Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΓΙΑ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΑΠΟ ΕΝΑ ΥΠΟΓΕΙΟ ΠΟΥ ΣΙΩΠΟΥΜΕ

… Μα τα ερείπια ήταν μέσα μας κι αλίμονο αργά το αντιληφθήκαμε πως είχαν κηρυχθεί «μνημείον διατηρητέον» (ΑΝΑΘΗΜΑΤΑ)… Άλλοτε απ’ την πλούσια γλώσσα μας έπαιρνα χιλιάδες λέξεις μα πάλι δύσκολα κατόρθωνα να επικοινωνώ με τους ανθρώπους, ήταν και οι εποχές εκείνες δυσκατάληπτες. Τώρα –μεγάλη δωρεά- μου αρκούν για τον εαυτό μου λίγες μονάχα λέξεις: αγάπη, θλίψη, φόβος, θάνατος και όχι σπάνια, βοήθεια! [ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΟΥ ΠΑΓΩΝΙΟΥ, 1992]  [κτερίσματα στίχων από ποιήματα  του Γιώργου Καφταντζή ART by  merzbach anke]



ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ
Γιατί να κάθομαι να γράφω στα καλά καθούμενα
τόσο λυπημένα ποιήματα;
Μα ξέρω πως θα βρέξει κι άλλο μαύρο
θα χύσει πικρό φαρμάκι ο καιρός
βλέπω τις χαμηλές ανθοδέσμες γεγονότων από νίτρο
που συνορεύουν με το θάνατο όπως το νύχι με το δάχτυλο
βλέπω πυρκαγιές και απεργίες και διαδηλώσεις
βλέπω επιδημίες, πολέμους, πείνα, εξεγέρσεις       
κι ανάμεσα στα τρύπια κόκκαλα
μυριάδες παπαρούνες κατακόκκινες
μυριάδες λάμπες σκοτωμένων.
Το πλοίο θα γίνει βράχος, ο ναύτης χελιδονόψαρο
τρίμματα η γενιά μας.
Έγκλειστη.
Το περασμένο παραλήρημα σε εκμαγείο γύψινο.
Κανένα πράγμα διάφανο.
Κι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο
απ’ αυτό το άνυδρο ρυάκι με στεγνά καράβια των παιδιών
να παρασυρθεί το μέλλον μας χωρίς ελπίδα επιστροφής.
Θα ’ρθει εποχή που πελώρια ποντίκια θα τρων τα όνειρα
τους εραστές πνιγμένους θα κατεβάζουν τα ποτάμια
θα κλείσουν όλα τα παράθυρα
το γάλα θα μαυρίσει
στον αέρα τεντωμένα ψόφια τα πουλιά
δε θα υπάρχουν ποιητές
υστερικές δασκάλες θα περιγράφουν στα τυφλά παιδιά
πένθιμα τοπία με ρίζες αιματοστάλακτες
 [ποιητικό κολάζ με στίχους από τα ποιήματα του Γιώργου Καφταντζή Νίκος Μπελογιάννης, Τα παραλειπόμενα και τη συλλογή Ο Περίπλους – περιέχεται στο δοκίμιο για τον ποιητή Ο Ελεγειογράφος των Σερρών της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, βιβλίο ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ, Δοκίμια για την Ποίηση, εκδόσεις Κέδρος 2015]

ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Το κάθε ποίημα είναι...
δεν τραγουδά κλειδώνει τη φλεγόμενη παραφορά
και περιμένει.

Αυτές που στόλιζαν τα στήθη με χρυσόψαρα
υφαίνουν στις φάμπρικες του καιρού
μια ελάχιστη αιωνιότητα.

Ήσυχο-ήσυχο κυλάει το χορτάρι γύρω στο χορτάρι
ποτάμι κοραλλιού και κει αχάτης.
Λοιπόν εσείς κυρίες μου πώς βολευτήκατε με το θάνατο;

Υπήρξαν και άλλες που λαχτάρησαν πολύ
μια νέα λάμψη από άλλο πράσινο
όπως το αρπαχτικό κλαδί την άνοιξη.
Έτσι πικράθηκε ο κόσμος. Για μια σκιά.
Μα τί απόμεινε απ' αυτές;
Κομμένα ρόδα υπνοβατικά
στη αγωνία του πέρα φεγγαριού
ξερή βροχή κουβαριασμένη
στο υπόγειο της νύχτας.

Τα μοναχικά τους χέρια
αμυδρές ανάβρες μεταξιού
κάτω από γκρίζα φύλλα, κρύα φύλλα βροχοφαγωμένα
συνάζουν τους σκιερούς ανθούς της Περσεφόνης
που όμως μυρίζουν μάταια.
Θαμπωμένο δρέπει και το δειλινό
κίτρινους κρόκους. Τι σιωπή εβένινη!
Έγιναν όλα ότι έγιναν τραγούδι
που αποζητά κι αυτό τη μούχλα του.

Το κάθε ποίημα είναι η ψυχή κάποιου πεθαμένου
δεν αναπνέει, δανείζει το ξένο πρόσωπο στον ουρανό
και περιμένει.

[Γιώργος Καφταντζής,  Από τη συλλογή Ελεγείες (1971)

ΚΛΕΙΩ
Τον βρήκε ήσυχο στη φυλακή
με ανοιγμένο τον μέγα ονειροκρίτη στη λέξη αίμα.
Επαίρονταν πως ήταν παρανοϊκός
ταξίδευε διαρκώς με το χρυσό του άρμα
μεταξύ Καλαμαριάς και μεγάλης Άρκτου.
Αγαπούσε την Κλειώ, έκπαγλος όρμος, μαγνητικό γαλάζιο
και μια νύχτα στραγγισμένη από σχήματα
τη χτύπησε με το σπαθί του γαλαξία στην καρδιά.
Εκείνη έγειρε βουβή κ’ έμεινε ακίνητη
για ένα δισεκατομμύριο τουλάχιστον αιώνες.
Τ’ άλλα ας μείνουν στο σκοτάδι.
[Από τη συλλογή Περίπλους, 1991]

Η ΓΡΑΜΜΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Εκείνη τη γυναίκα δεν τη γέννησε γυναίκα
το αίμα της δεν το νανούρισαν πουλιά
ένας σκοτεινός εγκολπωτής φιδιών διαλαλούσε
το κομμένο κεφάλι της σε δίσκο μπακιρένιο
τριγυρισμένο χάρτινα τριαντάφυλλα
έσταζε κίτρινο χαμόγελο στον κακό αέρα
η γραμμή της ζωής, είπε κρύα κοιτάζοντας
την τρυφερή παλάμη της γελαστής κοπέλας
χορδή τραγουδισμένη από βουνίσιες ανεμώνες
στίχος περίλαμπρος που δεν ανάβρυσε ακόμα
κόβεται από νεκρό μαχαίρι νεκρής στιγμής.
[Από τη συλλογή Περίπλους, 1991]

ΘΥΜΗΣΗ
Θα τους θυμάμαι πάντοτε από σκιές δεμένους
στα σκοτεινά δρομάκια του Κουλέ-Καφέ.
Από τότε άλλαξαν πολλά
σβήστηκαν τα ονόματα
τα σύννεφα πνίγουν τα καράβια και τα τρένα
το αίμα τους δεν κοιμάται τρομάζει το βράδυ τα παιδιά.
[Από τη συλλογή Περίπλους, 1991]

ΤΟ ΞΕΡΩ
Σαν ένας πρωτόγονος θεός το ξέρω
ότι θα γράφω με το χέρι σου
θα μιλώ με τη φωνή σου
θα περπατώ με την περπατησιά σου
κοιτάζοντας με το βλέμμα σου
στις λαμπερές προθήκες των βιβλιοπωλείων
τις νέες εκδόσεις των ποιητών
όταν το άπειρο θα ξεπηδάει απ’ την καρδιά μου
και μπροστά στο αιώνιο η νύχτα θα με ντύνει.
[Από τη συλλογή Περίπλους, 1991]

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Απάτητος ο δρόμος στο δαιμονικό Απρίλιο
τα τελευταία όνειρα πέτρες πεταμένες
στο πιο βαθύ πηγάδι του αίματός μου
το φως ξεχνιέται παίζοντας
τριγύρω απ’ την αέρινη περπατησιά σου
από καιρό η αγάπη μας δε μοιάζει με αγάπη
αστράφτει σαν το σπόρο μες στη γη.
[Από τη συλλογή Περίπλους, 1991]

ΣΤΟΛΙΣΜΕΝΟΙ
Στολισμένοι με τα αιμόφυρτα ρόδα της αγάπης
από έκθαμβα φύλλα και σμήνη εκστατικών στιγμών
προσπερνούμε ανώφελες περιοχές που σκοτώνουν τα όνειρα
γερασμένες σκιές, ξεστρατισμένες εποχές
και το φοβερό μυστήριο της σπασμένης λάμπας
κάτω απ’ τις στοιβαγμένες νύχτες όλων των ανθρώπων
γεμάτες τρύπες στουπωμένες με ξερές ψυχές
αφήνοντας πίσω μας ανέγγιχτη τη λήθη.
[Από τη συλλογή Περίπλους, 1991]

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ ΠΟΥ ΣΚΕΠΑΣΕΣ
Παλίρροια που σκέπασες την άργιλο του κορμιού μου
άρωμα που ξενυχτάς στους φράχτες των καιρών
στα μάτια σου μεσουρανεί το μενεξελί του ονείρου
σ’ αναζητάω άλλοτε σαν μαργαριτάρι βυθισμένο
κι άλλοτε σαν φωτιά στα χείλη ενός ορίζοντα
για το άνθος σου που καταστερίζεται
πηγαινοέρχεται το αίμα, βγάζουν φτερά οι μέλισσες
αναδύεσαι στάζοντας φως και καταχνιά
ζυμωμένη με τον πέτρινο αφρό του γιασεμιού
και την άλλη μισή λύπη του απείρου.
[Από τη συλλογή Περίπλους, 1991]

ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΝΕΜΟΡΦΗΣ
Αρμέγει τις πορτοκαλιές ο Έλληνας ο ήλιος
στο ρόδο το αμάραντο χρυσοφόρες μέλισσες.
Τρέμοντας από γλύκα και φιλί κάθισες και προγεμάτισες
μ’ ένα καρβέλι ουρανό κ’ ένα ποτήρι ήλιο.
Μα πότε κιόλας στολίστηκες με ψηφί μαργαριτάρι
πότε γιόμισες τον κόρφο σου άνθια και λιακάδα;
Αν είναι πικρή η αγάπη σου τον ήλιο μην τον συνορίζεσαι
ήλιος είναι κι ας χαμογελά ήλιος είναι κι ας λάμπει.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα ποιήματα του Γιώργου Καφταντζή αποτελούν υπογραμμίσεις ιστορίας, εξορκισμό θανάτου και μια φωτεινή επιγραφή που αναβοσβήνει, για να μας θυμίζει πως η σκληρότητα των πολεμοχαρών θρέφεται από τη μαλθακότητα των ειρηνόφιλων. Γράφει αντιπολεμική ποίηση που την αποδίδει εντούτοις με εσωτερικό ρυθμό στρατιωτικού βηματισμού, ενώ ο ίδιος, ως αληθινός ποιητής, παραμένει διχασμένος ή, αλλιώς διπλός άνθρωπος. Ο ένας μιλά στα πλήθη – ή μάλλον σε άδειες πλατείες που θα ’πρεπε να είναι γεμάτες από πλήθη, για να τον ακούσουν, και ο άλλος ζει στην επαρχία και αυτοβασανίζεται σ’ ένα είδος ντοστογιεφσκικού υπογείου: «μπουκιά- μπουκιά τη ζωή νηστεύοντας, γουλιά-γουλιά το σκοτάδι καταπίνοντας» [Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου ART WORKS  merzbach anke

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις