Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΟΜΩΣ ΓΥΜΝΗ ΚΟΙΜΑΤΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ:

Πιστεύω στη δόνηση των χεριών σου ημέρα Σάββατο. Να πέφτω στο στρώμα να σέρνομαι να ανασαίνω. Να κυριαρχείς να σε ποθώ να σ’ αποφεύγω, να επιστρέφω στο σώμα σου να σ’ αναπνέω, να υποτάσσομαι πνεύμα κι από ηδονή να ελευθερώνονται οι άκρες των δακτύλων σου σε κάθε γωνία, σε κάθε γυμνή σπιθαμή πιστεύω τη νύχτα το θάνατο τη ζωή, να σου γυρίζω την πλάτη και να με ψάχνεις χωρίς ντροπή… το σώμα σου βάρκα, η βάρκα λιμάνι κρεβάτι, αφή. Γυμνό κορμί δέντρο με πλατιά μεγάλα κλαδιά, πλατάνι, καλοκαίρι διψώ, το σώμα πεινώ, ψωμί στο στόμα μου εσύ και σε θωρώ ελάχιστα να με παρακινείς σ’ ευχαριστώ… σώμα και χείλη σπίθα ρυθμός στα μικρά σου τα δάκτυλα θύτης αιχμάλωτος θύμα στον ουρανό. Κι η αλήθεια, ευτυχισμένη ερωμένη, γυρίζει στους δρόμους. Στα γόνατα, «Νεκροθάφτη» φωνάζει είμαι ζωντανή [Σταυρούλα Γάτσου, το ΙΙΙ απόσπασμα από την ενότητα ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ που περιέχεται στη συλλογή ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2013]

Ο Έρωτας θέλει τη διακύβευση, ή όπως θα το έθετε με το δικό του τρόπο ο Ζωρζ Μπατάιγ: «δεν λαμβάνει χώρα παρά στο μέτρο που τα όντα, κρεμασμένα έξω από τον εαυτό τους, διακυβεύονται, υπό την απειλή της έκπτωσης». Την προϋπόθεση αυτή φαίνεται να την γνωρίζει πολύ καλά η Σταυρούλα Γάτσου όταν γράφει στους πρώτους στίχους των ΑΙΧΜΑΛΩΤΩΝ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ: «Να φοβάται να την αγαπώ, να με πονά να της ζητώ κι άλλο. Να πεινώ να διψώ να σηκώνω τα χέρια μου να την χτυπώ, να την φτύνω, να την υποτιμώ, να φεύγω κάθε τόσο κι ας φωνάζει σ’ αγαπώ, επιστρέφοντας σφιχτά να την σφίγγω στο σώμα μου, να με διώχνει τότε με θυμό, το ποντίκι στη φάκα εκείνη κι εγώ το σκυλί το παβλόφ είπε»

-Ι-
έζησα κάποτε ανάμεσα στα πόδια μιας γυναίκας
μια εξάρτηση σεξουαλική
ένα πάθος
παιχνίδια υποταγής την μέρα
να την εκδικούμαι τη νύχτα στο κρεβάτι της συχνά
πυκνά να παίζει κρυφτό με τα βαμπίρ της
Καθωσπρέπει
να την ρουφάνε να την υποτάσσουν
να με βάζει να κοιτώ
να με θυμώνει
κι έτσι τη νύχτα ν’ απαντώ
Να με βασανίζει
να τρελαίνομαι
να κοιμάμαι στο πάτωμα
αντιπερισπασμός.
Να μου κάνει κόλπα ασύλληπτα
να μου ανοίγει τα πόδια της ή την καρδιά της
τιμωρία να με βάζει να παίζω κι εγώ να μην
επιθυμώ
Να φοβάται
να την αγαπώ
να με πονά να της ζητώ
κι άλλο



Να πεινώ να διψώ
να σηκώνω τα χέρια μου να την χτυπώ,
Να την φτύνω, να την υποτιμώ, να φεύγω κάθε τόσο
κι ας φωνάζει σ’ αγαπώ
επιστρέφοντας
σφιχτά να την σφίγγω στο σώμα μου
να με διώχνει τότε με θυμό
το ποντίκι στη φάκα εκείνη
κι εγώ το σκυλί του παβλόφ
είπε.

-I-ν-  
σ’ αυτό το κρεβάτι όμως κοιμάται η αλήθεια
γυμνή κοιμάται η αλήθεια
ψέλισσε

μπλέκεται στα σπάργανα σα βρέφος
λούζεται σε μπακιρένιες κολυμβήθρες
σπαρταράει ψάρι στα κύματα
ανασταίνεται άγριο θέρος

μάτωσε
μαύρος, ανάπηρος

Με λεηλάτησαν κι άλλοι σαν χώμα
Μα, αντιστάθηκα. βρήκα το σκοτάδι
κατοικώ τη μέρα
κι όλο περπάτησα το λιβάδι τ’ ουρανού
έζησα τη μεταφορά της βροχής
τη νύχτα το στρώμα της ενοχής

Βρήκα τις λέξεις να σαπίζουν στο ντουλάπι
με τ’ ανοιξιάτικα
βροχή πολλή. Στάλες μικρές
μικρές στάλες
άβυσσος το θηρίο
βροχή
απελπισία

«δώσε!» φώναξα
Κι έπαιζε το ακορντεόν ένα βαθύ ταγκό.

-II-  
Βουβό το θαύμα της αιχμαλωσίας
των λέξεων
ήχος υπόκωφος
ένα κανάτι, τυρί, μια καρέκλα, ένα ποτήρι νερό
η νύχτα στον έρωτα. Εσύ, εγώ.

Το σώμα αιωρείται

σκιές πτωμάτων αλυσοδεμένα
στο σκοτάδι  «δεν υπάρχει έλεος»  λένε
να μου θυμίζουν το σισύφειο έργο μου
κι εγώ να φωνάζω ο σίσυφος είναι νεκρός
να με βρίσκει η αυγή να του γράφω ωδές
«είναι τρελός»

Τις θλιβερές εκείνες ημέρες από ανάγκη
καίω στο σώμα σου
μεγάλες λαμπάδες

Λίγο πριν απ’ το μετά (το λιβάδι στα σύννεφα)
ΕΞΟΔΟΣ
Στις φλέβες μου κυλάνε
μνήμες.
Φτωχοί συγγενείς
φυλούν
τις πύλες των αθανάτων.
Στα μάτια μου
κείτεται μια καρδιά βουνίσια
κι ένα σταφύλι κορμί

ΤΗΣ ΑΚΡΑΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ
αυτές οι λέξεις
αυτό το ωραίο φορτίο

ΝΑΟΙ
Οι τρούλοι γυαλίζουν φως
στα σύννεφα
Τα κορίτσια προσφέρουν τις υπηρεσίες τους
στους πεινασμένους χωρίς αντάλλαγμα
ματωμένα τα χείλι μου
κινούν για τον πυρήνα του ήλιου

ΑΝ  ΝΑ
Να χορτάσει την πείνα του
να θρέψει
να την φτύνει.

Και να την αποζητά μετά
μέσα στο σώμα του

ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ
Η γη ξημερώνει τη θάλασσα
το φίδι τυλίγεται σε χάδια
Ένα καλοκαίρι γεννιέται

ΓΥΜΝΟΣ
Όρθιος
Φθαρτός
Αήττητος
Ωραίος,
Όλος

ΧΡΩΜΑΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ
Το μπλε τ’ ουρανού
εκείνο της θάλασσας
Ανάμεσα εσύ κι εγώ,
ένα άλλο χρώμα

ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Καταραμένοι ποιηταί,
Καταραμένοι ερασταί,
έγιναν ένα.

ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
Στο τέλος να κλάψεις λίγο και για μένα
Παράδοξα ν’ αναφωνήσεις
«Άγιος ο θάνατος,
Άγιος»

 
[ΠΗΓΗ: Ποιήματα από το βιβλίο της Σταυρούλας Γάτσου «Εργαλεία πολέμου για τους αιχμάλωτους του έρωτα» -εκδόσεις Σαιξπηρικόν με εικόνα ανάμεσα στις λέξεις του ποιήματος: Noemi Moreno – Η Σταυρούλα Γάτσου είναι ιδρυτικό μέλος της (άτυπης) ομάδας cross art, η οποία από το 2005 έχει ως στόχο τη δημιουργία καλλιτεχνικών project με συνεργασία πολλαπλών συντελεστών και μέσων με παρουσία σε γκαλερί ανά την Ευρώπη. Δημοσιεύει στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ και χρησιμοποιεί εντέχνως τις νέες τεχνολογίες. Η εξιδανίκευση του έρωτα, η ανάγκη εισχώρησης και –ταυτόχρονα- παράδοσης στον άλλο, αλλά και η ανάδειξη των αισθήσεων και του σώματος, αποτελούν στοιχεία που συναντώνται σε αρκετά ποιήματα της Σταυρούλας Γάτσου, σημειώνει στο εισαγωγικο σημείωμα ο Δημήτρης Δημητριάδης. Και συμπληρώνει:  Τα στοιχεία αυτά συνοδεύονται ενίοτε από συναισθήματα απογοήτευσης και πικρίας που οφείλονται στη ματαίωση ή και τη μη επαρκή διεκδίκηση των ερωτικών «Μεγάλων Προσδοκιών». Γιατί το ταξίδι του έρωτα για τη Σταυρούλα, είναι ΟΔΥΣΣΕΙΑ που το αποτολμούν μόνο όσοι ρισκάρουν ν’ αποκαλύψουν τις αδυναμίες τους. Ή όπως θα το έθετε με το δικό του τρόπο ο Ζωρζ Μπατάιγ, ο έρωτας θέλει τη διακύβευση: «Δεν λαμβάνει χώρα παρά στο μέτρο που τα όντα, κρεμασμένα έξω από τον εαυτό τους, διακυβεύονται, υπό την απειλή της έκπτωσης ]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις