ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΝΙΣΜΟΥ: μακρόν προ μακρού οξύνεται, μακρόν προ βραχέος περισπάται! Εγώ τι κάνω;

Ο ένα-ένα τέσσερα το σαράντα τέσσερα και το άρθρο 28 τον γαμημένο τον κανονισμό, το γιες το νο. Το που δεν μπορώ να κοιμηθώ, το που δεν είναι οι γονείς μου στο χωριό, τα κόκαλά τους π’ αφήκαν στο δημόσιο κι οι δυο  κι άσχημα για τις συντάξεις τους να πρέπει να νιώθω τώρα εγώ. Τι όχι και τι ναι να πω; Λίγη σιωπή χρειάζομαι, λίγ’ ησυχία να σκεφτώ. Κι είναι κακό, είναι τρελό, είν’ ύποπτο αυτό. (Κοιτούν, με δείχνουν. Σκέφτεται αυτή. Κάνει τάχα πως σκέφτεται. Τι σκέφτεται και τι, προς τι; Έτοιμο το ’χει το ναι. Πριν καν γίν’ η ερώτηση, το έχει ήδη πει. Δύσκολη το παίζει, δύσκολη πολύ.)… Άδειο ή γεμάτο το κρεβάτι μου, δεν έχει σημασία. Γιατί στον αφαλό του, πάντοτε χαίνει μία τρύπα, που αν πέσεις μέσα, και λοιπά, και λοιπά. Ούτε το ναι ούτε το όχι: Ποίηση και δικαιοσύνη οι μυλόπετρές μου, δεν το διάλεξα. Ανάμεσα, σκούζω, αλέθομαι. Το να μην ανήκεις, να μην υπάγεσαι, δεν είναι δήλωση, δεν είν’ επιλογή. Είναι κατάσταση. Κωλοκατάσταση. Σας ραίνω. Με την αγάπη μου σας ραντίζω και με τη δυσκολία αυτή.  [Κατερίνα Χανδρινού, Τι Όχι και τι Ναι να πω, αναρτήθηκε στην Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη – ARTWORK: Antita Sto]


ΠΑΙΔΟΚΤΟΝΙΑ
Ήμουν έγκυος στο μήνα μου.
Κοίταξα τα μπούτια μου έν’ απόγευμα κι ήταν σαν πυλώνες της ΔΕΗ που στέκονται όρθιοι μες στη μπόρα.
Γέννησα μόνη μου στο δωμάτιο με τα πλακάκια.
Το αποκύημα ήταν ένα μικρό γαλάζιο σπουργίτι με πλαστικά μάτια.
Οβάλ.
Πίεσα το στήθος μου να το ταΐσω κι εκείνο έβγαλε φρουτόκρεμα. Το μωρό μου τη ρούφηξε με τα τρίγωνα χειλάκια του κι αποκοιμήθηκε δίπλα μου.
Έφερα κοντά ένα ρεσώ να το ζεσταίνει.
Με πήρε κι εμένα ο ύπνος μαζί του, χωρίς όνειρα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου, το φτέρωμά του ήδη καιγόταν από ώρα.
Το άρπαξα και το’ βαλα μάταια κάτω απ’ τη βρύση. Τα πλαστικά του μάτια με κοιτούσαν μες στα μάτια.
Ανακουφίστηκα.
Δεν θα χρειαζόταν να πω σε κανέναν πως είχα γεννήσει ένα γαλάζιο πουλί με πλαστικά μάτια. Ούτε να δικαιολογηθώ στον άντρα που είχα πριν από ένα μήνα κοιμηθεί μαζί και απορούσε πώς το παιδί στην κοιλιά μου
ήταν δικό του.
      

ΚΑΛΛΙΡΡΟΗΣ
Ο λόγος που δεν αυτοκτονώ δεν είσαι συ: είναι κάτι αρχαίοι στύλοι
δωρικοί
που υψώνονται αναπάντεχα, ανάμεσα στα σκατά της πόλης που
μεγάλωσα.

ΖΩΗ ΜΕ ΑΟΜΑΤΟ
Παντρεύτηκα έναν
Τυφλό
για να’ ναι καλός και
να μπορώ.
Κάθε μεσημέρι,
«για να μου φτιάξει το κέφι»,
έβαζε μουσικές στη διαπασών και χόρευε στο κέντρο περίπου
του σαλονιού.
Μια μέρα,
κι ενώ χόρευε,
τσάκισε τη μέση του με τρόπο τέτοιο,
που ένα τεράστιο χάπι μπλε
από την τσέπη του βρέθηκε στο πάτωμα.
Έσκυψα, το μάζεψα, δεν είπα τίποτα, πήγα στο μπάνιο, εκείνος χόρευε.
Αδύνατον να το καταπιώ,
το άφησα να λιώσει στη γλώσσα μου
κι αυτό
άρχισε να διαλύεται όπως ας πούμε μια ταμπλέτα πλυντηρίου.
Όταν επέστρεψα στο σαλόνι
εκείνος με τα χέρια ψηλά ακόμη χόρευε
και τη χαρακτηριστική στο πρόσωπο
έκφραση
ενός όποιου αόμματου
είναι σίγουρος ότι τον κάνουν χάζι.

ΠΟΥΡΙΤΑΝΙΣΜΟΣ
Κάπου στο κέντρο του κρεβατιού μου, υπάρχει μια μαύρη τρύπα που οδηγεί στο μεσαίωνα.
Αν πέσεις μέσα, συναντάς υπερήλικες νομικούς με μαύρες τηβέννους να δουλεύουν νυχθημερόν σε ψηλοτάβανες βιβλιοθήκες.
Πλάι σ’ ένα κερί, προσπαθούν να επαναφέρουν καταργημένους κώδικες και ψηφίσματα που έκαναν επί αιώνες τον κόσμο σκυθρωπό.

Ο Η ΑΠΑΤΡΙΣ
Ο η άπατρις
Νομίζω χρησιμοποιώ τη λέξη πατρίδα
Όταν μόνο τα καλοκαίρια την επιγραφή διαβάζω φωναχτά :

«Εις την οικίαν ταύτην απέθανε ο εν Ζακύνθω μεν γεννηθείς
την δε Κέρκυραν ως ιδιαιτέραν πατρίδα αυτού αγαπήσας και
επί μακρόν εν αυτή διατρίψας…»
και λοιπά και λοιπά- κατ’ ανάγκη δηλαδή

Ο η άπατρις
Νομίζω ότ’ η καρδιά μου στρατοκόπος
Φοράει μπότες
Κάθε μέρα περνάει τα σύνορα-
Μια για να μπει και μια να βγει
Να βγει

Ο η άπατρις
Έχει στροφές το ποίημα, λακούβες
Γίνονται έργα, το βλέπεις, χαίνει.
Έχει μπλε λεκάνες πλαστικές ανάποδα γυρισμένες
Και έχει πλεξούδες μεστωμένα σκόρδα
Το ποίημα της πατρίδας

Ο η άπατρις, πού να πάω και πώς να βγει το ποίημα
Όταν πλάι στην Αμφιλοχία
Να ‘σου το Μακρυνόρος
Δίπλα στην κοιλότητα ο γκρεμός
Πώς να βγει το ποίημα
Και πώς να πω πατρίδα

Ο η άπατρις αγαπώ
Σ’ αγαπώ
Μ’ εγκλωβισμό γεωγραφικό
Με γλώσσα
Με αυτισμό
Μ’ όλον τον τρόπο του τοπίου

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα της Κατερίνας Χανδρινού που γεννήθηκε κάποια στιγμή στο Χολαργό. Ίκτερο δεν εμφάνισε και έκλαψε αμέσως. Γράφει με ό,τι βρει μπροστά της στα e-περιοδικά…  για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων με μια Εικόνα ART WORKS: Amita Sto  

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις