ΑΝ ΣΚΑΡΦΑΛΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΕΥΚΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ, ΠΟΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΕΧΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ:

Να μη σε χάσω, σκέφτομαι και στης θάλασσας την άκρη περπατώ ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο ξυπόλητη στην άμμο. Να μη σε χάσω στη σκέψη μου έρχεσαι και ο φόβος μου κύματα ξεφυλλίζει ανάγνωσης ενός παρατεταμένου σε αγωνία μυθιστορήματος που ο ταξιδιώτης του δωμάτια αλλάζει στο νερό και ο καθρέφτης της θάλασσας το βλέμμα του εγκλωβίζει και παίζει αυτός με τη ζωή του κι η ζωή μου με τους αστερίες της εδώ, να και πάλι να μη σε χάσω, να μη σε χάσω. Και πίσω μου μαζεύω τα ίχνη σου ένα ποτάμι που το τυλίγω όπως- όπως και πρόχειρα τοποθετώ στη τσέπη και να φωνάξω θέλω πως είσαι εσύ το νησί μου και ο βυθός μου και το καλοκαίρι μου για όσα ακόμη καλοκαίρια που δεν θα μάθουμε ποτέ τον αριθμό και μυρίζει ο αέρας, το χώμα κι η θάλασσα από σένα και δεν ξέρω τι να την κάνω αυτή τη μνήμη που κρύβεται στις κοιλιές ετούτων των ψαριών κι αστράφτει στον ήλιο σαν άλλος λαβύρινθος νερού με τη σοφία του έτσι που εγώ να πλέω προς τα σένα φτάνοντας κι εσύ μπροστά μου το χέρι να μου απλώνεις φεύγοντας [από την ΕΚΤΗ ΝΥΧΤΑ της Έφης Καλογεροπούλου]

Μια περιπλανώμενη μνήμη μέσα σε ένα φως που διαρκώς αναβοσβήνει «και πίσω στο  βάθος άνθρωποι, άλλος βιολί και κόντρα μπάσο και σαξόφωνο και πιάνο κι άλλοι, μια ορχήστρα όλοι μαζί να παίζει μια μελωδία σακατεμένη», μια μελωδία σαν τον ήχο που κρύβει το κοχύλι πάνω στην άμμο της Ζωής.  Ο λόγος της Καλογεροπούλου ακαριαία συγκινησιακός, φιλοσοφικά ερωτικός, και ερωτικά φιλοσοφικός, περιγραφικός μιας ιστορίας δυο σωμάτων σαν «ζεστό χώμα» που γίνονται πάνθηρες στο κάλεσμα της αγάπης και που στο τέλος ίπτανται «ανάμεσα σε γλάρους και σε πουλιά μαύρα»,. Μια απέριττη ποίηση, χωρίς ακκισμούς και γλωσσικές επιδείξεις  μονάχα με μια  έκφραση αγωνίας, με μια μνήμη αγωνιώδη:  Ας είναι μάνα/ αν σκαρφαλώσεις στο πεύκο απέναντι/ πόσα μέτρα απέχεις απ’ το Θεό;»,

Από την ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ
 Πάνθηρας
από κορμί σε κορμί
τινάζεται η νύχτα.
Ένα κλαδί
σπασμένο
ό,τι απομένει το πρωί.

Η επίμονη μνήμη κρυμμένη
σε τόσα υλικά περίφραξης
πάσχουσα
δυο τρείς κομμένες λαμαρίνες
σύρματα, γλάστρες σπασμένες
χώμα νωπό, παγωμένα σίδερα
να ζεσταθεί πασχίζει, χώνεται ανάμεσα
πάσχουσα
ταΐζει τα σκυλιά της εικόνες
μισομαγειρεμένες.
Η επίμονη μνήμη περπατά με δυσκολία
ισιώνει τα μαλλιά της με τα χέρια της
μουσκεύει ψωμί, το μοιράζει
συλλαβίζοντας ακατάληπτα
στο φράχτη δένει το άλογό της.
Η επίμονη μνήμη
πρόσφυγας είναι
σε λάθος πατρίδα.



Από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΝΥΧΤΑ
 Βάδιζε σε δρόμο έρημο
ανάμεσα σε πόρτες
που άνοιγε κι έκλεινε
βαδίζοντας συνέχεια
ανάμεσα σε πόρτες
ανάμεσα σε πόρτες
όλες ίδιες.
Κάποιες άνοιγαν μόνες τους
καθώς πλησίαζε
κι έκλειναν πίσω του
σαν προσπερνούσε.
Για πόσο βάδιζε δεν γνώριζε
ώσπου έφτασε σε μια λίμνη τριαντάφυλλα
τότε έγινε νερό και χύθηκε ανάμεσα
είχα μια επιθυμία, είπε
μα τώρα πια δεν τη θυμάμαι.

Κι όταν δεν είχε άλλο να θυμάται πια
σώπασε.
Μόνο στην απόληξη του δεξιού χεριού
ένα κομμένο καλώδιο τηλεφώνου
έσταζε φωνές
σε ένα αυτοσχέδιο ποτηράκι από χαρτί.
Κρωξίματα γλάρων χύνονταν
στο σκοτεινό του χρόνου
οροπέδιο.

Από την ΤΡΙΤΗ ΝΥΧΤΑ
 Χάθηκες μάνα
χάνεσαι
σε φύσηξε ο αέρας
σε παίρνει
και φεύγεις νύχτα, μια φλόγα
τόση δα φλογίτσα που ανεβαίνει
και σβήνει στον αέρα.
ένα φωτάκι σα κι αυτό που βλέπεις
στο απέναντι μπαλκόνι,
Όχι δεν είναι φωτιά μάνα
που κατεβαίνει από το βουνό
πρόσεχε θα σε καταπιεί
μη το κοιτάς!
Και οι σκιές στο ταρατσάκι
αυτά τα πλυμένα καθαρά πουκάμισα
κρεμασμένοι άνθρωποι,
κορμάκια που δροσίζονται.
Ας είναι μάνα
αν σκαρφαλώσεις στο πεύκο απέναντι
πόσα μέτρα απέχεις απ’ το Θεό;
Είναι πολλοί εκεί σκαρφαλωμένοι απόψε
ποιος ξέρει, μια φορά το χρόνο ανεβαίνουν
θα το χουν τάμα φαίνεται.
Μαύρο ποτάμι ο κόσμος, μάνα
«Την καλοσύνη του ήθελα, πίστεψέ με»
σ΄ ακούω να μου λες
«μα πνίγηκα όμως, πνίγηκα».

Συχνά σε όνειρο
το παλτό της έβλεπε
άδειο από κορμί να πέφτει
τότε στο πάτωμα άπλωνε το χέρι
κι έλεγε:
Να σώσω ό,τι προλάβω.
Απόψε το χέρι της άκουσε
την άκουσε
σύρθηκε στο σκοτάδι
άνοιξε τις ραφές, έσκισε τη φόδρα
ραμμένο με κλωστή, φαρδύ από ακινησία
χρόνο ξήλωσε.
Τίποτα δεν περισσεύει, είπε
ένα κουβάρι τύλιξε, τόσο πρόλαβε
το πήρε κι έφυγε.
Μέρες αργότερα την είδαν
δίπλα στη θάλασσα να περπατά.
Κι αν δεν υπάρχει χρόνος; έλεγε.
Ένα κουβάρι είναι, τίποτα περισσότερο.
Και πιάνοντας την άκρη του
το πέταξε στη θάλασσα.
Εδώ τελειώνει η θάλασσα στα χέρια μου
σκέφτηκε.

Από την ΤΕΤΑΡΤΗ ΝΥΧΤΑ
 Τη νύχτα
αδειάζει το δωμάτιο
χαράζει κύκλο από σιωπή
και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο.
Από την τσέπη
Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο
και του μιλά.
Κι είναι φορές που σπάζει αυτό
σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις
και πέφτουν
και πέφτει.
Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου.

Έγραφε στίχους
έκοβε νερό
το πέταγε στο δρόμο.

Από την ΠΕΜΠΤΗ ΝΥΧΤΑ
 Μια πέτρα άγρια από σιωπή
Χτυπούσε το παράθυρο της μνήμης του
μέρα μεσημέρι.
Άνοιγε τα παντζούρια αυτός
έξω έγερνε το κεφάλι
η πέτρα σίγουρη για καβγά
σήκωνε τα μανίκια.
Έτοιμος από καιρό.
Άναψε το φώς
τράβηξε τις κουρτίνες.


[Έφη Καλογεροπούλου, πτυχιούχος του Φυσικού τμήματος του Παν/μίου Αθηνών και του Τμήματος Θεατρικών σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθήνας, Συνεργάτης θεατρολόγος και βοηθός σκηνοθέτη σe παραστάσεις… Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά: ΠΟΙΕΙΝ, ΒΑΚΧΙΚΟΝ, ΛΕΞΗΜΑ, Βιβλία:  Άμμος, Σειρά Ποιείν, Μετρονόμος, Ήχος από νερό, Ενδυμίων, Σκεύη ταξιδίου, Ενδυμίων]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις