ΔΕ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΤΗ ΘΥΜΙΑΤΙΖΩ:

Φοβάμαι μπλε. Γεννήθηκα σε θύελλα Σαββάτου
σ’ ένα λιμάνι που πλοία δένανε τα σπλάχνα τους
κι όλα τα σάλιωνε μια νοτιά αψίκορη. Η μάνα πέθανε αμέσως. Κείνη την ώρα έπεσε, λένε,  μια πόρπη φεγγαριού μέσα στη θάλασσα , τη διέλυσε. Κι ανάσανα το μπλε το μελανί ως το μεδούλι. Μ’ ανάθρεψαν κοκότες σε ένα σπίτι παρδαλό που από κάτω στιλπνές ψυχές δερβίσηδων χορεύανε νταλκάδες. Και το πιοτό το σπέρμα κι ο βαρύς καπνός για μας, σήμαιναν ψωμάκι. Άλλοι το λέγανε κατάντια. Φοβάμαι μπλε , ακούω μπλε τις νύχτες μεγαλώνω άδεια χρόνια και κρύβω τη σιωπή μου στον ήλιο ενός πορτοκαλιού [Στέλλα Δούμου]


ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ: Νύχτα βουτηγμένη σε ζωές κλαίγοντας καληνύχτα οι άνθρωποι αποσύρονται στην εποχή των παγετώνων τους Ηχεί αλάτι πότε -πότε μα και για πόσους να φτάσει;

Οι δρόμοι με θυμώσανε.
Οι γοργές αναπνοές
Οι πηλοί στα νύχια
Τα χαλίκια, τα κατράμια
Τα γούνινα καθαρματάκια που ρουφούσαν
Το φεγγάρι
Τα τσιγκέλια των δέντρων στην πλάτη
Το μαύρο μέταλλο που έβραζε από χάος κι από χάος
Το ξεραμένο μου λαρύγγι
Και στα πλευρά της Ανδρομέδας
Που ήταν μπηγμένη
Εκείνη η αποκριά του μυαλού
Τελικά ο επίλογος υπήρξε τροχοφόρος.

ΟΓΚΜΑ
Α λογάκια από ζάχαρη
κι ευχαριστώ τα σπάνια καλοκαίρια των φιλιών
γιατί είμαι ακτή γυναίκας
γεμάτη καθρέφτες.
Με τόλμη ο Θάνατος χρόνους χίλιους με γιορτάζει μέχρι από σε να με ξανακερδίσει
κι εγώ κρατώ σε μπουκαλάκι αέρα ραγισμένο
όπως η έφηβη του αγαπημένου τα μαλλιά.
Είπα «αγαπημένου'» ,και σε γεύτηκα
Υγρή αψίδα και Χειμώνα μου
που όταν στο βρύο της μασχάλης σου κοιμάμαι
μπαίνουν λύκοι μέσ στον χρόνο, τον ξεσκίζουν
Ρίζα του κέλτικου αίματός μου,
γίνεσαι μέσα μου ουρανός σε νύχτα παχιά στο Τάμπθα Μορ
Ξανθέ μου Κόελχεν,
τραχιά Φωνή
πόσα φεγγάρια σε φοβήθηκαν
εσένα που χάλασες (ει)αρμούς της Ιστορίας
για να με καταπιείς ατσάλινη ανδρομέδα
και τώρα μαρτυρικά που με ξερνάς απ τους καρπούς
γιατί με ζήτησες λυμένο κύμα καταπάνω σου.
Ναι τώρα,
Α λογάκια από ζάχαρη
στα χείλη που αναβλύζουνε φαράγγια
και στο λεπίδι του παλιού μου τρόπου ν' αγαπώ
μόνον Εσύ να κόβεσαι.
Είμαι εδώ ανείπωτη .

 (Νεκρά Παραμύθια)
Εκείνη είχε μάθει τόσο καλά να μιλά τα σιωπηλά.
Από μικρό παιδί τα μιλούσε.
Κυκλοφορούσε μια φήμη, πως νευρασθενικά χρώματα την είχαν κάποτε πυροβολήσει εξ επαφής. Μιλούσε μονόχρωμα από τότε και ποτέ κατά τις  βραδινές ώρες . Είχε  όμως πάντοτε στις τσέπες της πιπέρια για να ταΐζει τις σκιές.  Η νύχτα, της αφαιρούσε αίμα κι αυτή ένιωθε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι αυτό .Η νύχτα της αφαιρούσε τη διάστασή της.
Έβηξε δυνατά.
[..]Σταμάτησε να σκεφτεί, πότε φύτρωσε εκείνο το κουμπί στα πόδια της και την κούμπωνε στο πάτωμα κάθε που ήθελε να κινηθεί, να τρέξει, να λακίσει. Αντίθετα, ήταν ολωσδιόλου πεπεισμένη πως θα ήταν καλύτερα να μην είχε έρθει εδώ. Θα προτιμούσε χίλιες φορές να πίνει τον χυμό απ’ τα σκουριασμένα φώτα της πόλης,  απ’ το να ρουφάει όλο αυτό το γκάζι του ολοκάθαρου αέρα. Σχεδόν την πονούσε. Μα δεν μιλούσε πια γι αυτό. Δεν μιλούσε καθόλου.
Ο Στεπάν  Λεμπόρσκι, δίπλα της, έγλειφε όση νύχτα μπορούσε μέσα απ το μαύρο βάζο κι αυτή δεν έλεγε να μιλήσει. Αφού ακόνισε τη γλώσσα του, ώρα πολύ, στο κοφτερό σκοτάδι, άρχισε πάλι να της λέει ιστορίες.
[Στο πρεβαντόριο, οι ιστορίες ήσαν σχεδόν επιτακτικές όσο και οι γνωριμίες, καθώς τα αόριστα βηχαλάκια που ανέμιζαν πότε- πότε επισφράγιζαν   την βεβαιότητα της επί μακρόν παραμονής]
Ο Στεπάν Λεμπόρσκι, μιλούσε τόσο πολύ. Σχεδόν χωρίς λόγο. Έλεγε ιστορίες, που της ανέσυρε από τα σπήλαια μέσα του. Ήταν όλες ματωμένες .Μα τις έλεγε τόσο ωραία!   Κάποια νύχτα , μίλησε για τον θάνατο. Μίλησε για τον θάνατο τόσο αληθινά που, καθώς έβηχε, αυτός βγήκε από μέσα του, έκανε μια βαθιά υπόκλιση  πήρε από το χέρι τον ωχρό  Στεπάν και τράβηξαν μαζί κατά τη Σιωπή.
Και τότε ήταν που.
Έγινε η φωνή της μια φωλιά.
Διαλύθηκε σε χιλιάδες πουλιά, όταν έκανε να φωνάξει. Τα σπήλαια κατακρημνίστηκαν μέσα της.
Ο χρόνος μετρήθηκε με τη βαριά βραχνάδα του πενθοφόρου, το ρόδι που έσκασε ήταν η καρδιά της και η λάμψη που άστραψε στις αμμουδιές του αυτιού της ήταν μια γκρι σταγόνα  ριγηλό παραμύθι.
Κανείς δεν ξέρει πώς έγιναν όλα αυτά.
Art:  Johann Fournier
[ΠΗΓΗ: Στέλλα Δούμου, γεννήθηκε στην Αθήνα. Συναντήθηκε με την ποιητική πράξη αργά, αλλά πάντα με την πεποίθηση ότι ποτέ δεν είναι αργά για να αρχίσει κανείς. Το 2012, στον ΚΘ’ διαγωνισμό ποίησης του Φ.Σ ‘’Παρνασσός’’ η συλλογή με τίτλο «Χαμηλές οκτάβες» τιμήθηκε με το Α’ βραβείο .Η συλλογή κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2013,από τις εκδ. Φαρφουλάς. Ποιήματά της έχουν επίσης συμπεριληφθεί στην ομαδική έκδοση της διαδικτυακής ομάδας CRAFT, εκδ. Γαβριηλίδης 2013 ,καθώς και σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Τέλος, με το όνομα ‘’Ουράνια’ ’έχει υπογράψει στίχους που έχουν μελοποιηθεί – ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ψυχοναύτες: https://doumoustella.wordpress.com/ ]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις