ΚΟΣΜΗΜΑ: ΜΟΝΟΚΟΝΝΤΥΛΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΛΙΜΝΙΑ ΕΡΩΔΙΟΙ

Στέκεσαι εδώ δίπλα μου, ενώ γράφω ΝΕΜΕΣΗ. Στην στιγμή της πιο αναπάντεχης γεωγραφίας. Με το πέτσινο μπουφάν σου και τα ψαρά σου γένια - με κάνεις να νιώθω ναυτία, κι εύχομαι να πέσει το αεροπλάνο που μας πάει στην ίδια πόλη. Καταλαβαίνω πως, όπως με κάνεις, άθελά σου, να νιώθω τόσο πάθος να καταστρέψω εσένα και μαζί όλη τη ζωή σε ακτίνα πέντε μέτρων γύρω μας, δεν έχω νιώσει τόσο έντονα για τίποτα· ποτέ. Κάνεις τις φλέβες μου να φουσκώνουν, νέμεση. Η μανία μου για το θάνατο (ή μάλλον: τη θανή σου) είναι πιο οξεία απ' τη μέριμνά μου για ζωή. [Θοδωρής Ρακόπουλος, ΝΕΜΕΣΗ, από την ενότητα «Ανοίγοντας τα γράμματα του γείτονα», στο βιβλίο   Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΠΥΡΙΤΙΔΑΣ, εκδόσεις νεφέληΜάρτης 2014]

Αυτό το δάχτυλο που τώρα ακουμπά την άκρη του κόσμου στο δάχτυλό σου έχει αγγίξει πριν κι άλλες άκρες που πάντα δείχναν πως ήταν αρχή μα πάντα κατ Έληγαν να είναι το τέλος του κόσμου του η αρχή του αμφιβάλλεις για όλους τους άλλους κόσμους

Ο ΥΔΡΟΦΟΡΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ
Σκαμμένος, το όνομά σου ορυκτός μου πλούτος και σάστισμα της πένας η σκαπάνη σπίθες αναβλύζοντας. Φρέαρ παράξενο η γραφή κεντά ανάμεσα στα ιζήματα: βρίσκει τα ποιήματα, άγραφα ακόμη ή στις πρώτες μεταστάσεις της οργανικής τους ύλης σε πέτρας ρουνικά ξυσίματα. Σηκώνομαι από την τοτινή Π. Δέλτα μου ηλικία, με την ορμή τους αρτεσιανή, και προς την επιφάνεια του χαρτιού: δροσιά από τα κοιτάσματά σου μέσα μου. Μα όσες φορές να γράφω το όνομά σου στο χαρτί, το ποίημα μένει απ’ έξω.


ΟΙ ΑΛΛΟΙ
Από εδώ πέρασαν το απόγευμα.
Σπασμένη λάμπα στο δρόμο.
Πόση νύχτα μαζεύτηκε γύρω της.

ΠΑΛΤΟ ΑΠΟ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ
Είναι τα βλέμματά τους άδεια από νερά
όσο τις κλώθει η ροή ανάμεσα κι εντός
σπουδαία τις τοτινές σημασίες καίγοντας,
αγγίζοντας η μι
a της άλλης την συνέχεια
με τη σκυτάλη ενός τηλέφωνου, ενός θάλαμου,
κάποιας ξεχασμένης χτένας. Ξαφνιασμένες
από την τόση οικειότητα, τα μάτια τους εξεταστικά
στα σώματα ψάχνουν τις ραφές ανάμεσα στα μέλη.
Ύφασμα από τόσα κουρέλια, «παντός καιρού».
Με την δακτυλήθρα φλόγα γύρω στα ημίφωτα
παλτό μανταρισμένο σε χρόνους ακριβούς,
πατρόν για τις χιλιάδες μέρες που θα ’ρθούν.
Πέρνα αεράκι ανάμεσα στις παραμάνες, δρόσισε
τις σταγόνες που μόνες πίσω απ’ το παραπέτασμα

ΕΠΙΦΑΝΙΑ
στάθηκε λοιπόν μπροστά
με το πνευμόνι του διαμπερές
κι ένα μπουκάλι χωρίς πώμα
ή μέσα μήνυμα
με την αμηχανία του ακάλεστου
στο κατώφλι κυριακάτικα
όταν όλες οι κάβες έχουν κλείσει
«ρε Πάνο» του είπα, «από το χώμα έρχεσαι και μου μυρίζεις
σαν όταν έσκαβες χωράφια˙ ο ίδιος˙ κόπιασε».
εκείνος δεν απάντησε- ούτε καν φαίνονταν
να έχει καταλάβει˙ με κοίταζε αργά στο στήθος
σαν να ψάχνει τους υπότιτλους
κι έβγαζε ένα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας την ευφυΐα στάλα-στάλα από το μέτωπο.
Δεν ήτανε στην γλώσσα ο Πάνος.
Δεν «τ
o ’χε» που λeν οι γλωσσοπλάστες.
Σε μια μαύρη φωτογραφία ήτανε, χωμένος στο παλιό του ρούχο.

σημ: αυτό το ποίημα βγήκε με αναμμένο το αλάρμ
μόλις προσπέρασα έναν που σου έμοιαζε ρε Πάνο
ακίνητος στο αεράκι του αμπελώνα
με το πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε την αριθμητική των πουλιών.
Τα όνειρα βλέπεις είναι σαν τα φιλμ της μηχανής:
παίρνουν φώς και καίγονται.
*
Πήγα κάτω στην Commercial Street
και είδα ξανά τα διαμερίσματα που νύχτα
κάποια νοτιοαφρικάνα από το μπαρ
που τ’ όνομα μου διαφεύγει
-καιρό πολύ πια, δεν τόλμησα να ξαναπάω-
ωσότου το πρωί χάραξε στο παράθυρο
και πέρα μέχρι το Gherkin
την στάση του μετρό
στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα σκυμμένα βήματα, το πρόωρο απόγευμα
.

Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΟΥΔΕΝ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ


Αγρίμι, τρέξε στην ανεμώνη νύχτα. Δεν διάβασες καλά την ωροσκόπο στιγμή ανάμεσα στα αρπακτικά, βρέθηκες νηστικό περιπολώντας στάχτιστα πηγάδια. Μετακινείσαι με μέριμνα πόρπης προς το λυκαυγές. Αλλά το ξέρω πως ξημερώνεσαι για μένα, ανησυχείς στην άκρη του λόφου, αλυχτάς στην κατεύθυνση του γραφείου μου, όπου γεμίζω μελανιές τις σελίδες, σβήνοντας από κάτω τους ζωή. Άγρυπνε αίλουρε, μου μίλησαν για σένα ο Χιουζ και η Πλαθ, κι εγώ κρατούσα σημειώσεις σε οθόνες. Κατασπάραξε το τρωκτικό που με κοιμίζει στους διαδρόμους -τα κλειδωμένα βιβλία στις τζαμαρίες-, μπες στη σκηνή και λύσε το μυστήριο με τον σπινθήρα στην ίριδα.

[δημοσιεύτηκε στο Books Journal, τχ 42, σ. 50, Μάιος 2014

Θυμήσου, Πιερ Πάολο, η μέσα κοιμωμένη ξυπνά πάντα ξαφνικά με το κλείσιμο της πόρτας πίσω σου. Ποτέ στο άνοιγμα
Ζω φρόνιμα ανάμεσα στα κουρδιστά μολύβια, μα ο πάτος της μολυβοθήκης είναι γυαλί στα νερά, οι λίμνες συγκοινωνούν κάτω από τα θρανία και ανάμεσα από τους σαστισμένους της κεντρικής πλατείας και την αλεξικέραυνη ουρανογραμμή μεσολαβεί αιώνων στάχυ ο θερισμός των βλεμμάτων… Για τούτο, στο πουγκί βαστάω τα παρελθόντα από εκτός κυκλοφορίας υλικό: κομμάτια από χαρτί, με αδρά υδατογραφήματα, από κείνα που κρατάμε φυλακτά στα πορτοφόλια μας… Τα δειλινά ντύνομαι τη δουλειά μου και πηγαίνω κουβαλώντας τα στην ίδια τσέπη να κουδουνίζουνε ενώ ακολουθώ το σκύλο γύρω από το φως και αισθάνομαι αόριστη νυχτερινή ηχώ…

Ένας μάρτυρας του Ιεχωβά κτυπά με διακριτικότητα, και προσοχή, μια πόρτα, στο Ναϊρόμπι της Κένυας ή στο Πέραμα – σε μια λαϊκή πολυκατοικία. Η σύντροφός του, πιο αποφασιστική, ίδιας ηλικίας, χρησιμοποιεί το ρόπτρο, παρακάμπτοντας την αμηχανία του: καθώς αδράχνει το επίχρυσο χεράκι για να ακουστεί, τού αγγίζει ελαφρά την παλάμη. Τού χαμογελάει κι εκείνος κοκκινίζει, μέσα από το σφιχτό, ζεστό γιλέκο του. Ακούγονται πολύ απαλά αλλά σταθερά βήματα, που πλησιάζουν, πίσω από την ετοιμόρροπη πόρτα˙ μάλλον από ξυλοπάπουτσα. Ο σύρτης τραβιέται˙ οι χιλιαστές χαϊδεύουν ασυνείδητα την Αγία Γραφή, που κρατούν υπό μάλης, και, για ένα δευτερόλεπτο, ο νεαρός σκέπτεται να ρωτήσει τη σύντροφό του ποιο είναι το αγαπημένο της χωρίο˙ εντωμεταξύ, από την καταχνιά του διάδρομου, που ανοίγει μπροστά τους στο κατώφλι της πόρτας, ξεπροβάλλει και τους καλεί, χωρίς δεύτερη κουβέντα, στο σπίτι Του, ο Ιησούς Χριστός. [Θοδωρής Ρακόπουλος, Από την ενότητα ΧΙΛΙΑΣΤΕΣ του βιβλίου «Η Συνωμοσία της Πυρίτιδας»].

Ο Θοδωρής Ρακόπουλος γεννήθηκε το 1981 στο Αμύνταιο. Σπούδασε Νομική κι Ανθρωπολογία. Ως ανθρωπολόγος, πραγματοποίησε εκτενή εθνογραφική έρευνα πεδίου στην Σικελία. Πρωτοπαρουσιάστηκε το 2004 σε συλλογικό τόμο των εκδόσεων Οδός Πανός. Έκτοτε, έχει δημοσιεύσει ποίηση, μετάφραση και κριτική σε περιοδικά κι εφημερίδες (ενδεικτικά: Παρέμβαση, Πανοπτικόν, Εντευκτήριο, Πλανόδιον), ενώ συνεργάζεται με τα περιοδικά Μανδραγόρας, Οροπέδιο κι Ένεκεν. Ποίησή του περιλήφθηκε στην ανθολογία "30 έως 30" της Κοινωνίας των (δε)κάτων και μεταφράζεται στα γαλλικά. Ζει μεταξύ Λονδίνου και Θεσσαλονίκης. ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΠΥΡΙΤΙΔΑΣ: Ανάμεσα στην πρόζα, την ποίηση, το δοκίμιο, τη διασπορά ψευδών ειδήσεων, την αναδίφηση ανύπαρκτων αρχείων, τον αστικό μύθο, τη λογοτεχνική υπερδιακειμενικότητα, το επαναστατείν δια την θυμικής οδού, το βιβλικό παραλήρημα, τον μεσσιανισμό. Ίσως ακούστηκαν σε κάποιο λεωφορείο, ίσως αναμεταδόθηκαν σε κάποιον διαδικτυακό τόπο, ίσως αποτέλεσαν αντικείμενο πολιτικής συζήτησης σε σεμινάρια ή καφενεία, ίσως τυπώθηκαν και μοιράστηκαν σε φυλλάδιο, ίσως ξεπήδησαν από το οργισμένο ελληνικό ίντερνετ. Κείμενα που ψάχνουν κατάταξη - που λεν: δεν υπάρχουν αλήθειες. Υπάρχουν μόνο πειστικές ιστορίες. Είκοσι πέντε κείμενα στην κάπως ψεκασμένη ατμόσφαιρα της κρίσης.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις