ΜΑΝΑ ΟΔΗΓΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ: Τέσσερα τριαντάφυλλα στο μέρος της καρδιάς ανθούν γέμισαν με δάκρυα κι ευωδούν

Πέρασα από τη μάνα / Δεν έχει πεθάνει / Μέσα στο χώμα / Πλέκει τους καημούς / Τα βάσανα / «Ποτέ δεν λιγόστεψες το λάδι μου / Λέει χαμογελώντας / Στα μάτια με κοιτά βαθιά / Που πάλι σκοτεινιάζουν / Της παίρνω το μαντήλι / Μην καεί από το κερί / Καεί και το ανθοδοχείο / Σπάσουν στάχτες / Και με λούσει… ΑΝΑΣΤΡΟΦΩΣ: Νύχτα / Πάντα / Τα μαύρα φορείς / Και κάθε νύχτα / Βγαίνεις / Ή / Και κάθε νύχτα / Βγαίνεις / Φορείς / Τα μαύρα / Πάντα / Νύχτα [τίτλος και υπότιτλος της ανάρτησης ποιήματα του Ηλία Τσέχου από την ποιητική συλλογή ΑΓΡΙΟΧΟΡΤΟ ΣΤΟΜΑ, εκδόσεις Ενδυμίων 2015 – Φωτογραφίες ΜΑΝΑ επί 4 από τη σελίδα Σπάνιες Ασπρόμαυρες Φωτογραφίες από την Ελλάδα]

Φημολογείται ότι η γλώσσα εφευρέθηκε για να διευκολύνει την επικοινωνία: ένας άνθρωπος που «επιπλέει ανάσκελα πάνω απ τα βαθιά νερά», που χτυπιέται στους τέσσερις τοίχους της πόλης, που ψάχνει τα πατήματα του προχωρώντας ανάποδα στο χρόνο... Κάποιος που, μια μέρα, εκεί που μισό κοιμόταν τον τσίμπησε η μνήμη, ένα «έντομο», ένα «σχεδόν τίποτα» που στην αρχή είναι ανεπαίσθητο και μετά σε «ξεσκίζει»! Ναι, υπάρχει τρόπος να επικοινωνήσουμε... Το παιδικό τραύμα του αποχωρισμού και η μητέρα ως συνώνυμο της απώλειας, είναι κοινά σε όλες τις γλώσσες του κόσμου!!!

ΡΑΦΕΙΑ ΜΝΗΜΗΣ
Τίποτα δε θυμάμαι
Από ό, τι φόραγες
Πόσες φορές χτενιζόσουν
Πόντους στα τακούνια σου πόνους
Πείνες όσο κακομαγείρευες
Ξηλώματα φιλιά
Στα μαντήλια
Τίποτα από τους όρκους
Τα σιδερώματα
Καφέδες που δεν χύθηκαν
Ελιές πικραμένες
Θυμάμαι τα χιλιόμετρα
Χαμόγελα ναυάγια
Χίλια βυζιά σεντόνια
Μουρμουρογάργαρα
Που τώρα αδίψαστα
Ας πιώ τους ήχους
Να γκρεμιστώ
Μες στις φωτογραφίες

ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Όσο απουσιάζω
Κάντε με παρέα
Χαρακώματα
Ταράσσεται χαρά
Από το φως που
Φεύγει κι έρχεται
Πελάτη αναγνώστη
Μανταλάκι
Ρούχα γκρεμνά
Πότισμα αυτόματο
Σε κάποτε περίπτερα
Ανάλογα τα
Οπισθόφυλλα
Τιμή να αλλάξεις
Μάνα χώρα
Χρόνο

ΞΑΝΘΗ ΓΡΑΦΗ
Κάθε λίγο και λιγάκι
Μια ξανθιά γοργόνα
Χαμογελά χασμουρητά
Από το σταυροπόδι
Αλάτι πέφτει ανάλατα
Κρέμονται λευκά βρακιά
Σε όλα η πλατεία
Χτενάκι έρχεται και πα
Ωραία μελανόμορφο
Χαϊδεύει τρίχες και ευωδιαστά
Ξανθογελά Ιούνης
Άκρια χειλιών κλειστά
Εάν ρωτά την αγαπώ
Αλλάζει πόδι και παράδοση
Κοντά πηγαίνω πιο σιμά
Κατάφαση πλημμύρα
Χαθήκαμε στα ρέματα της Αττικής

ΚΙ ΑΠΟΨΕ ΗΡΘΕ ΘΑΝΑΤΟΣ ΖΩΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙ! ΕΦΥΓΕ ΠΑΛΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΟΡΤΗΣ
Μαζεύω τις γιορτές
Σαν άρματα
Τραπεζομάντιλα
Γέμισαν τα τελάρα
Με Δευτέρες Κυριακές
Κατόπιν εορτές

Αν έχεις μιαν αγάπη
Κάντη δυο
Στα μάρμαρα νερά κεράσματα
Του ποτηριού γεμίζοντας
Που δεν αγάπησε
Ποτέ γιορτές
Γιατί καμία ευχή
Από το χέρι δεν μας
Πήρε

ΜΟΛΙΣ
Τα μάτια που αγάπησαν
Αγάπη πάντα βλέπουν

Όλες οι λέξεις πέρασαν
Μαζί μου το ποτάμι

Από τον Άδη έρχομαι
Δεν έχει αμαρτίες

Η μέρα που δεν άργησα
Το ψέμα αν τη ζάλισε

Κάτι από χθες κάτι της σήμερον
Πάει το αύριο ετήσια Σαλώμη

Όλη τη νύχτα θέριζα κουνούπια
Σκοτείνιασα κι εγώ

Δάσος έκλεβε απ’ τα δένδρα
Κόμπους απ’ το λαιμό

«Δεν έχω καταθέσεις»…
Άλλα δεν έχουν να σου πάρουν!

Αίματος ομάδα δεν γνωρίζω
Θυμούμαι πως ήταν η παλιότερη

ΑΙΓΑΓΡΟΣ ΔΙΑΥΓΕΙΑ
Ενικός πανικός
Πληθυντικός μονάχος
Αν κλέβω ουρανό
Μπόρες του κλέβω
Κορυφοτεθλασμένες
Αν αφαιρώ αθροίσματα
Προσθέτω
Αστροφεγγιές
Ερήμην
Θέλω τη συγκίνηση

ΝΑ ΚΡΥΒΕΣΤΕ ΝΕΚΡΟΙ
Καλά που δεν γεννήθηκα
Από γονείς μνημεία
Να ξεσηκώνονται
Δυο καρέκλες πάντα
Βέβαια ο πατήρ
Πταίει που δεν ετέλεσα
Καλός κλαυδευτής συνάμα
Στη μάνα υπηρεσία
Πάντα πληγωμένος
Με το ένα με το άλλο
Κι έμεινα ανασφαλής

Προστάτεψέ με θάνατε
Πεζεύοντας κρυφτούλι
Ζαμάνια βιλαέτια
Δεν απαρίθμησα ποτέ
Τους γάμους μου
Τα θηλυκά μου
Τ’ αρσενικά που γέννησα

ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΠΕΝΘΙΜΟΝ
Όταν πεθάνατε
Δεν ήρθα στις κηδείες σας
Πονέσατε;
Μην κλαίτε ωρέ
Πεθαίνουμε αργία-αργά
Μίας ζωής που δεν γεννήθηκε
Για να μας σώσει
Κι έτσι συγγενεύουμε
Σαββατιάτικα εννιάμερα
Ετήσια μνημόνια

Δεν κάνατε καλά
Τώρα πεθάνατε που η ζωή
Τα μέτρα σας μουντζώνει
Μπόι ψωμιού
Χώμα που ευτελίσατε
Για λίγα κόλλυβα
Λουκούμι δίχως να έχεις στόμα

Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ
Ζωή προσβεβλημένη
Φορώ ολόγυμνα σανδάλια
Οπλοστάσια
Υπογραφές συμμάχων
Γείτονες σύνορα υποκρισίας
Είδα τον Άρη, τον Απόλλωνα
Τον Ιησού
Να μην γλείφουν ποιήματα
Και αναγνώστες
Έτρεχα
Όρμαγα σαν γλώσσα
Λάβα και επιφάνεια
«Ξεσηκωθείτε» είπα
Φάτε ένα ροδάκινο
Ένα αρχίδι δύο
Του καναπέ ονείρατα
Τα άδεια βιβλιάρια τραπέζης

Το ποιητικό «Αγριόχορτο στόμα» αποτελεί μια σύγχρονη και κρισιακή συνάμα ποιητική κραυγή, εκεί όπου ο ποιητής παρεμβαίνει ενεργά ανασύροντας στην επιφάνεια μνήμες και κρυμμένες αξίες. Διακρίνεται για τον ωμό ρεαλισμό, για την «γήινη» επαφή του ποιητή με τις λέξεις και την ποίηση, και τελικά για την ίδια την συγκρότηση μίας ζώσας ποιητικής πράξης.. Στο «Αγριόχορτο στόμα» ο Ηλίας Τσέχος επιδιώκει να υπερβεί τις θλιμμένες γωνίες της σιωπής και της λήθης, προσδίδοντας έρμα και νόημα στις υπαρξιακές αναζητήσεις της καθημερινότητας. Κι έτσι, αναδύεται η ποίηση της «μιας ανάσας», καυτή, ιδρωμένη και «γυμνή», η ποίηση που πόρρω απέχει από την γλυκιά εξιδανίκευση της ζωής: «Δεν ψιθυρίζεσαι/ Κραυγείς, διαιωνίζεις/ Επήρα λάθος δρόμο / Ξηραίνεσαι χλωραίνεσαι / Άγρια άγρια / όχι δεν γράφω να / Συγχωρεθεί ο Θάνατος / Να πας τουαλέτα / Άλλη μία ιδρωμένο sex / Δεν γράφω να / Ομορφαίνουν / Χεσμένα όνειρα? Χορτοβρυκόλακες / Άνεμοι ΑΓΡΙΟΧΟΡΤΟ]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις