ΜΠΡΟΣ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΑΙΜΑ ΚΙ ΟΙ ΕΦΤΑ ΨΥΧΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΝΑ ΜΕ ΚΟΙΤΟΥΝ ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΕΙΔΑΡΟΤΡΥΠΑ:

Δεν είναι πόζα ή ψέμα, δικαιολογία από ιστορία άλλη, λύση ανάγκης. Η αφή, κόκαλο δανεικό, το έχεις ξεχάσει κάτω απ' το δέρμα. Το σώμα είναι. Όταν λάμπει, τις αμαρτίες του πληρώνει- βρέξει χιονίσει… (από την άλλη) με τρώει το σαράκι, θα ήθελα να ξέρω στη ρήξη μου με το παρόν, τι πρόσωπο θα είχα και τι ψυχή, ποιους συγγενείς και φίλους, ποια ποιήματα θα διάβαζα κύριε Μίλτο Σαχτούρη, αν ξαναγεννιόμουν από μητέρα άγνωστη σε εκατό χρόνια και βάλε... Δεν ξέρω από πού έρχονται τα χειροκροτήματα, οι παθιασμένες ζητωκραυγές απ’ τον εξώστη. τον ουρανό από κάποια φυγόκεντρη στροφή του δρόμου ίσως, όταν μπαίνω σε μια λίμνη βαθιά όπου τα νερά είναι κρυα, οι ήχοι βουβοί κι η νύχτα, από χίλιες και μία ζωές αγνώστων σπαρμένη φώτα δίπλα, ετοιμάζεται αναπάντεχα να εκραγεί! (και τελικά) Τι πειράζει που δεν είσαι ο Καραβόμυλος, όταν ανάμεσα στα πόδια μου μπαίνεις, όταν φτάνουμε σ’ ένα τέλος ελαφρύτερο από το ποίημα, με μάτια ξυράφια και το τριλαμπές της μιας θεότητος [ΑΙΝΙΓΜΑ, ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ, ΑΛΛΟΘΙ και ΠΡΟΤΕΡΟΣ ΕΝΤΙΜΟΣ ΒΙΟΣ, τέσσερα ποιήματα από τη συλλογή της Λίνας Φυτιλή ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ, εκδόσεις Ενδυμίων 2014]



ΑΙΘΟΥΣΕΣ
Τα πρωινά
όταν μεταμορφώνεσαι σε ξυπνητήρι
όταν γίνεσαι αναλώσιμο γραφείου,
συρραπτικό
Ή φθαρμένο ντοσιέ,
τιμολόγιο σε κάποιο γκισέ
Νιώθεις το μηδέν ολοστρόγγυλο
να γλιστράει μέσα στα δάχτυλά σου
Ένα χρυσόψαρο λάμπει
στο στομάχι σου
Το πελώριο παγόβουνο που πλέει
προς το Βορρά
αλλά δε λιώνει,
δε λιώνει
η αναπνοή σου,
σκουντουφλώντας από την ανυπομονησία
σε μια στριφογυριστή σκάλα.
Ο ελεύθερος χρόνος
αστείο για ανιστόρητους, σκέφτεσαι
βγαίνοντας βιαστικά έξω
ενώ το φεγγάρι τρυπάει την κοιλιά του,
πιάνει κουβέντα με την τρελή γιαγιά σου
που περνάει τον καιρό της
σε κάποιο ίδρυμα
βλέποντας νοικιασμένες ταινίες.

ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ
Περιμένουν απόλυτα σιωπηλοί
Μη τυχόν και πεταχτεί από το ράφι
Μια μεγαλόσωμη προιστορική γυναίκα
Ή γλιστρήσει από το κάδρο ένας γέρος,
Κάποιος πεινασμένος σκύλος
Κι ενωθούν άθελά τους στο σκοτάδι
Με τον διογκωμένο αρμό του τοίχου.

National Geographic
Ο δικός μου άθλος
στη Γεωγραφία
ένας κολυμβητής αέρας
που με διατάζει
να φυσήξω
βουνά
στην Λεωφόρο Κηφισίας.

ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ
Σε βλέπω στον ύπνο μου

είσαι δεκάξι
με την παλιά φωνή,
το γέλιο σου το φ φωταγωγημένο

και λέω
μήπως ξεχάσω τη χρονιά του ‘90
που έμπασε τη θάλασσα στο σπίτι-

Θηρίο της αποκάλυψης
αν έγραφα το ποίημα απόψε-

θα είχες
κάτι από την αύρα
των ψυγείων

στα μαλλιά σου

ΤΟ ΕΦΤΑΨΥΧΟ ΠΟΙΗΜΑ
Εδώ πρέπει να μπω
πριν φτάσουν τα πράγματα στο απροχώρητο
σε μια λέσχη χαρτοπαιξίας
σε κάποια αδελφότητα,
στην ερειπωμένη κατακόμβη,
ακόμη και σ’ ένα παραθαλάσσιο
ξενοδοχείο τριών αστέρων

Τ’ απομεσήμερο να σπινθηρίζει σα βεγγαλικό η μοναξιά
-μπρος φωτιά και πίσω αίμα-

κι οι εφτά ψυχές του ποιήματος
να με κοιτούν θριαβευτικά από την
κλειδαρότρυπα

με την εγγύτητα μιας
νέας πτώσης

Νωρίς το πρωί θα βρω τα χέρια και τα πόδια μου, το δρόμο της επιστροφής, τη μάνα σε απόγνωση να κρατάει την τύχη μου σε μια ξύλινη κορνίζα, δίπλα μια χούφτα κάρβουνα στο τζάκι να σβήνουν τους θορύβους της μέρας και τις μεταμορφώσεις για τις οποίες είναι φτιαγμένο –αν όχι σήμερα, αύριο, του χρόνου – αυτό που ξεπερνάει τις δυνάμεις μου!.. Μιας κι ανασαίνει τώρα παρελθόν, χάρισμά της τα βήματα, οι λέξεις, οι σκόρπιες σελίδες του βιβλίου που κλονίζουν τον Παράδεισο, οι διαστροφές της λογικής, ντυμένες με αθωότητα κι ο κερδισμένος χρόνος… Χάρισμά της, η νύχτα που περνάει μετρώντας ώρες, αδέσποτα σκυλιά, τα φώτα στη τζαμαρία του Μπακάκου, επιθυμεί πολύ μια καταστροφή και της συμβαίνει – η ζωή με όσα μέσα διαθέτει (αν κι ακόμα αγέννητη – ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ και ΣΦΟΔΡΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ από τη ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ της Λίνας Φυτιλή,  για την αντιγραφή και την επικόλληση: Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις