ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΞΕΦΟΡΤΩΘΕΙ Η ΖΩΗ ΜΕ ΦΟΡΤΩΣΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Το σκοτάδι απ’ το πίκρισμα μ’ αναγνώρισε… Στα κείμενα του Πλάτωνα, πρώτη φορά, τα ένοχά μου μάτια παραμόνευσε. Τότε κατάλαβα πως το Σωκράτη ήξερα βαθύτερα όσο κανείς μιας κι ήμουν εγώ το κώνειο (τώρα γουλιά-γουλιά με απορροφά η νύχτα για να ξημερώσει το μυστικό μας συμβόλαιο [ΤΟ ΚΩΝΕΙΟ από την ενότητα ΠΡΙΝ ΠΕΙΣ ΝΑ ΛΕΣ ΝΑ ΤΟΣ που περιέχεται στη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Γιάννη Κυριαζή ΧΡΟΝΟΘΥΕΛΛΑ, 2012]

Φανταζόταν βάρδιες εργαζομένων ακουμπισμένες σ’ ένα ραδιοφωνάκι, σκοπιές φαντάρων στα σύνορα της μέρας, ανεξήγητα φώτα πίσω από μεταμεσονύχτια παντζούρια, παράνομες αγκαλιές με μια νόμιμη θλίψη, ξαφνικά κλάματα μωρού μέσα στην αποτρόπαια σιγή, νοθευμένα ποτά σ’ ένα γνήσιο μεθύσι, ακυβέρνητο σπέρμα στη μήτρα μιας λεκάνης, όλα τα κρίματα περιδέραιο στο λαιμό του Θεού, μια κατσαρίδα που την αιφνιδιάζει ένα χέρι, ανυποψίαστο ύπνο αδιάγνωστου καρκινοπαθούς, ρολόγια που αντί για δείχτες έχουν παιδιά πάνω σ’ ένα μύλο που γυρνά και τα γερνά, σπάσιμο ρυτίδας από τη διαρρήκτρια μνήμη,
φανταζόταν την αγάπη σαν μια επιστολή του Παύλου προς ηλιθίους. (Πόσο σκοτάδι χρειάζεται για να διαλευκάνεις τα εγκλήματα μιας μέρας...)

ΧΡΟΝΟΘΥΕΛΛΑ Το βράδυ άσε ήσυχους τους διακόπτες - θα μου φέγγει η γάμπα σου


ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ
Αφουγκράστηκα τα μάτια σου στην πτώση ενός σύκου
και πολύ πριν τα γευτώ με μικρές εισπνοές μέντας
μου ’χανε ήδη κάψει τη γλώσσα.
Στο πιο εύλογο μόνον αδυνατούσα:
να ξεφλουδίσω το χωρισμό, απλά, για να τα δω.

Τόσο ταπεινωμένος απ’ τον ουρανό
που ευκολότερα σήκωνε απ’ τη γη νεκρό
παρά το βλέμμα του.

Έχει τις ιδιοτροπίες της η υγιεινή μας συμβίωση
με ό,τι σαπίζει.

Άδικα πίστεψες πως είσαι ο Αχιλλέας
μόνο και μόνο επειδή σε πλήγωσαν στη φτέρνα τα σανδάλια.
Ακόμη, δε γύρισες στη μάχη, δε σκότωσες τον Έκτορα,
με το χυμένο αίμα του Πατρόκλου τη φωνή σου δεν ανακάτεψες
ροδαλή σαν πηλό να πλάσεις εκδίκηση
- θερισμένα κορμιά απ’ το δρεπάνι του μύθου -
ακόμη, η Θέτιδα αδάκρυτη σε μιαν ακρογιαλιά
στεγνώνει τα μαλλιά της στο σεληνόφως.
Το βέλος που θα σε σκοτώσει, ακόμη
ανύποπτο βαραίνει τη φαρέτρα του.
Όλα σε περιμένουν να πεθάνεις.
Όλα γεννήθηκαν για να πεθάνεις.
Μα εσύ, ακόμη να βρεις το κουράγιο
για να κόψεις τα δάχτυλα του Ομήρου,
την ηλικία του επιτέλους να πάψει να λογαριάζει
απ’ την αριθμητική των πτωμάτων της Ιλιάδας

ΣΤΡΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑΤΑ
Τόσο βαθιά σε κοίταξα
που ανοίξαν χαράδρες μες στον Παράδεισο
για να περάσει το βλέμμα μου
κι έφτανε λίγο απ’ το πράσινο των ματιών σου
για να ντύσω τα δέντρα όλων των φθινοπώρων.
Τόσο βαθιά σε κοίταξα
που αναποδογύριζαν τις τσέπες τους οι άγγελοι
μήπως με βρουν
αλλά τους έπεφταν άστρα
και οι ψαράδες μες στα δίχτυα τους δε βρίσκαν
παρά μονάχα φύκια και λίγα λόγια του Ιησού
λειωμένο ασήμι του βυθού που κάποτε
μαλακώνει πιότερο μες στις σελίδες της Βίβλου.
Τόσο βαθιά σε κοίταξα
που ξεφυλλίζοντας στρώσεις από ηλιοβασιλέματα
δε θα ξανά ’βρεις τα μάτια μου
μέσα στον κόσμο.

ΠΡΟΓΟΝΟΣ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΜΟΥ, ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ
Ό,τι μας λείπει, θα ’ρθεί κάποτε
να διαμαντώσει τη στάχτη μας.
Δε θα μας λυπηθεί το βλέμμα - θα μας τρυπήσει.
Δε θα μας λυπηθεί ο αέρας - θα μας σκορπίσει.
Ας λυπηθούνε τουλάχιστον τ’ άλλα.
Ποια άλλα;…

Γενιές παπουτσιών ξοδεμένες
σε δρόμους που δε μας λύναν κανένα πρόβλημα, παρεκτός
τα κορδόνια μας
έρωτες της μιας μέρας χασμουρητά της « καλημέρας »
χθες ο Ιάσονας στη λαϊκή πουλούσε το χρυσόμαλλο δέρας
στρατιές θεών που επέλασαν σε θνητά κεφάλια με κέρδος εφήμερο
την αθανασία,
φαμίλιες κράτη ο κόσμος της γης η κακοσμία στη μασχάλη
του σύμπαντος…
Όπου κενό το ανακαινίσαμε
κι όποιες ανοησίες τις νοηματοδοτήσαμε
μέχρι και τον αέρα φέραμε σε δύσπνοια
σκονίσαμε τη σκόνη
με την αφή μας
σκοτώσαμε τον ουρανό και στην κηδεία δείχναμε συννεφιασμένοι…
Ζωγραφιστήκαμε στο πουθενά κι αυτόν τον πίνακα
χάρισε ο Θεός στο Διάβολο για να τρομάξει!

Ποια άλλα;
Ραγισματιές ρίγη γραμμών ρυάκια του χρόνου
ρ υ τ ί δ ε ς, όπως και να σας πω δε θ’ αποφύγω τη σιωπή
που στο τέλος πάντοτε επιβάλλετε…
Ανθρώπων γενιές και γενιές ηλεκτρόπληκτες
από ρεύμα τάσεως υψηλής
απ’ τις γεννήτριες του Θανάτου -
ποτέ δεν παθαίνει ένα μπλακ - άουτ η ΔΕΗ του Άδη;…

Πάντως στα νεκροταφεία βλέπω συχνά σβηστά κανδήλια…

ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΟΙΗΣΕΩΣ
Αν βρέξει ίσως να βγει - σαν σαλιγκάρι -
ένας στίχος καλός.
Άμα χιονίσει, ολόκληρο το ποίημα.
Κι αν πάλι ξανοίξει ο καιρός, μόνο μια μέρα ζεστή
για να τη ζήσεις.

Για σήμερα, μονάχα αυτό θα προτιμούσα

ΣΤΙΣ ΠΕΖΕΣ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, πριν πεις «θα» λες «Νάτος» σε μιαν άκυρη εκκίνηση ονείρων
Σχεδόν αόρατοι, τόσο συχνά αλλάζοντας συχνότητες χρωμάτων που να μην εντοπιζόμαστε από κανένα μάτι, θα ’ρθει κάποτε η στιγμή να κληθούμε στο νεκροτομείο, στην κακοσμία σαπισμένων παραμυθιών ν’ αναγνωρίσουμε το διαμελισμένο λευκό της Χιονάτης. Και αν για πάντα στέγνωσε η μύτη του πινέλου που τη ζωγράφισε, στις μύτες των ποδιών τους οι νάνοι σηκωμένοι πρώτη φορά το ύψος τους θα διεκδικούν απ’ τον παραμυθά τους [ΣΤΗΝ ΚΑΚΟΣΜΙΑ ΣΑΠΙΣΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ από την ενότητα ΠΡΙΝ ΠΕΙΣ ΝΑ ΛΕΣ ΝΑ ΤΟΣ που περιέχεται στη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Γιάννη Κυριαζή ΧΡΟΝΟΘΥΕΛΛΑ, 2012]

ΟΡΙΣΜΟΣ
Από μιαν άλλη γωνιά ιδωμένο το ποίημα είναι
η μακροσκελής υπογραφή του Κενού
για το άγραφο κομμάτι της σελίδας.
Αν λοιπόν γράφουμε ποιήματα
δεν κάνουμε τίποτα άλλο
απ’ το να δίνουμε συνεχώς
διαφορετικά επώνυμα στο Τίποτα

ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΙΣΘΕΝ
Σα να βαλε ο κόσμος όπισθεν στην κίνησή του
και κύλησε μέσα στα παραμύθια.
Νωπό το αίμα επιστρέφει στις πληγές που κλείνουν
ανηφορίζουν τα δάκρυα ξανά προς τα μάτια
σαν σαλιγκάρια αφήνοντας πίσω τους
δύο υγρές γραμμές – οι ράγες της πίκρας –
και να ’μαι
σε μια άκυρη εκκίνηση ονείρων
που γυρνούν στην αφετηρία
των μισόκλειστων βλεφάρων μου
ή μόνος στο παλιό κάστρο των επιθυμιών
που όταν έρχονται μεσάνυχτα στοιχειώνουν
όλες οι ματωμένες αποφάσεις του κόσμου.
Νιώθω μικρός και παγωμένος
νόμισμα σφηνωμένο στο στόμα του νεκρού
περνώντας την Αχερουσία.
Παλιώνει η ταρίφα του Χάροντα γρήγορα
γυαλίζει απ’ το μόχθο του κουπιού το σώμα του
και πιο ευχάριστα για να περάσει η ώρα
ζωντανές ιστορίες ψυχής λαχταρά να διαβάσει
απ’ το νεκρό μας σώμα.

ΤΟ ΕΜΒΡΥΟ
Ύστερ’ απ’ τη σύλληψη μου
το σκοτάδι μ’ ερμήνευσε-
κρίθηκα ύποπτο φωτός
κι εννέα μήνες τώρα με παρακολουθούνε.
Με το πρώτο άνοιγμα των ματιών μου
θα με ξανασυλλάβουν.

ΑΜΦΙΒΙΑ ΖΩΗ
Όταν στα έξι βήματα στήσανε το Μηδέν
η ευστοχία της σφαίρας μας κατακύρωσε στην ύπαρξη.
Στη δημοπρασία για την ευτυχία
κανείς δεν πρόσφερε
κάτι περισσότερο
από ένα χρηματοκιβώτιο πτωχευμένων ερώτων
κάτι λιγότερο
από ένα κλωνί έκπτωτου βασιλικού
κι ο θρόνος και το στέμμα στη βροχή να γυαλίζουνε τόσο
για να καθρεφτίζουν τις αλυσίδες τους οι αισθήσεις.
Στα τούνελ της ψυχής σκάβοντας προχωρούσαν
ενδοφλέβια ολοένα οι ποιητές –ξέπνοοι ριφιφήδες δακρύων-
κι όλες οι μπουκάλες οξυγόνου
για τους φιλάσθενες πνεύμονες της Σιωπής.

Παράφορα τσαλακώσαμε το αίμα μας
για να χωρέσει μες στις στενές μας φλέβες.

Μήτε να ουρλιάζουμε μήτε να κλαίμε –
το μαντίλι δεν αφαιρεί το πλαγκτόν που θ’ αφήσει
η αμφίβια ζωή κάτω απ’ τα μάτια μας

Τις μέρες πάλι ξιφομαχούσε... με τις ακτίνες του ήλιου, ασπίδωνε τα μάτια του με γυαλιά κι είχε για πανοπλία τα κόκκαλά του σε παράταξη στηθάγχης.... παραχωρούσε με αγένεια τη ζωή του στο πιο άδειο κάθισμα του λεωφορείου, αφιέρωνε όλο το χρόνο του στο πλήρες χάσιμό του, δίδασκε τον Όμηρο για ένα πουκάμισο καινούργιο, για μια που θα το πλένει... όποτε δεν μάτωνε τις λέξεις, να ξέρετε τις ματαίωνε, σπανίως συγκινούνταν με τ’ ανθρώπινα γράμματα, άνοιγε τα βιβλία σαν ν’ άνοιγε φέρετρα και κοίταζε με αποτροπιασμό τις νεκρές ζωές των άλλων, έδινε συγχαρητήρια στους συγγραφείς που ξεγεννούσαν επιτυχώς τόση ματαιότητα, γι’ αυτό και δεν τους ζήλεψε ποτέ του... και κυρίως, όποτε ψώνιζε, άφηνε τα χρήματα να πέσουν από την τσέπη του για να δωροδοκήσει τη γη... έσπρωχνε με όλο το βάρος του κορμιού του τη μέρα προς τη νύχτα της, τη Δευτέρα προς το Σαββατοκύριακο, το χειμώνα προς την άνοιξη, το σκοτάδι του προς τα μάτια της... (Το βράδυ άσε ήσυχους τους διακόπτες - θα μου φέγγει η γάμπα σου.)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις