ΟΤΑΝ ΓΥΜΝΩΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΣ ΑΠ’ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΟΥΣ ΡΙΓΟΣ ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΑΙΩΝΙΑ, ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ;

Βοήθησε με Θεέ μου των κακών και των λυπημένων, Θεέ των αχόρταγων ψυχών και των καταραμένων, βοήθησε να περάσει η εποχή του καμένου χόρτου, της περιφρονημένης αυγής που ξανά με κουλουριάζει γύρω από την αχρηστία του σώματος μου. Τώρα που έχω πια αδειάσει απ’ την αβάσταχτη νοσταλγία για ευτυχία βοήθησε τα ποτάμια, τα γαλάζια πολύβουα ποτάμια της νιότης να μπαζωθούν καλά με ήσυχους τάφους συζητήσεων κι ανούσια τριαντάφυλλα ανυποψίαστων μορφών [στίχοι από τη συλλογή Ο ΛΥΚΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ της Ζέφης Δαράκη]

ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΝΕΧΟΜΑΙ ΑΚΟΜΑ:
Αν και φοράω κάτι ρούχα μόλις καρφιτσωμένα
στη ράχη των ώμων και γλιστράω
ανάμεσα στο πλήθος και σε σένα
Διαφορετικά
να παίζω με τα τροχοφόρα
Βλαστημάνε και κάνουν κάτι τρελούς ελιγμούς γύρω απ’ το μέλλον μου
σα να θέλουνε να μ’ αποφύγουν
Αλλά γιατί
χειρονομώ και κλαίω
Ή δεν χειρονομώ και ούτε κλαίω
όμως είναι σαν να τους λέω
Μη με αφήνετε σε τόση μοναξιά η αυτοκτονία
είναι η πιο βαθιά επικοινωνία



ΜΕΡΕΝΙΑ
Μερένια θα ’ταν ένα ωραίο όνομα για να υπάρξω
σ’ έναν άλλο κόσμο δίχως δοκίμια και δίχως ιστορία
και σα μαύρος καπνός η αλήθεια.
Μα πάντα με τον έρωτα ολομόναχη!

ολομόναχη στο τερατώδες δωμάτιο
που θα το κάνω να δακρύσει
Ανεπιθύμητη κι επιθυμητή
με στολίδια κι άλλα μαρτύρια της ομορφιάς

Ω σωτήρια πόρτα
που δεν ακούστηκε επάνω σου το κλάμα
Τα τρεμάμενα χέρια της λύπης σωτήρια βροχή
Κι ο ωροδείχτης
να δείχνει πέντε η ώρα το πρωί
Μερένια θα ’ταν ένα ανύδυνο όνομα
για να υπάρξω σ’ έναν άλλο κόσμο
Δίχως κατάπληξη και δίχως οργή.

ΜΑΥΡΗ ΤΟΥΛΙΠΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
Τι κατάκοπο πάθος
μαύρη τουλίπα της μνήμης φυσάει
ο Μπαχ σε κατάξερα φύλλα σαν αέρας
Τοίχοι σκισμένοι από φωνές
νεκρωμένες
Δάκρυα που σέρνονται αβλαβή ερπετά
σε σωπασμένο χώμα
Ω περιφρονημένο σώμα κλάμα
στα γόνατά μου λυγισμένο

Τι κατάκοπο πάθος
Ιούλιε πίσω απ’ τις φυλλωσιές
μ’ ένα τρελό έφηβο στο βλέμμα

Τι συντριμμένο πάθος μαύρη βεντάλια
από φωτιά άνοιξε μου τον κόσμο

Θέλω να δω στου Πόρου το βυθό
την κατάκοπη βέρα.

ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ ΕΚΕΙΝΗ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΝΟΣ ΑΝΔΡΑ
Είχε ένα άδικο αίσθημα αυστηρής δικαιοσύνης

Η δικαιοσύνη είναι άδικο πράγμα
Ωστε γι’ αυτό είστε τόσο δίκαιη

Μαρμάρινα μαρμάρινα κατέβαιναν κρουνός τα σκαλοπάτια
Κι  όσο περίμενα στη λάμψη της λίμνης
ήμουν λυπημένη
Με σκούριασαν οι υποθέσεις των άλλων
γυρίζει και μου λέει ο αγαπημένος μου
Κι ήτανε πιο ωχρός
κι από τη τσίγκινη δύση όταν ήρθε
Μα πού είναι τα δάση;
Περπάτησε πάλι με το μισοσκόταδο στήθος σου
γεμάτο λουλούδια
να δω τα δάση

Θυμάμαι την ξύλινη προβλήτα
Την επιείκεια της θάλασσας και
το βαρύ μελάνι των μαλλιών της
Τις νύχτες λέγαμε πολλά
Ο ορίζοντας εβάθαινε στο τέλμα των άστρων
Κουβεντιάζαμε γι’ αυτό το ξάφνιασμα της αγάπης
γι’ αυτό τον τρόμο
Μόνο που δεν μιλούσαμε

Οι ΛΕΞΕΙΣ μέσα στο ΠΟΙΗΜΑ, εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι ΕΙΚΟΝΕΣ που τις έντυσαν, λαβύρινθος επιθυμίας ΛΕΞΕΩΝ για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν, για να δείχνουν την απόσταση που μας χωρίζει από τον τρόπο να ’μαστε άγγελοι με φύλο! Κι οι ΛΕΞΕΙΣ που έντυσαν σήμερα την εικόνα του ποιήματος είναι από τη συλλογή Ο ΛΥΚΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ της Ζέφης Δαράκη - για την αντιγραφή και επικόλληση: Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις