ΚΑΙΡΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΓΙΑ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΜΟ: ΟΤΑΝ ΤΟ ΞΥΛΟ ΠΑΛΙΩΝΕΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΤΗ ΛΑΜΨΗ ΤΟΥ

Κι εγώ ενεός, απάνω στο κατάστρωμα του σκοτεινού ιστιοφόρου με φρίκη βουβή διαπιστώνω πως δεν είμαι καν ένας ανώνυμος υπάλληλος ένας απλός κουρασμένος ταξιδιώτης. Αλλά ένας από τους εφτά νέους της Αθήνας που κάθε χρόνο στέλνονται βορά στου αιώνιου Μινώταυρου την ακόρεστη πείνα! [από τις ΔΙΑΚΟΠΕΣ 1978 που περιέχεται στη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΝΥΧΤΑ ΕΦΗΜΕΡΙΑΣ]



ΚΙ ΕΓΩ ΕΝΕΟΣ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΙΣΤΙΟΦΟΡΟΥ, ΚΑΘΟΜΑΙ ΚΑΙ ΡΕΜΒΑΖΩ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΛΦΙΝΙΑ:
Καλοκαίρι. Κι αυτή η μοιραία πόλις η Αθήνα
σωστό καμίνι που μες στα πυρωμένα του ντουβάρια
εμείς (σα δροσερά κλωνάρια) νυχταμέρα καρβουνιάζουμε.
Καιρός λοιπόν για παραθερισμό. Α, η ονειρώδης άδεια
της εντιμότατης θυγατρικής από τέταρτο γάμο
εταιρίας!
Σήμερα Σάββατο Ιουλίου 15 παίρνω λοιπόν το πλοίο
για την Κρήτη. Κάθομαι και ρεμβάζω στο κατάστρωμα
τη θάλασσα και τα δελφίνια.
Αλλά καθώς ο ήλιος βασιλεύει κι ένας ένας αποσύρονται
οι ταξιδιώτες, ένα ρολόι μέσα μου γυρίζει
κάπου δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω.
Το καινούργιο ferry boat Candia γίνεται ξάφνου
ένα παμπάλαιο ιστιοφόρο.
Στην Κνωσό, τα ανάκτορα του Μίνωα λάμπουνε ακόμα
φωταγωγημένα από την έπαρση της νίκης και τα λάφυρα
του άμοιρου Αιγαία.
Πρίγκιπες των κρίνων κυκλοφορούνε στις αλέες
και δασύτριχοι ταύροι χτυπώντας ανυπόμονα τα πόδια τους
στους ασημένιους στάβλους.
Κι εγώ ενεός, απάνω στο κατάστρωμα του σκοτεινού ιστιοφόρου
με φρίκη βουβή διαπιστώνω πως δεν είμαι καν
ένας ανώνυμος υπάλληλος ένας απλός
κουρασμένος ταξιδιώτης. Αλλά ένας από τους εφτά
νέους της Αθήνας που κάθε χρόνο στέλνονται βορά
στου αιώνιου Μινώταυρου την ακόρεστη πείνα.
[ΔΙΑΚΟΠΕΣ 1978 από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΝΥΧΤΑ ΕΦΗΜΕΡΙΑΣ]


ΟΤΑΝ ΤΟ ΞΥΛΟ ΠΑΛΙΩΝΕΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΤΗ ΛΑΜΨΗ ΤΟΥ:
Η φωτιά που με καίει για να περνώ από τον εαυτό μου
στα θαύματα. Για να είναι το ανέγγιχτο
η προέκταση των χεριών μου, το αθέατο η πείνα
για τους άλλους οφθαλμούς: η παραληρηματική μου όραση.
Ας έρθει λοιπόν να κατακάψει εκείνο που πονούσα
σαρκωμένο στο χθες και καθόλου στο αύριο.

Όταν το ξύλο παλιώνει ονειρεύεται
τη λάμψη του.

Α το κομμένο χέρι μου είναι μάτι, η θλίψη μου είναι
μουσική, το κάθετι που λείπει είναι όνειρο
με πονεί και το ζωγραφίζω. Είναι τάφος και μήτρα
 Το κάθε καρφί και η κάθε λέξη που γράφω
γίνεται φύλλο στον ουρανό.
Μιλώ με τις πέτρες, χορταίνω μια βαθύτερη πείνα
με λέξεις καρπούς.
Κατεβαίνω -γυμνός πλησιάζω τον κόσμο
απ' τη μεριά της τρέλας του, από καιούμενα όνειρα
πλησιάζω τη νύχτα απ' την πλευρό του φόβου σας!

Παραμιλώ μεσημέρι στον ύπνο
Παραμιλώ μεσημέρι στο θάνατο.

Η θλίψη μου είναι μουσική. Τα γαβγίσματά μου
α! τα γαβγίσματά μου είναι πράσινα και μικρά.
Είναι γεμάτα πουλιά και οράματα!

[Η ΦΩΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη ΝΥΧΤΑ ΕΦΗΜΕΡΙΑΣ]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις