ΕΝΑ ΑΔΕΙΟ ΚΟΡΜΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΦΩΝΗ ΚΡΑΥΓΗ ΛΥΓΜΟΣ ΠΟΥ ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΖΗΤΟΥΣΕ ΒΟΗΘΕΙΑ

η πόλη η πόλη η σιωπή των ανθρώπων ο δρόμος Αραχώβης ο δρόμος η πλατεία οι φύλακες οι φύλακες οι φύλακες της πόλης οι φύλακες της πόλης δικάζουν οι φύλακες της πόλης δικάζουν όποιον δεν είναι ίδιος μ’ αυτούς το βλέμμα τους φυλακίζει την εικόνα μου κρέμονται στη φόδρα του φορέματος ακινητοποιούν το κινητό στ’ αυτί μου στήνουν αφτί στα λόγια μου το βήμα μου ακολουθούν στο ρυθμό μου πατινάρουν η αμηχανία μου δραπετεύει από το υπόγειο νοτιοανατολικό μου βλέμμα καθηλώνεται στην άκρη των ποτών τους μετεωρίζεται στην κάπνα των τσιγάρων τους χάνεται στη στροφή το δένδρο η καρδιά της πόλης η στροφή η στροφή εξουσιάζει το δρόμο στεγνός ο αέρας ο άνεμος δειλός άνθρωποι κουβέντες τραπέζια ο δρόμος η Ελλάδα των καρτ ποστάλ και των εσωτερικών διαδικασιών ανασκαλεύει στα όρια δύο καθέτων τις ορμές της η φωνή η φωνή απλώνει χέρι μίμηση πράξης εξαθλίωσης βοηθήστε με που… το αίτημα υποβάλλεται το αίτημα αποβάλλεται η φωνή μηρυκάζει λόγια οργής δήθεν δήθεν οργή δήθεν λόγια μίμηση πράξης εξαθλίωσης χάνεται στης τροφή ο δρόμος ένας υπόνομος η σκιά ο λυγμός βγαίνει από το σκοτάδι δεν έχει πρόσωπο δεν έχει μορφή δεν έχει χέρια είναι σκιά δώστε μου κάτι… ένα άδειο κορμί ο υπόνομος η άλλη φωνή η αγωνία η φωνή γαντζώνεται στη ψυχή μου λαιμητόμος της συνείδησής μου η κραυγή το γέλιο κρυσταλλώνεται σπάει σε κομμάτια ο υπόνομος το ρουφά το κεφάλι μου κόβεται κυλάει στη σχάρα σφαχτάρι η χαρά να χαθώ να χαθώ ο κάδος σκοτάδι το σύνθημα σκοτάδι η γωνία φως λιγοστό Αραχώβης να σηκωθώ να σηκωθώ να σηκωθούμε ένα άδειο κορμί η σιωπή των ανθρώπων η πόλη…   [ΦΩΝΗ ΚΡΑΥΓΗ ΛΥΓΜΟΣ από τη συλλογή ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ της Ασημίνας Λαμπράκου, Εκδόσεις Ενδυμίων]


ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΤΙΠΤΩΣΗΣ
Κι αν δεν ρωτάς Έτσι εκτυλίχθηκαν τα πράγματα Μια από κείνες τις νύχτες του περασμένου μήνα Που η υγρασία εγκλώβιζε τα συναισθήματα στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας Στερόντας τους τη δυνατότητα της διασποράς Βρήκε ένα σωρό σκουπίδα Κι έκρυψε κάτω απ’ τον όγκο τους το κορμί της Μοναδική διαφυγή – Παιδιόθεν καταβολή – Η γάμπα της μετέωρη στο αναποφάσιστο της φύσης Δειλή μια βροχούλα Λάσπωσε τα σκουπίδια και τη γάμπα Μονάχα ένας περαστικός άστεγος Διέκρινε το σημάδι Και βάλθηκε Όχι από καμιά λαιμαργία να πουλήσει τη γόβα για μας πεντάρας παρόν Αλλά από ένστικτο κάποιο ανεπτυγμένο στα καλέσματα που ψιθύριζαν Δίχως να φωνάζουν «βοήθησέ με» Κι έσκαψε Μ’ έναν κόπο ανώφελο που δεν μπορούσε εξ αρχής να εκτιμήσει σαν τέτοιο Κι όπως εκπλήρωνε το σκοπό του Σε κάθε του νυχιά βογκούσε ο δόλιος σε όσα του αποκαλύπτονταν Σκισμένο το γερασμένο της υπογάστριο Λευκό Γεννούσε σατανάδες κι άλλους διαόλους πηγμένους σε αίμα μαύρο σκοτωμένο Και κάτι σπόρους δίχως γέννα μέσα τους Άδειους, στέρφους Κι οι ποντικοί των σκουπιδιών Αντί να φεύγουν στη θωριά του Ξεθάρρευαν κι αναιδείς πλησίαζαν Στης καρδιάς το άνοιγμα να ρουφήξουν ό,τι ανάβλυζε Που σαν μέλι έμοιαζε μα είχε χρώμα βυσσινί του μούρου και τον έκανε ν’ αμφιβάλει Και τα χέρια της αγκυλωμένοι οι όμορφοι καρποί της σ’ αυτή τη στάση που έχουν οι τυφλοί σα πρόσωπο θέλουν να χαϊδέψουν να το αισθανθούν αφού δε βλέπουν μόνο… δίχως τη ψυχή τους… σε μια κίνηση τελικά άγνωστη του Και πού να ήξερε ο άμοιρος ποιαν φρικτή φυλακή ζωγράφιζαν τα δάχτυλα Μια έκανε και παραμέρισε τα βρεγμένα της μαλλιά Κι αυτά κουλουριάστηκαν στη λάσπη Στα λευκά πέταλα μαδημένου τριαντάφυλλου Με ένα ύπερο έφηβο  και στήμονες σα χορό αρχαίας τραγωδίας γύρω του Πορσελάνη σπασμένη οι σκέψεις της Και τα μάτια της δυο σκούρες λίμνες ικεσίας στο χλωμό της πρόσωπο «βοήθησέ με», ψιθύρισε Κι αυτός κατάλαβε μόλις το άσκοπο της πράξης του κι ευθύς να επανορθώσει πήγε μα πριν… σα να ’δειχναν τα μάτια εκεί ένα μικρό χαρτάκι διπλωμένο και βρώμικο στα σκουπίδια ανάμεσα Βρώμικα και τα δικά του χέρια Παραμέρισαν τα περιττά κι έφτασαν το χαρτί «…μόνο… μη χαθείς τελείως! Μπορεί κάποια στιγμή να σε χρειαστώ…» διάβασε Έπειτα το έβαλε στη χούφτα της κι άρχισε ευλαβικά να την σκεπάζει με το σωρό από τα σκουπίδια Μοναδική διαφυγή άφησε Τη γάμπα της… μετέωρη στο αναποφάσιστο της φύσης
Η φωνή που ψιθυριστά ζητούσε βοήθεια ησύχασε…

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα της Ασημίνας Λαμπράκου που περιέχονται στη συλλογή ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ, εκδόσεις Ενδυμίων  - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις