ΚΙ ΟΜΩΣ, ΕΝ ΤΕΛΕΙ, ΤΙ ΜΠΟΡΩ; ΜΟΝΟ ΝΑ ΣΒΗΝΩ και ΝΑ ΓΡΑΦΩ ΜΕΤ’ ΕΥΤΕΛΕΙΑΣ ΣΤΑ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΜΟΥ ΤΕΦΤΕΡΙΑ:

Χρεωμένος σαν τις χώρες του νότου και δακτυλοδεικτούμενος συλλαβίζω απ την αρχή την αλφαβήτα. Σκοντάφτω διαρκώς πάνω στο Κάπα κι απ’ τη συνίζηση μέχρι την έκθλιψη περιγράφεται ολόκληρη η περιπέτεια του βίου μου. Απ’ το δικό μου χέρι τίποτε δεν καρπίζει, τίποτε δεν μεταμορφώνεται. Το στάρι μένει στάρι, το ξύλο μένει ξύλο, η πέτρα μένει πέτρα. Κι εγώ γεμίζω την κοιλιά μου, τυλίγω το κορμί μου, λάθρα βιώσας, στα γεννήματα των άλλων. Την τέλεια πενία μου συμπληρώνει η αχανής, η αγέραστη ήπειρος των λέξεων, με αρχέγονες ρίζες και διακλαδώσεις, με εκλεκτικές συγγένειες και υποσημειώσεις, αφ’ εαυτές, με τη δική τους, εσωτερική, εικονοποιία ή ρέουσες, μες στα ποτάμια του Ομήρου και στα ρυάκια των Λυρικών. Γιατί, ακόμη και οι λέξεις μου, δικές μου δεν είναι. Κι ο χρόνος είναι δανεικός ή εξαγορασμένος. Για να μπορώ εγώ σήμερα να γράφω, μετ’ ευτελείας, στα ματωμένα μου τεφτέρια, κάποιοι καταδικάστηκαν σε πλήρη αφωνία, στην επαρχία, στο υπόλοιπο Αττικής, στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική ή στην Ασία. Κι έτσι, ως το λαιμό, είμαι χρεωμένος. Κι όμως, εν τέλει, τι μπορώ; Μόνο να γράφω. Να σβήνω. Και να γράφω [Ο Γραφιάς από τη συλλογή ΑΛΑΛΟ της Ιωάννας Χρήστου – ART by Skott Bergey]



ΑΝΤΙ_ΛΕΞΕΙΣ
Μέσα στο σκοτεινό μου σπήλαιο,
αντανακλώνται,
μυρόπνοες, διαυγείς και απαστράπτουσες,
σαν βόλοι όπου διαβάζονται υδρόγειοι
οι βυζάχτρες των Ιδεών,
οι ακριβείς, οι συνετές μου, λέξεις
Περιχαρής, τις ανακάλυπτα,
σαν το παιδί που ανακαλύπτει το σώμα του,
και ξαφνιασμένο παραδίδεται στο τράνταγμα του γέλιου.
Μαζί τους ονομάτιζα τον κόσμο μου,
και προς στιγμήν το ήλπισα
ότι το σπήλαιο αυτό,
το σκοτεινό,
θα λαμπρυνθεί από τη θαυμαστή τους αρμονία.
Αναπάντεχα, φευ, αποκάλυπταν
μιαν ανυπόφορη δυσωδία,
του βαρβάρου που κάθεται στις σάρκες των θυμάτων του
και ήταν τόση η αποφορά,
που μου ήταν πια αδύνατον να ζήσω.
Και, έτσι, τις προσάρμοσα,
παραλλάσσοντας λίγο το νόημα,
κατατμώντας το, ανά περίπτωση,
χωρίς πολύ να τις βλάψω,
σαν μπαίγνια, σαν βόλους,
τις λέξεις που μετρούν, τις λέξεις που ορίζουν,
τις προδομένες μου λέξεις.
Αυτή είναι η καταδίκη μου:
Δεν άφησα τίποτε αμόλυντο, για να κληροδοτήσω.
Μόνο την αλφαβήτα
.
ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ;
Πώς πέφτουν έτσι, σαν τα στάχυα
οι άνθρωποι
στα δόντια του νερόμυλου
κι ούτε ένα καρβέλι ψωμί
το ανελέητο τούτο θέρος.
Πώς πέφτουν έτσι, στο κενό
οι άνθρωποι
χωρίς μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια
χωρίς μια μαχαιριά
σ’ αυτόν τον ακήρυχτο πόλεμο.
Πώς πέφτουν έτσι,
με το κεφάλι
χωρίς μια στάλα αίμα,
σαν ήδη πεθαμένοι από τα πριν.
Πώς πέφτουν έτσι,
ο ένας μετά τον άλλον
κι εμείς δεν αποστρέφουμε το βλέμμα
κι εμείς περιμένουμε να γεμίσει το βάραθρο.
Πώς πέφτουν έτσι, στο κενό
οι άνθρωποι
σιωπηλά
κι ούτ’ ένας ελάχιστος παφλασμός
ούτ’ ένας γδούπος.

ΣΚΟΤΑΔΙ
Πότε τελειώνει πια αυτή η νύχτα;
Τα μάτια μας γίναν σχιστά σαν χαραμάδες.
Πάνε τρία χρόνια τώρα
που κλείσαμε στην κάσα τον νεκρό μας.
Με πύρους αναφιλητών καρφώσαμε το σκέπασμα.
Κι ούτε θυμάσαι πια το πρόσωπό του.
Μα δεν έχει τέλος αυτή η αγρυπνία.
Θα ’θελα να ’λεγα: Μην κλαις
και δεν αργεί να ξημερώσει,
σαν τα τρελά κοκόρια που λαλούν μες στο καταμεσήμερο.
Μα το σκοτάδι χύνεται αδιάκοπα απ’ την κάσα,
φέγγει πίσω απ’ τα βλέφαρα
και κουλουριάζεται στα σπλάχνα
τόσο που
νοητός δεν είναι πια ο ήλιος.
Κι ούτε θυμάμαι πια το πρόσωπό σου.
Έλα
να κάψουμε επιτέλους το κουφάρι,
να γκρεμίσουμε τους τοίχους της κάμαρης,
δος μου το χέρι
στα τυφλά
να χαράξουμε με το νύχι το στερέωμα
να ξεχορταριάσουμε αντάμα το μονοπάτι του ήλιου
και με τη ροδοδάκτυλη αυγή
να αποκοιμηθούμε.

ΒΑΒΥΛΩΝΑ
Στην άκρη του ιστορικού σου κέντρου
έξω απ’ τα τείχη
εκεί που θρέφει αναμνήσεις η Αμυίτις
σπαράσσοντας τη σάρκα του δαμάσκηνου
στη σκιά των κρεμαστών, αμαρτωλών σου, κήπων
ω Βαβυλώνα,
όσο οι γεωμέτρες κι οι αστρονόμοι μελετούν τους νόμους της διαίρεσης του μηδενός,
μόλο που εγκαθίστανται σε νέες ζώνες εμπορικών συναλλαγών και καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων,
όσο οι ιερείς του πύρινου Μαρδούκ μηνύουν την επιστροφή Του
ω Βαβυλώνα,
που ακμάζεις, παρακμάζεις και αέναα γιγαντώνεσαι
σαν όλες τις μεγάλες αυτοκρατορίες
στην άκρη του ιστορικού σου κέντρου
ενυπάρχω
όπως μια ρίζα ασθενής στο καθημερινό σου λεξιλόγιο.

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από την ποιητική συλλογή ΑΛΑΛΟ της Ιωάννας Χρήστου - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων με μια Εικόνα ART WORKS Skott Bergey 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις