ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΝΑ ΣΚΙΖΕΙ ΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΑΦΗΣΕ ΠΙΣΩ ΤΗΣ ΤΙΣ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ:

Η γιαγιά της, λέγανε, κίνησε με τον Ιάσονα, τα χρόνια εκείνα των αναζητήσεων, να φέρουνε το δέρας, να τ’ απλώσουνε στον ήλιο, να στραγγίξει το δέρμα από το αίμα που το πότισαν. Τη δέσανε στην πρύμνη. Άφησε στις Συμπληγάδες μια τούφα από τα ξύλινα μαλλιά της και στις Άρπυες τα βραχιόλια της, να ’χουν οι χθόνιες να ζηλεύουν. Την έλουζαν οι Νηρηίδες κι ερχότανε τη νύχτα στα κρυφά ο Πρωτέας και πλάγιαζε μαζί της, έστελνε και τους τρίτωνες, αν τη φυλάγουνε και να την οδηγούν να μην κακοπέσει στης Μήδειας τους χρησμούς. Την έφεραν πίσω, σκεπασμένη με το δέρας, με τα αμπάρια της Αργώς να τρίζουν απ’ τα λάφυρα. Τα ξύλα της τα κάψανε στου Δία το ναό, να χουν οι παραμυθάδες να ζεσταίνονται… Η μάνα της οδήγησε τους μεγάλους εξερευνητές των νέων κατακτήσεων, να βιάσουνε γυναίκες, να σφάξουνε παιδιά στο διάβα τους, μ’ ένα σταυρό να κρέμεται πάνω από τις λαμαρίνες των πανοπλιών τους. Μέθυσε με κρασί πιωμένο από καύκαλο «βαρβάρων», τη σύρανε στην Ιερουσαλήμ κι έβγαλε μπρος στο Σολομώντα τα εφτά της πέπλα, κουβάλησε τους βασιλιάδες στους πολέμους, είτε με λάβαρο στο χέρι, είτε απλωμένο επάνω τους, εσθήτα, πλάγιασε με κονκισταδόρους κι ιεραπόστολους… Χτύπησε πάνω σ’ ύφαλο κάπου στο Νέο Κόσμο· τα ξύλα της τα κάναν τύπες οι ιθαγενείς. Αυτή; Θα ‘ταν πιο ρομαντική. Θα ‘ταν από κείνα τα κορίτσια που ξάπλωναν ανάμεσα στα δέντρα την άνοιξη και κοιμούνται με το τελευταίο φεγγάρι του Αυγούστου. Θα ’πρεπε να διάβαζε όλο και πιο πολύ ποίηση, μπορεί και να ’γραφε. Κάποτε θα ’χε ερωτευτεί κάποιον, θα τον έπλασε με πρώτη ύλη τα ποιήματα και τα όνειρα εκείνα τα σαββατιάτικα. Αυτός θα πήγε σταυροφόρος στην Ανατολή, θα πολέμησε για δύο χούφτες άμμο και θα πέθανε με τ’ όνομά της μεταλαβιά στο στόμα. Τον θάψαν –αν τον θάψαν- πρόχειρα, μαζί με τόσους άλλους. Ο σελιδοδείκτης θα ’μεινε στάσιμος. Ανοησίες. Το ’σκασε νύχτα απ’ το σπίτι, έφυγε, είπαν, με κάποιο καράβι. Μπλέχτηκαν στα μαλλιά της φύκια, τα χείλη της γίναν αλμυρά, τα μάτια της ανοίξαν, γαλάζια… Γύριζε στα λιμάνια και κοιμόταν με ναύτες που τρέκλιζαν τα όνειρά τους πιωμένα και με φαροφύλακες αρχαίων φρυκτωριών. Την τελευταία φορά που την είδαν ταξίδευε κόντρα στο ρέμα προς τις ακτές του Γιβραλτάρ, με το φανάρι στο μέτωπο να παίζει και με το χέρι να σκίζει την ομίχλη των ονείρων των προγόνων της [Μ.Κ. Μώρος, Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ της ΞΥΛΙΝΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ -artworks : woodloops]




Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΤΡΟΙΑ

Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε νωρίς…
Οι Αχαιοί είχαν φύγει, βλέπαμε τα άσπρα πανιά
των κόκκινών τους πλοίων,
αφού μ’ αίμα γέμισαν τα σπλάχνα τους να ξεμακραίνουν.
Οι φωτιές καίγαν ακόμη στο στρατόπεδό τους.

Ξυπνήσαμε ανήμποροι να κάνουμε το οτιδήποτε…
Μέναμε να κοιτάζουμε ανήμποροι τα συντρίμμια των ναών,
των παλατιών και του μεγάλου της Ήρας Ναού…

Άλλοι από μας, για να κρύψουμε την ανημπόρια των χεριών μας,
διώχναμε μύγες – φαντάσματα ή ξορκίζαμε τις νεοθάνατες ψυχές,
να ξεστειχιώσουν τους αμφορείς και τα εφέστια ιερά μας,
που’ χαν κρυφτεί, μη τις ζηλέψει ο Άδης.

Ξάφνου ακούσαμε τη φωνή της τρελής γριάς, της Κλιμένης,
που’ χασε άντρα και δυο γιους απάνω στη δεκαετία.
Και χόρευε η γριά με τα ξεσκίδια ρούχα της,
βαμμένα στην κάτω άκρη κόκκινα,
με ξέπλεκα άσπρα τα μαλλιά κι ένα κλωνάρι δάφνης στο χέρι,
που απ’ το ναό που φύλαγ΄ η πριγκίπισσα, η μάντισσα,
σαν τηνε πήραν σκλάβα, το μάζεψε…
«Έλεθρος! Έλεθρος! Ελένη ώλεσας Ίλιον!»

Η τελευταία μάντισσα της Τροίας, η προαιώνια ερωμένη του Απόλλωνα
χόρευε μπρος στα πόδια μας το μαντικό χορό.

Τότε καταλάβαμε, πως κάθε επόμενη μέρα,
οι Αχαιοί θα φεύγουν κι εμείς θα μένουμε να ανασταίνουμε τις Τροίες,
με τις γριές τις μάντισσες να σέρνουν το χορό τους.

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΝΗΡΕΑ
Έφυγε νύχτα το τρωάδικο καράβι,
μη λάμψουνε στο φως του ήλιου τα λάφυρα – μη λάμψει κι η Ελένη –
και προδοθούν στους φύλακες,
που φεύγοντας, τον πάππο του να θάψει είχ’ ο Μενέλαος αφήσει.

Φύσαε αέρας ούριος·

ξύπνησε από τον ύπνο του ο Νηρέας στων κουπιών τα χτυπήματα.
Σηκώθηκε, ανέβηκε σε βράχο και φώναξε στο πλοίο:

« Πάψε την πλεύση σου Πριαμίδη
και γύρνα πάλι πίσω. Αυτή που πίσω σέρνεις
μεγάλο κακό στη γενιά σου θα φέρει και στου πατέρα σου τον οίκο τον παλαιό,
όταν με μαύρα πλοία κινήσουν οι Αχαιοί πίσω να την επάρουν.
Θα κάνει δύστυχες τις μάνες, θ’ αφήσει πίσω της ορφανά
κι ας λέγει η Κύπριδα όσα θέλει.
Γύρνα την πίσω και κράτα τα πλούτη, ξεναπάτη!
Καράβια, πόλεις κι άνδρες στο χαμό θα τραβήξει…»

Ο Πάρις, που στο νου του γυρόφερνε την κόρη του Δία,
γύρισε, κοίταξ’ αδιάφορα το θεό και διάταξε:

«Πρόσω!»


 ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ
Του άρεζαν πολύ οι επαναλήψεις.
Κάθε πρωί ξυπνούσε την ίδια ώρα, έτρωγε το ίδιο πρωινό, διαβάζοντας την ίδια εφημερίδα.
Μετά, οι σταθερές ώρες διδασκαλίας στο σχολείο
(το ίδιο μάθημα τριάντα χρόνια, με ύλη απαράλλαχτη).
Μόνος του γεύμα, παρά τα κάστρα,
Ύστερα ο αγαπημένος δίσκος με ρεμπέτικα του Τσιτσάνη.
Και κάθε βράδυ, η αιώνια αναζήτηση της ερωτόληπτης δόσης του
στα στενά κακόφημων συνοικιών.
Μόνο στην ποίησή του δεν είχε πρόγραμμα…
Πέθανε μόνος, στο δωμάτιό του, ανύπαντρος
με περιουσία του δυο μπλε τετράδια.
Τον είπανε «υπάνθρωπο», «κύναιδο» και «χαμερπή».

Δεν της άρεζαν καθόλου οι επαναλήψεις.
Κάθε πρωί, ξυπνούσε την ίδια ώρα, ετοίμαζε το ίδιο πρωινό, ξυπνούσε τον άντρα της.
Μετά, το ίδιο φιλί στο μάγουλο, το «καλό δρόμο»…
Η ετοιμασία του σπιτιού και του μεσημεριανού.
Το βράδυ, η ίδια αγκαλιά σ’ ένα ξένο αν κι απαράλλαχτο για χρόνια κρεββάτι.
Οι ίδιες αγωνίες κι οι ίδιοι φόβοι…
Πέρασαν τα χρόνια

διάβαζε όλο και περισσότερο ποίηση.
Πέθανε μόνη, στο σπίτι της, με ολόκληρη την οικογένειά της γύρω.
Την είπανε «γυναίκα», «μάνα» και «γιαγιά»

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις