ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ: ΚΑΘΕ ΣΚΟΠΙΜΗ ΛΕΞΗ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΗ ΝΑΥΤΙΑ ΤΗΣ, ΚΑΘΕ ΣΚΟΠΙΜΗ ΠΡΑΞΗ ΧΑΝΕΙ ΤΗΝ ΑΣΤΡΑΦΕΓΓΙΑ ΤΗΣ

Έπεφτε σάπιζε το όραμα σα μήλο μέσα στα βάθη των ανθρώπων… Ένα μαύρο σύννεφο μεγάλωνε άλλαζε σχήμα στο πλευρό τους. Η μάχη χάνονταν μέρα τη μέρα, οι ώρες σφύριζαν σαν τα καλάμια, οι νύχτες μπάζανε νερά… Από παντού με διώχνουν και μέσα στα ερείπια που καπνίζουν τότε αναδύονται θαύματα… Κατεβαίνει λάμποντας ένας τράγος στο μυαλό μου. Αποδιοπομπαίος. Εκεί που δε βελάζει καμιά μίμηση φωνής κανένα σφαχτάρι. Εκεί που ο ύπνος μας μυρίζει βάραθρο και δυόσμο… Με λεπτούς επιθανάτιους σπασμούς οργιάζουν τα σώματα πάνω σε χαλκοπράσινα χαλιά… Τελειώνει όμως το φιτίλι! Καταρρέει με κρότο φωτεινή γαλάζια τζαμαρία ο ουρανός. Πέφτει καρμανιόλα στα πιστά κεφάλια. Πέφτει έναστρη φαντασμαγορική γκιλοτίνα χωρίς δίκη. Σπάζει τώρα το φτερό. Σπάζει το φρένο. Γεμίζει σίδερα ο χρόνος. Γίνεται βίδες η αιωνιότητα… Ένα θραύσμα ονείρου κάθε σπιθαμή… Κι ένιωσα βαθιά στο φόβο να σαλεύει ένα κόκκινο αίσθημα ή άνθος ή πουλί. Κι ένιωσα το ύψος και την πτώση πάνω και κάτω κάθετη παλίρροια. Κι ένιωσα ως μέσα τον ίλιγγο που γινόταν αίφνης το άρωμα του γκρεμού!.. Λάσπες κι αμίλητα ερωτηματικά, ωραίες χαραυγές και μεταπτώσεις στο βαθύ φαράγγι, στο βαθύ ακατέργαστο μυαλό… Ξεράθηκαν τα λόγια μέσα του οι πέτρες φράξανε την κοίτη της φωνής.  [κτερίσματα στίχων από τη συλλογή ΝΥΧΤΑ ΕΦΗΜΕΡΙΑΣ του Μανώλη Πρατικάκη, εκδόσεις Εγνατία, σειρά ΤΡΑΜ 1980]



ΝΙΟΤΗ ΘΑΜΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΗ, ΜΙΣΗ ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΑΝΕΜΟΣ
Έρχεται γκρίζο μαύρο μπαίνει το βουνό στη μνήμη κάποτε σαν όνειρο.
Καπνίζει φλέγεται, μάλλον ανάμνηση φωτιάς, ο Γιάννης, ο Χαρίλαος (ονόματα συντρόφων ή φαντάσματα) ζούνε; πεθάνανε; χαράδρες που σκεφτήκανε μαζί σπηλιές στα βάθη ο φανός ο φωτισμένος τορναδόρος παγερά σημάδια σιωπής χαμένοι σύνδεσμοι στο φρέσκο χιόνι τα αίματα, η ατέλειωτη πλαγιά τα πρόχειρα φορεία από κλώνους δρυ το μαύρο χόρτο μέσα σύννεφα ανεξερεύνητες κοιλάδες και βαθύτερα η νύχτα να σκεπάζει τους νεκρούς συντρόφους τα μεγάλα φυσερά στο τρομερό σιδηρουργείο της άνοιξης οι παράφορες φωνές των αηδονιών που σε τρελαίνουν.
Βροχές ολοένα και παράξενα τριξίματα στον ύπνο του οπλές αλόγων στον αέρα δισταγμοί μέσα στην ήσυχη πλατεία. Καβαλάρηδες. Γυναίκες μισοξυπνημένες, πυροβολισμοί, (ακόμη με όνειρα εφιαλτικά στο πρόσωπο) (τα βρέφη που κρατούσανε στις μαύρες αγκαλιές ήμαστε εμείς).
Κι η μαύρη χήρα φώναξε την άλλη νύχτα πνίξετο μωρή τι θα μας προδώσει μες στο σκότος με το άσπρο του το κλάμα το σκατό.
Βροχές ατέλειωτες πορείες μαύρα μελανά ποδάρια αργά πρησμένα περπατώντας πάνω στο μεγάλο χιονισμένο ύπνο του.
Και κάτω από το χιόνι το νεκροταφείο των ματαιωμένων χειρονομιών, η νεκρή σύσπαση της άνοιξης.
Τα μπλαβισμένα χέρια ένα λίγο έξω ένα λίγο πάνω από το χιόνι. Ένα θραύσμα ονείρου κάθε σπιθαμή. Μια απίστευτη άκρη από μια χλαίνη.
Σαν ένα ματωμένο βάζο ματωμένων λουλουδιών που η ταραγμένη φύση το κρατούσε ακόμη λίγο μες στη φρίκη της. Σαν άγρια όργανα ενός φόνου, σαν εντόσθια ζωής προσεκτικά διατηρημένα στο βαθύ τοξολογικό μπουκαλάκι της φορμόλης. Που αύριο θα ταράζουνε τον ύπνο και θα δικαιώνουν των φονιάδων το μέλλον
………………………………………….

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ
Το φάντασμα της κρεμασμένες Ιοκάστης
ταράζει κάποτε τον ύπνο
των φαντασιώσεων μας.
Σηκωνόμαστε τότε από τα σεντόνια
δεν ανάβουμε το φως
σιωπηλοί
και αόριστα ένοχοι καθόμαστε πλάι
στο κρεβάτι
Σιωπηλοί και φοβισμένοι φέρνουμε τα δάχτυλα στα μάτια
(κάτι αιχμηρό και αποτρόπαιο μας κόβει)

Δεν ανάβουμε το φως

Σιωπηλοί και φοβισμένοι σκύβουμε και ψηλαφούμε
τα εντυπώματα των οιδημάτων μας
πάνω στις κνήμες
γύρω στους σφυρούς

ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ
Κι εμιλούσα με χιλιάδες στόματα ή φύλλα ή μέσα τρέμισμα νερού σ’ ένα λιβάδι μόλις φωτισμένο από τέτοια οράματα. Που ανέβαιναν αργά τη σκοτεινή πλαγιά του κόσμου και κρυφές σχισμάδες εφανέρωναν αθέριστα τοπία μπαίνοντας στο βλέμμα σαν ανεξερεύνητα.
Και είδα το νερό στη ρίζα και το πρόσωπο του διψασμένου το ένα λουσμένο στο άλλο και τις αφορμές.
Το στόμα το στήθος και την ηδονή ένα σύμπλεγμα, τη βρύση τη μαύρη και τη φωτισμένη.
Κι άκουγα άγρια μεσάνυχτα τ’ αηδόνια κελαηδώντας παράφορα στις ρεματιές κι εσένα μέσα μου ως τη ρίζα της σιωπής και της κάθε μου λέξης, κουβαλώντας το βράχο που μέσα του χλιμιντράει το άλογο και το πουλί, κουβαλώντας το βράχο που σε περιέχει ραγίζει χαμηλά φτεροκοπώντας από κελαηδισμούς και λάμψεις, πλάι σ’ ένα γήινο κλάμα.
Κι εκατέβηκα ως κάτω και με τρόμο εκατέβηκα ως τα πιο επικίνδυνα για μια στιγμή για μια στάλα.
Κι ένιωσα βαθιά στο φόβο να σαλεύει ένα κόκκινο αίσθημα ή άνθος ή πουλί.
Κι ένιωσα το ύψος και την πτώση πάνω και κάτω κάθετη παλίρροια.
Κι ένιωσα ως μέσα τον ίλιγγο που γινόταν αίφνης το άρωμα του γκρεμού.

ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Και σου είπα είσαι μια πληγή με το κουκούτσι της
η καταιγίδα με τον κεραυνό της που με συμπληρώνει
για να χύνω τους καρπούς μου σε γαλάζια βάραθρα.
Και σου είπα το κορμί σου είναι δένδρο σε γκρεμό
Είναι κόκκινη μηλιά λοξή που γέρνει προς το έρεβος
κι εγώ στις φυλλωσιές σου τραγουδώ.

ΟΙ ΠΑΡΑΦΟΡΕΣ ΟΝΕΙΡΩΞΕΙΣ
Άκουσε. Η φωλιά εκείνη του χελιδονιού στο απάνεμο μπαλκόνι,
χαμηλά στο νότο καθώς σήκωνες τα μάτια
ανεβαίνοντας βρόχινος την κλίμακα
που φύτρωνε ξάφνου μες στα παιδικά σου χρόνια
και πλημμύριζες ύψος…
Φτάνει. Επιτέλους φτάνουν τα φανταστικά ποδήλατα
που μας γαυγίζουν
τα κραγιόν από αίμα, τα παράφορα
τα μοχθηρά κόμπλεξ
με τα μεγάλα κόκκινα φτερά.
Αυτή η πράσινη γλίτσα της νοσταλγίας
Αυτή η ανυπόφορη μύξα της εφηβείας
Τα πασχαλινά λόγια: τα κλουβιά
Τα αναμμένα κεριά: τα σκοτάδια
Ο άνοστος νόστος
ο ισόβιος
μαζοχισμός του χαμένου παράδεισου.

Επιτέλους αυτές οι παράφορες
ονειρώξεις.

ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ
Πόσο καλά καταλαβαίνω τώρα
εκείνους που πάνε σε μια μονομαχία
με το περίστροφο, σκόπιμα, άδειο από
σφαίρες.
Θα γυρίσω αργά προς το μέρος της
αγαπημένης.

Όταν εκείνη θα πυροβολεί
εγώ θα βρίσκομαι στον ουρανό.

ΤΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
Τώρα εκείνα τα παράθυρα να πέφτουν απ’ το ύψος
των ματιών, να χύνουν τις εικόνες τους μικρές σπα-
σμένες συναντήσεις της βροχής υδάτινες φωνές περάσματα
στο βάθος τα νοήματα βουβά μια παραμορφωμένη αίσθηση
πραγμάτων που ξαναγυρίζει στη συνείδηση.

Ο Μανώλης Πρατικάκης  γεννήθηκε στο Μύρτος, χωριό του Λιβυκού πελάγους, σε καιρούς δύσκολους. Ο πατέρας του υπήρξε ράπτης. Η μητέρα του είχε έναν ουρανό έναστρο για κεφάλι. Εξασκεί το (κερατένιο) επάγγελμα του ψυχιάτρου. από τότε που άρχισε να γράφει ποίηση κατάλαβε πως αυτό βέβαια, πέρα από ο,τιδήποτε άλλο, σημαίνει να παραβρίσκεται κανείς και να ζει ακατάπαυστα το ανεξερεύνητο μυστήριο αλεπάλληλων γεννήσεων και θανάτων του. Τελικά είναι ένας άνθρωπος που ολοένα πνίγεται. Που ολοένα σώζεται από πνιγμό - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις