«ΝΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ», «ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΟΚΑΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΠΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΠΑΛΙ ΕΥΑΛΩΤΗ»:

Με την κούραση στα μάτια μιας μέρας που ξεψύχησε / σπρώχνω το βλέμμα εντός να προχωρήσει / ανυπάκουο ως είναι πάντα /  σκοντάφτει σε κάθε μικρούλα αμυχή / κι έτσι ευτυχώς αργεί / τη λάθρα μου ψυχή γυμνή να δει / και πριν το φόρεμά της το άλλο να φορέσει –εκείνο που φτιαχτά την κολακεύει- / με μια φωνή υπόηχη / την άμορφη αλήθεια της πίσω να της γυρίσει… / Με έχει γονατίσει!.. Εισπνοή βαθιά / μάτια ανοιχτά εντός / πορεία προς τα πίσω / διαβαίνει ψάχνοντας / -άραγε να υπάρχει; - σε ποια σχισμή έχει κρυφτεί / για να σωθεί / εκείνο το αχ! / που τόλμησα κάποτε ν’ αγγίξω / όταν για λίγο / σώμα του χάρισε / μια νύχτα –για λίγο μόνο - / τόσο αντέχουν το εδώ / τ’ από αλλού φερμένα. / Ακόμη διαβαίνει… [κτερίσματα στίχων από τη συλλογή ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ της Ελένης Παπαδοπούλου, UNIVERSITY STUDIO PRESS εκδόσεις Επιστημονικών Βιβλίων και Περιοδικών  2003 – ART by merzbach anke]

Ένας καθρέφτης που σου αντιμιλά, ίσως με τις ίδιες σου τις λέξεις που με τόση μανία του πετάς, λέξεις που φλέγονται από κεραυνούς πτωτικών αισθήσεων κάθε πρωί στο σώμα που το διαβάζεις συλλαβιστά, λυγμοί στο μαξιλάρι πνιγμένοι, είναι κάποιες απ’ τις αρχικές εικόνες στην ποίηση της Ελένης Παπαδοπούλου που παίρνουν πρισματικές διαστάσεις καθώς ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να τις εντάξει στην  αναπάντεχη αλλά ευρηματική ιδέα της ποιήτριας να «εγκιβωτίσει» τους λυρικούς στοχασμούς της για τα σπουδαία θέματα της ζωής (αγάπη, έρωτας, ποίηση...) στον... «Υπέρηχο Εσωτερικών Διαβάσεων» Σ’ αυτή τη ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ λοιπόν η Ελένη Παπαδοπούλου μ’ ένα ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο «θηλάζει λαίμαργα» από τον Ουρανό Λέξεων Ψιθύρους Σιωπής και από αυτό το Τίποτα σαν «θρόισμα θαλασσινό» επιχειρεί να προσεγγίζει το άπειρο των σκέψεων και των ονείρων! Ταξιδεύει σε πελάγη μεταφορών και εικόνων ποίησης, «κολυμπάει δίχως βράγχια… στην αλήθεια της γυμνής ψυχής», «πριν το φόρεμά  της το άλλο να φορέσει…», το ενσωματωμένο στις «πλάκες» μιας ακτινογραφίας απενεργοποιημένων πόθων!. Τι γλυκές οι μεταστάσεις των αισθήσεων όταν και η πιο αναίμακτή διάθεσή τους καθαγιάζεται από τον ποιητή που θέλει τους ανθρώπους τόσο πολύ ωραίους που τους αναγκάζει να είναι (τουλάχιστον αυτούς που τον πιστεύουν)! Ως διαβάτης, λοιπόν, ευάλωτος στη μαγεία της Ποίησης, δεν μπορώ παρά να δηλώσω ερωτευμένος με τα μυστικά περάσματα που έχει η ΔΙΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ και να επανέρχομαι ξανά και ξανά στις «Πλάκες» των στίχων κι ως «όρνιο αρπακτικό γυμνό» να συλλέγω νέκταρ το πιο γλυκό από «το άπειρο,.. αυτό το τίποτα», που είναι όμως το παν: γυμνή η όμορφη αλήθεια της ψυχής, εκεί στης ρίμας το στενά, στης Ποίησης τον Υπέρηχο βλέπουμε να σχηματίζεται σταδιακά από υγρά σύμφωνα σύννεφα, πτερόεντα φωνήεντα πουλιά, το έμβρυο-λέξη αμνιακών στιγμών! Ο Ποιητής κόβει το λώρο κι έτσι γεννιέται Ομφάλιο Ποίημα! 

ΠΛΑΚΑ I «Τι κρίμα! Να σκέφτεσαι τόσα πολλά να κάνεις τόσα λίγα»
Στους διαβάτες


Στρογγυλεύει η φωνή τον πόνο να χωρέσει
διογκώνοντας τις χορδές
στο μάκρος της ζωής της διασταλμένης.
Ανοίγει διάπλατα το στόμα
να καταπιεί την ηδονή
μα μέσα του βαθιά
το «άλφα» γνωρίζει
δε δύναται να συγκρατεί
είναι για να ξοδεύει
να ταξιδεύει την αρχή
κι εντός της να πεθαίνει.

Βοή του βάθους βρόγχος στο λαιμό 
βουλιάζεις την ανάσα
μα δίχως βράγχια
με μάτια ανοιχτά και χέρια δεμένα
σαν ήμουνα παιδί
ένα κοχύλι που μιλούσε
μου έμαθε να κολυμπώ

να βηματίσω δε νοστάλγησα ποτέ μου

μα βράζει η ψυχή στ’ ασήκωτο το βάρος
των χεριών της
κάθε που τα’ όνειρο ν’ αγγίζει λαχταρά
και βρίθει από «αχ» βουβά

Γλιστρά ο ψίθυρος στην πλάτη της σιωπής
γρατζουνιά από νύχια λεπτά που
βλαστοί σε σώμα ξένο
άλλοτε τη νύχτα ιριδίζουν

κι άλλοτε
κάτω από το βάρος της στιγμής
σπάζουν

κι είναι τότε που φθόγγους
και ρήματα μαζεύω
να ρίξω μια βροχή
πτωτικές οι αισθήσεις
-των αισθήσεων, τις αισθήσεις-
κεραυνοί στη νύχτα φλέγουν τις λέξεις
που το πρωί στο σώμα σου συλλαβιστά διαβάζω

Δωμάτιο σκοτεινό
σταθερός βηματισμός γοργός
στο ρυθμό των φθόγγων
που από το στόμα σου αδέξια ξεφεύγουν

σε κάποιον, νομίζω, πως μιλάς

ξαφνικά το φως ανάβει
-τον πλήρωσες εγκαίρως τελικά το λογαριασμό-
κοιτάζεις γύρω, κανένας

μόνο στο βάθος στη σκοτεινή γωνιά
την ξεχασμένη από το χρόνο
ένας καθρέφτης σου αντιμιλά

ακόμα απορώ πού τις βρήκες
τόσες λέξεις
που με μανία του πετάς

έτσι που η μνήμη μου ατονεί
έτσι που κι εσύ το δρόμο της λήθης παίρνεις
βλέπω μπρος μου ψεύτικα να φαντάζουν
όλα αυτά που κάποτε τα έζησα
αδιάψευστη αλήθεια

κι έτσι απλά
μάταιους φθόγγους ερανίζω
λυγμοί στο μαξιλάρι μου πνιγμένοι

τι το σιχτιρίζεις όλη την ώρα:
δεν φταίει το ζάρι σου, καημένε,
είναι που δεν έμαθες ακόμη
τα πούλια σου πώς να κινείς
 [Ελένη Παπαδοπούλου, αποσπάσματα από την πρώτη ενότητα της συλλογής ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ εκδόσεις University Studio Press]

ΠΛΑΚΑ II «Ήθελε τους ανθρώπους τόσο πολύ ωραίους που τους ανάγκαζε να είναι»
Σ’ αυτούς που με πιστεύουν
Δυο άγγελοι στο σπίτι μου
ήρθαν απόψε
τους κέρασα γλυκό κρασί
και μέθυσαν με τους πόνους μου

σαν αίμα έρεαν τα δάκρυα
όχι καυτά –ζωντανά

ελαφροπάτητοι έφυγαν
όπως ήρθαν
τυλιγμένοι σα γαλάζια τους μαντήλια
με τις ασημένιες ονειρογραμμές
κουμπωμένοι στα παλτά τους
για να προφυλαχτούν
-όχι από το κρύο-
από τα αδιάκριτα βλεμματα.

απόμερη η στιγμή στο δύσβατο ποτάμι
χάρτινο το καράβι που μούσκεψε η βροχή
υδάτινες οι πέτρες
φράξουν το όνειρο
γρυλίζει ετοιμοθάνατα το κουρδισμένο ρολόι

Στενεύει η ζωή δαγκάνα
για να γυρίσει ο τροχός
να μπει στ’ αυλάκι το νερό
στ’ αμάξι η βενζίνη
τέσσερις οι ρόδες και κυλούν
κανένας στο τιμόνι
γκρίζα η άσφαλτος κι η υγρή
άσπρη η γραμμή
συνέχεια ξεμακραίνει
τρέχει ξοπίσω της ο νους
την ώρα που στην Εθνική οδό
αιφνίδια η στιγμή πεθαίνει

η ζώνη με τη μοίρα της
την είχε –είπανε-δεμένη

Ψυχή ενσωματωμένη
περιοδεύει τον κόσμο
συλλέγει ρωγμές
τον πόνο να στριμώξει
όπως-όπως
και μέσα εκεί
το αλλότριο εγώ της
θε να πνίξει

Να σταθώ
όχι να τρέξω
όχι να πέσω
απλά
για λίγο
μέσα μου να μοω

δε χωρώ

Σμίλευσα, σμίλευσα, σμίλευσα
και εν ήξερα πια
αν φτιάχνω ή καταστρέφω

Τόσο πολύ γιγαντώθηκε
το δάχτυλό μου
που με χώρεσε ολόκληρη
από πίσω
 [Ελένη Παπαδοπούλου, αποσπάσματα από τη δεύτερη ενότητα της συλλογής ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ εκδόσεις University Studio Press]

ΠΛΑΚΑ III «έρωτας κι άμυνα: έννοιες ασυμβίβαστες»
Κλειστό κι απόψε το ρημάδι
«μας φέρνει πιο κοντά»
ύστερα σου λένε

κομμένα καλώδια οι δρόμοι
κι οι πόθοι απενεργοποιημένοι
προσμένουν σιωπηρά
δυο χάδια
δυο λόγια γλυκά
για να φορτίσει ξανά
του έρωτα η μπαταρία

ποιος είπε πως είναι εύκολη πια
υπόθεση η τηλεπικοινωνία

Ναυαγισμένες οι λέξεις
όχι στα χείλη σου
μα στην ψυχή μου

έτσι φτάνουν

κι εγώ δεν ξέρω
αν είμαι πια ο ναυαγός
ή το λιμάνι της απαντοχής

Αλλοιωμένα τα πρόσωπα
κοιτούν το ένα το άλλο
δίχως μάτια δίχως λέξεις
μιλούν το ένα στο άλλο
και πνίγουν στο λυγμό
που κυλά απ’ τα χείλη τους
-παράταιρο δάκρυ-
το όνειρο
που διέσωσε το άλλο τους πρόσωπο
το ανεπίστρεπτα χαμένο.

«Στον έρωτα δινόμαστε γυμνοί»
έτσι μας λένε οι ποιητάδες.
Κι εγώ έτσι του δόθηκα
μόνο που οι ποιητάδες
ξέχασαν να πουν
τι όρνια αρπαχτικά γίνονται οι άνθρωποι
σαν σε δουν ανυπεράσπιστο
βορά στα λυσσασμένα μάτια τους.

Α! οι ποιητάδες να πήγαν
άραγε ποτέ
πέρα από το στίχο
να βρουν εκεί
-στης ρίμας το κενό-
το ξεσκισμένο τους κορμί
τρόπαιο αβάσταχτο και περιττό
του έρωτα;
 [Ελένη Παπαδοπούλου, αποσπάσματα από την Τρίτη ενότητα της συλλογής ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ εκδόσεις University Studio Press]

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα της Ελένης Παπαδοπούλου από τη συλλογή  ΔΙΑΒΑΣΗ ΨΥΧΗΣ, εκδόσεις University Studio Press - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων με μια Εικόνα ART WORKS merzbach anke

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις