ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΦΟΡΕΣ: μια απορία μονάχα να λύσουν πού γεννιούνται και πού πεθαίνουν τα παραμύθια

Ποιος χωρίζει την αλήθεια απ’ τα ψέματα; Ποιος δικάζει μ’ ενοχή ποτισμένη από πόνο; Τι είναι αυτό που φοβάμαι στο σκοτάδι και το αγαπάω τόσο πολύ; Ποια αρχή περιμένω για να γράψω το τέλος της;  Γιατί όταν θυμάμαι θέλω να καίω; Ποια στιγμή θα χαρίσει ευλογία στις άκρες της πίκρας; Γιατί τώρα μιλάω μόνο πληγές; Πού είναι εκείνο το μέρος που γελούν παραμύθια; Γιατί πάντα χιονίζει στις ρωγμές των ματιών σου; Μια μικρή χαραμάδα απ’ ασβέστη διαγράφει τις μέρες μου. Πάντα θα ρωτώ απαντήσεις που φταίνε. Αιτίες κολλημένες στα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού. Στο λαιμό μου, κρέμονται κάτι πέτρινα όνειρα. Περιμένουν στη σειρά για ν’ ανθίσουν τα χρόνια. Το αριστερό μου πλευρό λείπει ακαθόριστα. Όταν έρθει η στιγμή θα το ντύσω μ’ αγκάθια. Να γεμίσει τις λέξεις που θα δείχνουν εκεί. Που κανένας και τίποτα δεν μπορεί να μετρήσει [ΛΗΞΗ της Μαρίας Χρονιάρη από το βιβλίο ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ, εκδόσεις Απόπειρα 2010]



ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ
Σήμερα όλες οι λέξεις θέλουν να μιλήσουν. Να πουν με λόγια ετούτες τις κραυγές. Και περπατούν στα νύχια επάνω στις χορδές της. Φοράνε κόκκινα και σαν σε πανηγύρι συνωστίζονται. Σπρώχνονται ποια θα φτάσει πρώτη πιο κοντά στα δόντια της. Σήμερα οι λέξεις, χιλιάδες φορές.
Μια ιστορία που ξέχασε το τέλος της. Κάθε φορά η κάθε ιστορία χάνει το τέλος της, την ώρα που η κορύφωση γυρεύει ν’ ανοιχτεί. Να κυματίσει στα σεντόνια ενός ληγμένου θριάμβου. Θα παραδώσει μια σκυτάλη που δεν έτρεξε πολύ. Δεν ίδρωσε στα χέρια την ώρα του αγώνα.
Περπατάει σαν πάπια για να προστατέψει τα δαχτυλίδια της. Τραγανίζει κάθε κόκκο άμμου στο στόμα της και φτύνει τα τσόφλια. Γέμισε η παραλία λείψανα. Με την άκρη της γλώσσας της χωρίζει τα κύματα που στάζουν στο στόμα της θολά. Όταν στεγνώσουν θα γίνουν πέτρες. Θα τις κάνει ψηφιδωτά για να στολίσει το σαλόνι.
Οργανώνει τις μέρες της ανάλογα με τη γεύση τους. Για πρωινό φρυγανίζει ψωμί να πασαλείψει πάνω του απομεινάρια από όνειρα. Δαγκώνει με δύναμη και καταπίνει τις μπουκιές της πνιχτά. Στριμώχνεται στη γωνία της κουζίνας και πίνει ληγμένες επιδερμίδες χτυπημένες στο μπλέντερ. Όλα τα σκεύη στοιβαγμένα στο νεροχύτη μοιάζουν με τρούλο λεηλατημένης εκκλησίας, ενώ το μάρμαρο αστράφτει ειρωνικά.
Στο κρεβάτι της σκαρφαλώνει μια άγευστη ωριμότητα. Βγάζει τα ρούχα της νωχελικά κι απλώνει απ’ άκρη σ’ άκρη τα πλοκάμια. Οι βεντούζες προδίδουν μια ασημαντότητα. Παρατηρεί προσεκτικά τις γραμμές απ’ τις ελπίδες. Ξεχασμένες ευχές γραπώνουν τον αυχένα της. Κρατάει μια σπάτουλα και διώχνει από το δέρμα κάθε τι που μοιάζει ψεύτικο. Τρίβει τόσο δυνατά που τα λέπια των στιγμών πετάγονται και κολλάνε στους τοίχους. Ένα μεγάλο δωμάτιο νεκροταφείο φλεβών.
Είχε αποφασίσει να αρνηθεί να δεχθεί. Η εξέλιξη των γεγονότων αυτή τη φορά δεν την αγγίζει. Ό,τι δεν θέλει να δει, δεν υπάρχει. Έφτασε ο καιρός να τα κάνει όλα ανάποδα. Δεν θα μάθει τη νέα ορθογραφία, θα κολλήσει τελείες στα ρούχα της, θα κρεμάσει σημασίες στα μαλλιά της. Η έννοια του πράγματος θα μείνει ανενεργή. Θα αδρανοποιήσει κάθε λειτουργία εξάρτησης που εξηγεί. Κάνουν καλό οι αναλύσεις.
Να μπορεί μόνο να θυμάται που έκρυψε την απόφαση. Όλα τα φωνήεντα πρέπει να καταργηθούν, κι από τα σύμφωνα να μείνει μόνο το σίγμα. Ίσως ακόμα να κρατήσει το μι.
Για την προστακτική της άρνησης
[Μαρία Χρονιάρη, Επειδή Μαζί, εκδόσεις Απόπειρα 2012]

ΧΩΡΑ
Βράδυ Δευτέρας. Ακροβατεί.
Μια θάλασσα χωρισμένη στα τρία.
Διαφορετική υφή. Χορός χρωμάτων.
Ο πεζόδρομος, νοητή γραμμή μιας αλλόκοτης γεωγραφίας.
Το παλιό τραίνο χορεύοντας της κλείνει το μάτι.
Ένα καρουζέλ ασάλευτα στημένο απέναντί της με όλα τα καθαρόαιμα να χτυπούν τα πέταλά τους.
Πλησιάζει. Το αγγίζει.
Τα δάχτυλά της βουλιάζουν. Ακινησία. Της στιγμής.
Γλείφει τα νύχια της. Σουφλέ σοκολάτας. Με παγωτό.
Στη μέση.
Ο στενός καναπές έχει πάρει το σχήμα του.
Τη φοράει. Δεύτερο ρούχο. Της αλητείας.
Σκισμένο τζιν σε λευκή επιδερμίδα.
Ένα ευμέγεθες κτήριο στα δεξιά της.
Επιγραφή της Εθνικής. Παλιγγενεσίας;
Του βγάζει τη γλώσσα και προσπερνά καρφώνοντας το πέτρινο οδόστρωμα.
Τα παιχνίδια έχουν τη δική τους ιστορία.
Τα ταΐζουν στρογγυλά μέταλλα για να τα καλοπιάσουν.
Απόψε κανείς δεν θα τα πάρει σπίτι του.
Στο ξύλινο τραπέζι κάνουν παρέλαση τα γράμματα.
Σε ένα ροζ μαξιλάρι, δύο εν τη γενέσει τους νύχτες.
Δεξιά και αριστερά, λέξεις που μυρίζουν καλοκαίρι.
Ένα ραντεβού στο σκάσιμο του κύματος.
Γράφει πάνω στα μάτια της.
Στο λιμάνι περιμένει ένα άλογο.
Μπαλαρίνα που αλλάζει παπούτσια στο ενδιάμεσο των χορών. Μέχρι την ώρα της λήξης.
Θα το σκοτώσουν όταν γεράσει;
Αυτός σιωπηλά παρακολουθεί την εξέλιξη. Μιας γυναίκας. Μοιάζει ευχαριστημένος. Συμφιλιώθηκε.
Έκανε την ειρήνη βραχιόλι και την έδεσε στο χέρι του.
Ο κόσμος πηγαινοέρχεται.
 Έτσι όπως στοιχίζονται, μοιάζουν με στρατιώτες την ώρα της πρωινής αναφοράς.
Φόρα το μπουφάν σου.
Δεν έχει φώτα και φοβάμαι.
Το γκάζι ξεχάστηκε σήμερα και άναψε φωτιά.
Δρόμοι αλυκές συνοδεύουν την πορεία.
Το σκοτάδι μυρίζει ιώδιο αέρας τρυπάει τις βλεφαρίδες της. Στη στροφή των Αγίων ακούγεται μια ησυχία.
Οι ρόδες συλλέγουν τα απολιθώματα.
Ένας σκορπιός σκαρφαλώνει στο αυτί της.
Θα με τσιμπήσει; Δύο ινδιάνικες καρδιές, δόλωμα για το δηλητήριό του.
Φυτρώνουν λουλούδια στις πέτρες;
Οι ανθοί γεννήθηκαν για να τροφοδοτούν το κεντρί.
Ένα σμήνος για κάθε βασίλισσα.
Στο νούμερο εννιά έχει ξαπλώσει ένα κρεβάτι.
Η σιωπή είναι το αντάλλαγμα της αγάπης ή η αγάπη της σιωπής;
Χέρια που έγιναν σιδηροτυπία στιγμών.
Στο μέρος που έζησε μαζί του πριν πάει.
Όλες τις υγρές νύχτες ενός καλοκαιριού.
Είκοσι χρόνια πίσω.
Παλινδρομική κίνηση μιας ελπίδας που θέλει να ζει.
Τώρα. Μετά. Εκεί.
Ξανά μαζί.
Με το ίδιο όνομα να ταξιδεύει στο διηνεκές.
Μέσα του. Κυρίως.
Βλέμματα καρφιά, χείλη με γεύση αλμύρα και δυο κορμιά. Είναι παράξενα κίτρινη μέσα στο μπλε.
Ανάβει το τελευταίο σπίρτο της θύμησής του.
Όταν χαράξει, τα σημάδια θα ζουν στη γλώσσα τους.
Στο άγγιγμα του δέρματος οι πόροι ανοίγουν και μπαίνει.
Η ηδονή.
Όλη η θάλασσα χύθηκε πάνω της.
[Μαρία Χρονιάρη, Επειδή Μαζί, εκδόσεις Απόπειρα 2012]

Η Μαρία Χρονιάρη κρατά σημειώσεις στα περιθώρια της μέρας της και της νύχτας και διαπράττει μικρά ποιήματα, τα οποία είναι σαν βιαστικές, αμελώς κρυπτογραφημένες, εγγραφές των συμβάντων που έχουν πέσει στην αντίληψή της – αλλά και των μη συμβάντων, αυτών που πέφτουν στιγμιαία, σαν αιφνίδιος ίσκιος, σαν αόριστη όχληση στο ασυνείδητο, καθώς διαπερνούν το προστατευτικό δίχτυ της καθημερινότητας και εξαερώνονται στο ανυπόστατο [Παλίνα Παμπούδη]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις