ΕΧΩ ΕΝΑ ΑΓΡΙΜΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ, ΚΑΝΕΙ ΛΙΤΑΝΕΙΕΣ ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΑ, ΚΑΝΕΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ, ΟΤΑΝ ΜΥΣΤΕΣ ΑΝΑΒΟΥΝ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Ξεχειλώνει το χρόνο σκορπώντας τον στο πουθενά ανάμεσα στο πάντα. Τη μια στιγμή θέλει αγάπη, την άλλη θέλει έρωτα, μετά θέλει αλήθεια, άλλοτε διψασμένο με κοιτά με μάτια λυπημένα, να περπατήσει λέει θέλει σε όλα τα απάτητα. Έχω ένα αγρίμι μέσα μου, κάποτε με κοιτά σαν ένα βρέφος που θέλει μέσα στη νύχτα το βυζί, κάποτε με κοιτά σαν άνθρωπος που ανακάλυψε το μυστικό της αθανασίας… Το ταΐζω, το περπατώ, το πλένω στη βροχή, το αφήνω να λιαστεί, όλα μπορω να του τα κάνω. Ένα όμως δεν μπορώ, να προσποιηθώ πως δεν υπάρχει…  [Πόπη Συνοδινού, Το αχόρταγο]


ΚΙ ΑΓΑΠΗΣΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΟΛΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΟΛΗ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ρο:
Η Ρέα, η Ρέα που τον έκανε ν’ αγαπήσει απ’ την αρχή τα γράμματα με τον τρόπο που τα μίλαγε.
Πρόφερε το ρο με έναν τρόπο που νόμιζε πως το έλεγε ένα σπάνιο εξωτικό πτηνό.
Κι όχι άνθρωπος.
Έπιανε την άκρη του, το τύλιγε στη γλώσσα της και το έβγαζε στον αέρα φυσώντας το με χάρη ενός χορευτή στον πάγο.
Ενός τραγουδιστή απ’ τα Ιόνια νησιά.
Ενός ψαρά που ξεπλέκει απ’ τα δίχτυα του ένα μέρος της θάλασσας σε μια πλευρά της μπονάτσας.
Ρρρ το άκουγε απ’ το στόμα της
κι ένιωθε τη θερμοκρασία του νερού απ’ την υγρασία της νύχτας.
Κι αγάπησε τις λέξεις όλες που είχαν μέσα τους το ρ.
Είχε κάνει χιλιόμετρα
χορεύοντας στην ασημένια πίστα η παράξενη Ρέα.
Τα ένωνε στο μυαλό του και χανόταν στο μάκρος των ποδιών της.
Και σιγά-σιγά ξέχασε όλα εκείνα που ’χε διαβάσει στα Πανεπιστήμια.
Ήταν αυτή αυτοκρατόρισσα στον μυστικό κήπο του.
Και σκόρπισε μέσα του τη λήθη για όσα πριν ήξερε για τον κόσμο.
Και ξαφνικά καμιά διάθεση να κερδίσει το χαμένο χρόνο του.
Αυτός ήθελε να φτιάξει έναν νέο και ηγέτης να ’ναι αυτή.
Με τη δύναμη ενός σαματά.
Τη δύναμη ενός πεσιμιστή.
Κάθε βράδυ ήταν μπροστά στα πόδια της.
Μα δεν κοιτούσε τα πόδια της.
Το κορμί της.
Κοίταγε τον ήχο που έβγαζε η γλώσσα της, την κίνηση των χειλιών της.
Την πλήρωνε να κάτσει δίπλα του
κάνοντας του παρέα και την έβαζε να του μιλάει.
Της πρότεινε να κάνουν ένα ταξίδι.
Του είπε όχι.
Μα το όχι δεν είχε το ρο
Κι άρχισε αυτός να βηματίζει νευρικά στο άδειο σπίτι.
Ξάπλωσε κάτω στο πάτωμα κι άνοιξε τα χέρια του λέγοντας (είμαι μόνος).
Και ξεχύθηκε το ρο στους τοίχους.
Μύρισε παντού η ηχώ.
Κι άνθισε με τη μοναξιά του.
Η Ρέα, το χρωματιστό που χόρευε σαν να πετάει
πάνω από τα λερά μυαλά κείνων των μεθυσμένων ανδρών
Που χόρευε τραγουδώντας μέσα απ’ το κορμί της το ρο.
Που κανείς δεν άκουγε σε κείνο το άθλιο καταγώγιο.
Και μια νύχτα ήρθε κραδαίνοντας μπροστά της ένα χαρτί.
Την παρακάλε να διαβάσει.
Κι αυτή άρχισε.
(Ρεβέκκα, ραψωδός, ρέζους, ρέκβιεμ, ρεσάλτο, ρίζα ρινοφωνία, ριψοκίνδυνος)
κι άλλες λέξεις που είχαν ανάμεσα το ρο.
Και τα έγραψε σε μια ταινία.
Τα πήγε σπίτι του.
Έκανε μπάνιο ακούγοντας στη διαπασών.
Μέσα σε μεγάλη ένταση.
Και πήρε την απόφαση.
Σταμάτησε να τρώει. Να πίνει νερό.
Να υπάρχει βηματίζοντας έξω.
Να παράγει έργο.
Να μιλάει στο τηλέφωνο.
Να ακούγεται σαν ένα κοσμικό όνομα.
Έγινε απόκοσμος.
Κι έσβησε δίχως μεταμέλεια ακούγοντας το ρο.
Κι όταν αυτός δεν υπήρχε πια στη γη έγινε το κακό.
Τη Ρέα του την χτύπησε με δύναμη στο πηγούνι
ένας εραστής που ζήλευε.
Και έφυγαν δυο δόντια με δύναμη στο πάτωμα.
Κι όταν τα αντικατέστησε δεν έλεγε πια έτσι το ρο.
Και ξέχασε κι η ίδια πως κάποτε ρονρόνιζε σαν ένα εξωτικό πουλί.
Κι έγινε πάλι η Ρέα που χόρευε τσουλώντας πάνω σε έναν ασημένιο σωλήνα.
Και τίποτε άλλο….

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα της Πόπης Συνοδινού από το ιστολόγιο της ή από αναρτήσεις σε ηλεκτρονικά περιοδικά  - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων με μια Εικόνα  

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις