ΞΑΝΑΖΕΙΣ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΜΕΣΑ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΠΟΚΡΗΜΝΟ ΠΟΥ ΣΕ ΤΥΛΙΓΕΙ ΔΙΧΩΣ ΜΕΤΑ ΚΑΙ ΠΡΙΝ

Προσπαθώ το ποίημα δίχως αέρα Το μάτι που σκίζεται τον απέραντο χώρο Πουλιά του τενεκέ του ανέμου Κι όπου θέλει ο άνεμος τώρα Τα γυμνά πριν απ’ το πριν όλα Προσπαθώ από πέρυσι πρόπερσι Από έναν κάποτε χρόνο Ένα ποίημα απρόοπτο προσπαθώ Τελευταίο σκοινί στο λαιμό οι μικροί θάνατοι κι ο παλιός τρελός Εγώ να θυμάμαι εδώ Μόνο η νύχτα τρέμει πάνω απ ΄τα κόκαλα Ενός παπά ο πιο μαύρος ψαλμός Το καθετί ένα μικρό κτήνος με φόβο ερχόταν πάνω μου Κύματα ρημαγμένου φεγγαριού και άγρια γέλια Σα λεκέδες Και πάλι κύματα και αγρία γέλια μέσα σε νταντέλες Έπειτα πέθανα σ’ ένα δωμάτιο Ο χώρος ήταν κάτι Σα μπλε που σερνόταν Ιδίως άσπρος μετά το φόνο Μια γυναίκα ξεκίναγε τραγούδια απ’ τα χέρια μόνο Τα έπαιρνε μετά και τα έβαζε μέσα στο στόμα Προσπάθησα πόσο προσπάθησα Τα τραγούδια χάθηκαν οι κουρτίνες κιτρίνισαν Το πρόσωπό μου ξέρω δεν θα το βρω Άδειος και κούφιος μέσα στα μεσημέρια θα περπατώ Μονάχος πια θα ταξιδέψω Λίγο να νιώσω ανθρώπων ομιλίες Μέσα σε καφενεία σε οίκους ανοχής σε τρένα [Αλέξης Τραϊνός, Τελευταίο σχοινί στο λαιμό]



ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ
Ανεβαίνουν κάποτε όλα την κοφτερή στιγμή του φωτός
Σποράδες βράχων γυμνών στη γαλάζια διάρκεια
Αλατισμένα νησιά κόκκινα ίσαλα
Σκαπανεβάσματα πουλιών μέσα στη χίμαιρα
Μέσα στην ορθωμένη στιγμή του φωτοβόλου κενού
Τα χέρια σου ακούμπησαν για μια στιγμή
Για μια μόνο στιγμή το διαβατικό κύκλωμα
Το κοκάλιασμα της μέρας
Το κοκάλιασμα της ορμής της μέρας
Κάτω από τους τυφλωμένους αστερισμούς
Σκισμένα στόματα σχεδιασμένα στο σκούρο γρανίτη
Τον αμνημόνευτο χρόνο του χρόνου
Εδώ ανάμεσα μακρύτερα και κοντά μας
Νήσος τις εστίν επί κυμάτων θαλάσσης
Νησός τις εστίν επί κυμάτων
Νήσος τις εστί
Και τα χέρια σου στο νησί πάνω του γύρω του
Ακόμα πιο βαθιά μέσα του σε ερείπια σεισμών
Όπως το ποίημα πιάνοντάς το να ξεφεύγει
Ή το ψάρι σ’ ένα πέρασμα σιωπής
Προσπαθώντας να σηκωθείς όχι μόνο τη λέξη
Όχι τη λέξη δέντρο αλλά το ίδιο το δέντρο
Όχι τη λέξη αγάπη μα την αγάπη
Απομεινάρι τραυματισμένο φτωχό θρύψαλο
Ανθρωπότητας μερμηγκιών
Φαγωμένες κατατομές γυναικών που ναυάγησαν
Απ’ τα πρώτα τους χρόνια σ’ αφόρητη θλίψη
Για μια ξένη υπόθεση ή έστω δικιά τους
Για το τίποτα έστω στο έμπα της μέρας
Στο έμπα της νύχτας, στο έμπα του κόσμου
Μές απ’ τη λεωφόρο των Πελασγών
Κακοτράχαλη σε στεριά και σε θάλασσα
Ταξιδεύοντας από βορινά σημάδια
Άστρα και ζώα πανάρχαια
Και πολύχρωμα πλοία σ’ Αιγαία λιμάνια
Ξαναζείς τη στιγμή στον πολλαπλασιασμό του κενού
Μέσα σ’ αυτό το φως τ’ απόκρημνο που σε τυλίγει
Δίχως μετά και πριν στεγνή στιγμή
Μέσα στους κόλπους του άχρονου
Τέλος κι αρχή σου

ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟΣ ΣΚΟΡΠΙΟΣ
Έγινε βράδυ πάλι
Ποίημα του δωματίου
Κατοικίδιος σκορπιός κατεβαίνει απ' το ταβάνι
Και πρέπει να μείνουν λίγες ώρες μαζί
Σ' αυτό το τοπίο μόνο κι επιληπτικό
Απ' τη λυπημένη σπατάλη μιας σκέψης
Μια Σαχάρα από καθρέφτες
Όπου εγώ και ο θάνατος
Συναντιόμαστε κάθε μέρα σχεδόν
Με τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις
Τις ίδιες νύχτες
Βλέποντας κι απόψε
Αυτό το ζαχαρί ζευγάρι
Με μια σκόρπια διάθεση
Απ' το καπνισμένο μάτι
Λέξεων μόνον καθώς επιπλέουνε στο ποίημα
Ή με τη σίγουρη σημασία ενός σκορπιού
Να πλέει σ' αυτό το κουβαριασμένο
Στο πάτωμα ζευγάρι κάλτσες
Για τι πράγμα Τι τέλος
Γιατί μιλώ όχι από μένα
Δε διατείνομαι τίποτα ούτε και διαθέτω
Ελάχιστα πράγματα βλέπω
Κάθε λίγο και κάτι χαλάει
Οι σωλήνες οι φλέβες ο ύπνος οι λάμπες
Γιατί έχω ένα μάτι γεμάτο καπνούς Άδειο
Αυτό να φωτογραφίσεις
Μα δεν μπόρεσες ούτε καν να στραφείς
Προς τα 'κει που αυτό καταστρέφεται
Γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω
Ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο
Πεταμένος σε τούτο το γήινο τοπίο του '77
Θυμάμαι πότε πότε διάφορα πράγματα
Απορώ με διάφορα πράγματα
Τι κάνουν τα ρούχα της πεθαμένης
Μετά που φεύγει
Τι κάνουν τις λέξεις του ποιητή
Μετά που μένει
Γιατί τελείωσα σήμερα το προηγούμενο ποίημα
Με μιαν αμνησία γύρω από τις λέξεις
Πού γράψαν τις λέξεις μου
Γιατί τέλειωσα
Αυτή 'ναι η Σαχάρα
Με τους σκορπιούς της επάνω μου
Πάνω στην πλάτη μου
Στην πλάτη της πλάνης
Σ' όλα τα πλάτη
Η γεωγραφία μ' άρεζε κάποτε
Όμως τώρα τόσο χαμένες
Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου
Σε μια δίνη.
(ΠΗΓΗ: Αλέξης Τραϊνός, Κατοικίδιος Σκορπιός, από τη συλλογή: Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems 1977)

(αντί βιογραφικού ποίημα του Γιώργου Βέη για τον Αλέξη Τραϊνό):
Ο ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΝΟΣ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ:
Έλα στο σπίτι να γράψουμε ποιήματα,
Με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,
Η νύχτα διπλή δίχως σταθμό,
Μ’ όλα τα μίλια της μηχανής και του χρόνου στο φουλ
Έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι του νου,
Έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελλά ποιήματα,
Θυμάμαι που μού το ‘λέγες τόσες φορές
Και σ’ άκουγα στο βάθος της πολυκατοικίας
Οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,
Με τα πατζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,
Για να μην μπαίνει το φως του καλοκαιριού
Στο πικ απ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα
Και εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,
Μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,
Με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας
Με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς
Για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ της μοίρας
Με το τηλέφωνο κατεβασμένο,
Σε πόναγε το κουδούνισμα απ΄ το υπερπέραν,
Στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί σου μαχαιρωμένοι
Με το στιλέτο που έκοβες τις σελίδες και τις φέτες της ζωής σου,
Τ΄ άδεια μπουκάλια στο πάτωμα, σφυρίχτρες του θανάτου,
Μου τελείωσαν τα τσιγάρα, μου τέλειωσαν οι στίχοι,
Έλα να γράψουμε άλλα ποιήματα
Έχω Johnie Walker σήμερα,
Με πήρες προχθές τηλέφωνο εδώ στο Μανχάταν,
Μου’ πες θα’ ρθεις Χριστούγεννα
Κι εγώ σε πήρα όπως πάντα στα σοβαρά,
Θα’ χουν μεγαλώσει πολύ τα γένια σου
Θα ‘ χεις γκριζάρει κι εσύ Αλέξη,
Θα πάμε βόλτα στην Πέμπτη λεωφόρο
Δε θα βρέξει καθόλου εφέτος, στ’ ορκίζομαι Αλέξη,
Δε θα λιώσουν πότε τα χέρια σου και τα ποιήματά σου,
Νόμιζα ότι σε είδα χτες στο δρόμο,
Ότι μου ‘ κάνες τάχα έκπλήξη
Κι έψαχνες να με βρεις στην πόλη.
Φώναξα, τράβήξα κάποιον απ’ τον ώμο
Γύρισε και με κοίταξε ένα μελαχρινό αγόρι
Είχε τα μάτια σου,
Αλέξη πάρε με στο τηλέφωνο
Για να χω έτοιμο το καλύτερο ουίσκυ που κυλλά εδώ
Θα φτιάξω και το μαγνητόφωνο για να μου διαβάσεις
Τα καινούρια σου ποιήματα, αυτά που λες
Τα «πέντε χρόνια στο σκοτάδι»,
Θα φτιάξω και το μικρό μου τρένο
Για να γυρίσουμε πίσω μαζί στην Σαλονίκη [25 Δεκεμβρίου 1985]

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα του Αλέξη Τραϊνού  - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων με μια Εικόνα ART WORKS 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις