ΤΟΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΠΛΑΝΙΕΤΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΛΗ:

Μια μέρα θα γίνουμε όλοι αστοί, ύστερα θα πιάσουμε από ένα προάστιο στον ουρανό να τραγουδάμε αναπαμένοι το τραγούδι των καλοκαιρινών τρένων, θα περνάμε γελαστά απογεύματα και αμήχανα πρωινά σε λιμάνια εστέτ σκουριασμένα χωρίς να πεθαίνει χωρίς να γίνεται τίποτα! Οι ποιητές θα έχουν χαθεί από καιρό και θα ’χουμε σκοτώσει όλους τους τρελούς… (ΟΠΟΤΕ ή ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ…) μην πεις αύριο τώρα είναι, δεν το θέλω να περιμένω τον έρωτα ή το σώμα σου ή αυτό το ρίγος απ’ τα δάχτυλά σου… Αν θες να τρέξεις έλα να τρέξουμε τώρα, να πιάσουμε χίλιους υακίνθους αυτή τη βροχερή ημέρα μέσα στ’ όνειρο που θα ζωγραφίσουμε στο μαγικό μας πίνακα των παιδικών εικόνων… Όλα είναι τώρα… Τι περιμένουμε; Ο κόσμος καταποντίζεται τώρα, η φωνή καιρό ακονισμένη να φωνάξουμε τώρα και να δώσουμε τώρα, να αγγίξουμε τώρα, να διεκδικήσουμε όλα για το τώρα μας και τα ταξίδια εκείνα που αναβλήθηκαν για αύριο κι όλα εκείνα τα λόγια που κρύψαμε στο στόμα! Να πετάξουμε τώρα πιασμένοι απ’ την ουρά ενός μπαλονιού ψηλά ως τα σύννεφα, γιατί οι άνθρωπο τώρα είναι κι όλες οι σκέψεις αύριο θα ’ναι κουρασμένες και το δίκιο μας μέσα σ’ όλο το δίκιο μας που όλο περιμένει το αύριο του… Αν είχαμε δυο-τρεις ώρες στη διάθεσή μας, θα μπορούσα να σου ζωγραφίσω όπως ζωγραφίζουν τα παιδιά για τις μανάδες τους, χωρίς να ξέρουν τι είναι μάνα, θα σου έφτιαχνα νερό με λεμόνι και δυόσμο και θα φιλούσα τον αφαλό σου καθώς θα ανέλυες την ενδεκάτη θέση του Φόυερμπαχ… [Κατερίνα Ζησάκη, αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή της ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΣΦΑΓΕΙΟ με μια εικόνα ποιητική της Christine Ellger


ΕΣΥ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ
όταν ξεκίνησε ένα φως ήταν ταξίδι
ένα βρέφος πρώτη φορά στον ήλιο
μαθαίνει τον κόσμο
άγρια ζωή οι πρώτες λέξεις
τώρα μετενσαρκώνομαι
και κάθε μέρα είμαι άλλος
και ποιος να είμαι δεν αποφάσισα ποτέ
κλείνω τα μάτια χορεύω μελωδία χωρίς σχήμα
τέσσερα χέρια στο πιάνο η φαντασία
και σαν χόλυγουντ σκηνή γίνομαι διάφανη
και μπαίνουν μέσα μου οι φωνές όλων των ανθρώπων
με ήχο σαν φύσημα
γίνομαι όλοι και ένας κάθε φορά
τώρα είμαι εκείνος ο ερωτευμένος που έχασε τα ίχνη της
τώρα η μάνα που θηλάζει ένα παιδί ξένο
και τώρα βρέχει
κι είμαι ο άστεγος που όλοι περπατούν δυο μέτρα μακριά μου
μη με μυρίσουν μην αισθανθούν τη μοναξιά ή την απόγνωση
βρέχει κρυώνω
τώρα ένα αγρίμι
μέσα από δυο σκοτεινές τρύπες κοιτάζω τη μέρα
που την αδίκησα και μ’ εκδικείται
και τώρα ο φαύνος στο απομεσήμερό του
τώρα ο Ρεμπώ στην αφρική πιωμένος
τώρα το χέρι που γράφει ένα στίχο στον πιο βρώμικο τοίχο της πόλης
κι όλες τις μέρες εικοσιοχτώ χρόνων είμαι ένας άλλος
και ποιος να είμαι δεν αποφάσισα ποτέ
είμαι όλοι
τώρα κανείς
μόνο ένα χαρωπό σκοτάδι
τέσσερα χέρια στο πιάνο η φαντασία
ρυθμός που αυλακώνει τα γράμματα
το ποίημα παρτιτούρα
μη
μη με σημαδεύετε
το κενό δεν σκοτώνεται
κι εγώ με άδειασα στο πιο μικρό κουτί
με σφράγισα για να σωθώ απ’ τον κόσμο που με έμαθε να αδειάζω
να πνίγω τα χαμόγελα και να φοβάμαι τα κλεισμένα μάτια
ένα δύο τρία
τέσσερα χέρια στο πιάνο η φαντασία
τώρα
ανοίγω το κουτί φοράω τα σπλάχνα μου πάλι
κι ας μην έχω γράψει ούτε ένα καλό ποίημα
έχω το στήθος μου προτεταμένο
σημαδέψτε με τώρα
είμαι όλοι κι ο κάθε ένας και κανένας μαζί
και μπαίνουν μέσα μου οι φωνές όλων των ανθρώπων
μια παρτιτούρα γράμματα σβήνω τη στίξη
γιατί ένας κόμπος έγινε
δένει όλα τα όνειρα στο πάτωμα
μόνο οι λέξεις
τέσσερα χέρια στο πιάνο η φαντασία
κι ένας ολόκληρος καπνισμένος πλανήτης με σημαδεύει
σημαδέψτε με τώρα
να γίνω η λέξη που θα σώσει τον κόσμο

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΑΥΡΙΟ
 τώρα είναι
δεν το θέλω να περιμένω
τον έρωτα ή το σώμα σου
ή αυτό το ρίγος απ’ τα δάχτυλά σου
όλα πιο τώρα από ποτέ
αν θες να τρέξεις έλα
να τρέξουμε τώρα
να πιάσουμε χίλιους υάκινθους αυτή τη βροχερή ημέρα
μέσα στ’ όνειρο που θα ζωγραφίσουμε
στο μαγικό μας πίνακα των παιδικών εικόνων
και το άδικο
κι αυτό τώρα είναι
περίμενες να ξημερώσει για να χαϊδέψεις τα παιδιά
να παίξεις με τα αδέσποτα σκυλιά και με τον ήλιο
όμως εδώ τώρα είναι
μέρα και νύχτα
κι όποιος πεινάει
όποιος κοιμάται στο δρόμο
όποιος πεθαίνει και προσπέρασες
όλα είναι τώρα
τι περιμένουμε
ο κόσμος καταποντίζεται τώρα
η φωνή καιρό ακονισμένη
να φωνάξουμε τώρα
και να δώσουμε τώρα
να αγγίξουμε τώρα
να διεκδικήσουμε όλα για το τώρα μας
και τα ταξίδια εκείνα που αναβλήθηκαν για αύριο
κι όλα εκείνα τα λόγια που κρύψαμε στο στόμα
να πετάξουμε τώρα
πιασμένοι απ’ την ουρά ενός μπαλονιού
ψηλά ως τα σύννεφα
γιατί κι οι άνθρωποι τώρα είναι
κι όλες οι σκέψεις αύριο θα ‘ναι κουρασμένες
και το δίκιο μας
μέσα σ’ όλα το δίκιο μας
που όλο περιμένει το αύριό του
να χαράξει είπες
να μην ξυπνήσουμε τους γείτονες
μη γελάς τόσο δυνατά
ξάπλωσε σώπα
όμως τώρα είναι
κι η επιθυμία το πιο γερό ξυπνητήρι στον κόσμο
κι η αλήθεια μου - γεννημένη χρόνια
αύριο ίσως να ’ναι μια άλλη
πριν ακόμα να προλάβει να ειπωθεί
δεν περιμένω
την αυγή ή τον πόλεμο
ή αυτό το αιώνια αυριανό καλοκαίρι
αν θες να ζήσεις έλα
να ζήσουμε τώρα
και να μεθύσουμε
με όλα εκείνα τα χαμόγελα που βρίσκουμε στο δρόμο
κι όλα πιο δρόμος από ποτέ
μην πεις αύριο
τώρα είναι

ΜΗ Ν ΒΑΖΕΙΣ ΜΑΥΡΑ ΓΙΝΕΣΑΙ ΣΤΟΧΟΣ:

[ΠΗΓΗ: Κατερίνα Ζησακη, Ισορίες από το Ονειροσφαγείο: Ποίηση του δρόμου, του αστικού βομβαρδισμένου τοπίου, ίσως η σοβαρότερη και ειλικρινέστερη –διάβαζε αυθεντικότερη εκδοχή/καταγραφή της απόγνωσης των νέων για όσα βασανιστικά τους φορτώνει η εποχή (και κυρίως οι εκφραστές της θεματοφύλακες του συστήματος και των συμφερόντων τους). Ας μη θεωρηθεί επομένως ποίηση-καταγγελία, γιατί αν σκύψουμε στα γραπτά της Ζησάκη θα αντλήσουμε όλη την ουσία μιας γενιάς που στο τέλος –είναι βέβαιο, θα κάνει το δικό της παιχνίδι: το δάχτυλό μου θα βουτήξω μες στα έμμηνα/ κι αντί για χείλη θα σου φτιάξω μια ρωγμή.  Ο κόσμος, η ιστορία, οι λέξεις, που μας λείπουν για να τις χαρίσουμε στη ζωή, αλλά και η σιωπή, ο φόβος, οι απουσίες, η πόλη το πρωί ένας σωρός σκοτωμένες πέτρες, τα ερωτήματα που υποκρύπτουν ελπίδα: θα ξαναρθούν και γελαστές και γελασμένες μέρες, είναι τα υλικά της ποίησης της Κατερίνας Ζησάκη.

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα της Κατερίνας Ζησάκη από την πρώτη ποιητική συλλογή της ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΣΦΑΓΕΙΟ - για την αντιγραφή και την επικόλληση
Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων με μια Εικόνα
ART WORKS: Christine Ellger   

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις