ΤΩΡΑ ΜΙΑ ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ – ΤΙ ΚΑΛΑ ΠΟΥ ’ΝΑΙ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΞΕΦΩΤΟ

Λοιπόν είμαι ολομόναχη όπως το ζήτησα. Αποκομμένη από το στήθος που στενάζει ανέμους άκακους. Φυσάει και δεν κρυώνω πια. Είμαι ολομόναχη, φυσάει. Τα δένδρα χάνονται σ’ αδέξιες χειρονομίες, σκέφτονται κάτι ανήλικο, θ’ ανθίσουν. Αλληλούια! Ο κορυφαίος των φύλλων αναστρέφεται. Στην άλλη όψη, το ρίνισμα του ασημιού που αποκολλήθηκε από τη βιασμένη μουσική… Καληνύχτα, νύχτα μου. Είμαι ολομόναχη! [από τα ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ της Παυλίνας Παμπούδη, συλλογή ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ]




Εκείνοι εποπτεύουν
Με την ευδαιμονία υδρόφυτου
Κόμης νεκρού σαλεύοντας
Κάτω από πηχτά, ιριδίζοντα νερά
-Ξέρεις τι θέλω να πω; οι άλλοι οργίζονται,
Εύηχη λέξη όπως οργώνω, οργανώνω, όργανο,
Κραυγές κι ύστερα πάλι οργίζονται.
(Οι δρόμοι, εννοείται, τόσο αθώοι, σαν οριζόντια βροχή)
Οι άλλοι, πάλι, στα δαιδαλώδη θερμοκήπια
Παρασκευάζουν αγωνίας αποστάγματα
Θλίψεις διυλισμένες – ξερεις…

Α, όμως, τι καλά που ’ναι σ’ αυτό το ξέφωτο!

Γέρνω ανάσκελα,
ανατρέποντας για μια στιγμή
την τάξη του κόσμου.
Τα δένδρα φεύγουν λοξά,
ο ήλιος τεμαχίζεται από ένα φύλλο.
Κλείνω τα μάτια.
Ένα σμήνος ξετρελαμένα,
εύφλεκτα χρώματα
κι εσύ πλάι μου…

… το ζεστό σώμα σου, τόσο κοντά,
τόσο απαραίτητο…
Μπορώ να το απαιτήσω.

Α, όμως τι καλά που ’ναι σ’ αυτό το ξέφωτο!

Λοιπόν
είμαι ολομόναχη
όπως το ζήτησα.
Αποκομμένη από το στήθος που στενάζει
ανέμους άκακους.
Φυσάει και δεν κρυώνω πια
είμαι ολομόναχη
φυσάει.
Τα δένδρα χάνονται σε αδέξιες χειρονομίες
σκέφτονται κάτι ανήλικο
θ’ ανθίσουν.
Αλληλούια.
Ο κορυφαίος των φύλλων αναστρέφεται.
Στην άλλη όψη,
το ρίνισμα του ασημιού που αποκολλήθηκε
από τη βιασμένη μουσική.

Καληνύχτα νύχτα μου
είμαι ολομόναχη.

Είχα ένα αγόρι, ένα άγριο άνεμο,
ένα ποτάμι που έγινε αναφιλητό.

Τώρα,
μια παπαρούνα
σημάδεψε τη θέση της καρδιάς του.
Τώρα,
είν’ η φωνή του
που πετά για το νοτιά.

Τώρα,
δυο ηλιοτρόπια
τα μάτια του που τόσο είχα φιλήσει.
Τώρα,
τα όνειρά του
χάνονται μες στα χόρτα σαν δροσιά.

Την Τρίτη μέρα δεν αναστήθηκε
Είκοσι μέρες κοιμάται μέσα στη βροχή 

Ξέρεις, είμαι ένα ευφυές κενό.
Βαθαίνοντας για να κρύβεται ο κόσμος.
Ο κόσμος ο ακέφαλος
που εξεμούν οι κινηματογράφοι
κι οι προσευχές μου.
Ξέρεις, ήμουν ένα πανούργο μηχάνημα
που παρήγαγε χίλια μωρά αγγέλων
άσπρα και τυφλά.
Καλά.
Έτσι μ’ αγάπησα.
Είχα κάπου κι ένα άνθος.
Βρέχει-



(ΣΤΟ ΞΕΦΩΤΟ από τη συλλογή ΣΧΕΔΟΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ- συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων της ΠΑΥΛΙΝΑΣ ΠΑΜΠΟΥΔΗ «Τιμαλφή)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις