Μάη
[από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ 2010]

O Γιώργος Μαρκόπουλος έχει κυκλοφορήσει επτά ποιητικές συλλογές, μία με πεζά, δύο τόμους με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών, δυο μονογραφίες (για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και για το έργο του Τάσου Λειβαδίτη), ενώ έχει επιμεληθεί βιβλία γύρω από την ποίηση. Το 1966 του απονεμήθηκε το «Βραβείο Καβάφη» στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το 1999 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος, 1998)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις