ΕΛΕΝΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΕ ΤΗ ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΦΤΕΡΝΑ:

Από τους άντρες κρατάω απόσταση πιο πολύ από κείνους που σε θέλουν για μάνα – ελένη των δυο ποταμών τρέμει το χείλι σου από θυμό πνιγμένο, ελένη των περιστεριών της κρύας θάλασσας χρόνια στον πάγκο της αναμονής μες  στα προάστια  ή στους προθάλαμους των ιατρείων, ελένη της φωτιάς, αναμοχλεύοντας δάκρια παλιά πετώντας πέτρες στο κορμί που θέλει ν’ αλωθεί από τους αγαπητικούς σου παίρνω απόσταση, ελένη της σφαγής σάμπως τι να μου έδινες αν γύρναγα μαζί σου στα χωράφια τα ίχνη ψάχνοντας, αν και τον ύπνο μου θυσίαζα ακούγοντας τον αρχαίο σου μύθο στα τείχη  που’ χει  ανάγκη η ομορφιά σου καταδικάζεις τα αρσενικά στην έξαψη κι ύστερα διασύρεις τα κορμιά τους στα πεδία [ΕΛΕΝΗ ΙΙ του Γιώργου Καρτάκη]


ΓΥΝΑΙΚΑ
αυτό που διψά προκαλεί
αναστάτωση
φέρνει
πιο κοντά τα κορμιά και τα κύτταρα
χάνουν τον έλεγχο
ιερή είναι η πείνα
που φωλιάζει στα φύλλα
ανυποψίαστοι οι βλαστοί
περιμένουν το δάγκωμα
ένα κορμί που υψώνεται αγνοεί
το φθινόπωρο
τους υλοτόμους του δήμου
που ζητούν στα κλαδάκια ανάμεσα
της ρίζας να πιάσουν τη φλέβα
αγγίζω κάποτε λυγισμένος την αλήθεια
αποδείξεις μου οι όροφοι
τα άστρωτα κρεβάτια απαρηγόρητα
το πρωί
χάσκοντας
την απουσία
και ακίνητα ίχνη
που εμμένουν στο όνειρο
ξεκινήσαμε άοπλοι οπλισμένοι
λαχτάρα
δίψα για παραμύθια
ιδανική
στο κέντρο μένει η ψυχή
παιδική
εγώ το κλάμα μου  κράτησα
βαθειά
κανείς δεν το βλέπει
όταν λειώνει το πρόσωπο
εμφανίζονται χρόνια
στο μέτωπο
δεν τ ΄ αγγίζει κανείς
από τις λίμνες του μυαλού μου
περιστέρια λευκά
αποκολλούνται τα όνειρα
τη φωνή σου χαρίζω
αξιώνω το πέταγμα

VESTALIS
στο σκοτάδι κρύβω την ουσία μου
κι εκεί ψάχνω τις νύχτες να δω αν ζει
μακριά απ’ τα βλέμματα ψάχνω
στα φρύγανα τα ταπεινά
που περιφρόνησαν
του σκοταδιού είναι η ουσία μου
κάποτε σε σώμα θολωτό
την περιφέρω –
είμαι όμορφη
δοσμένη στην κυοφορία των σπλάχνων μου –
ο κόσμος μόνο τότε με αντιλαμβάνεται :
με μια παράξενη ευγένεια
θέσεις μου παραχωρεί στα λεωφορεία
την άλλη στιγμή γίνομαι τροφός
μα ευτυχώς που η καθημερινότητα
κρύβει την αγιοσύνη μου
όσοι τρυπήσαν την κοιλιά μου
βρήκαν το θάνατο
κι όσοι τα βάθη μου γευτήκαν
εκείνο ποθούν
δεν έχει σκάλα το κορμί μου –
δεν ανεβοκατεβαίνει κανείς κατά βούληση `
στις στέρνες μου πίνουν τα περιστέρια
στα νερά σκεπασμένοι καθρεφτίζονται
οι αρσενικοί που μ’ αγάπησαν
αιώνιοι
πιο πολύ και από το θεό

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
γυρνώντας από τη σιωπή
δε βρήκα κανένα
δεν ήξερα ποια ήταν η πρόθεση
για αυτή τη φωτιά
η ζεστασιά ή η αποτέφρωση
-όμως λειώνει κι η στάχτη στο χώμα
και χάνεται στα κύματα -
δε βρήκα κανένα στα ολόφωτα παράθυρα
που προσκαλούσαν μαγνητίζοντας να δω το μέσα:
έρημη έκταση παγερή
κατάλευκη
σαν αίθουσα υποδοχής κρεματορίων
φορούν οι χώροι επίσημη στολή
για να καλύψουν την κατάρρευση
να αναχαιτίζονται οι τριγμοί
περιμένοντας
θα περάσω τις μέρες μου
περιμένοντας άνεμο –
είμαι σύμφωνος
ακούς τη σιωπή;
ένα λεπτό κορμί
μέχρι να το σβήσει το φως
κι η σιγή
όλα όσα συντελούνται
είναι για την ψυχή…

[Γιώργος Καρτάκης γεννήθηκε το 1963 στα Χανιά. Σπούδασε, έζησε και δούλεψε για αρκετά χρόνια στη Γερμανία. Τώρα ζει στα Χανιά, όπου εργάζεται ως καθηγητής. Έχει διακριθεί σε δύο λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (α΄ και β΄ θέση αντίστοιχα) και έχει δημοσιεύσει ποιήματά του σε εφημερίδες και περιοδικά. Παράλληλα ασχολείται με τα εικαστικά και έχει εκθέσει δύο φορές στην Κολωνία της Ομοσπονδιακής Γερμανίας

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις