ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ ΤΟΥ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ (Ποίημα σε τρεις πράξεις):

ΠΡΑΞΗ 1η: Και τη ζωή δαγκώνοντας βαθαίνει κανείς την προσήλωση. Ολονυχτίς να ψέλνεται μια προσευχή, μα μη θαρρείς πως τούτο και μόνο σε γλιτώνει. Αφού μέσα στον νου στριμώχνονται: ο πίθηκος, ο άνθρωπος και ο Θεός. Αλλιώς: ένα τέταρτο ελβετικών Άλπεων, δυο κλάσματα ωκεανού, μια έρημος κι η πόλη. Φτιάχνοντας αυτό που είναι όνειρο μα είναι και εφιάλτης. Έτσι κι αλλιώς το θηρίο του σκότους αιώνια θα εξημερώνεται σε φως του πρωινού. ΠΡΑΞΗ 2η (Marche Funebre): Ύστερα με μια λεπτή φέτα από την ημισέληνο και ένα μέρος ορίζοντα που διέφυγε, η μετρονόμος γραφομηχανή πήρε μπρος να συντονίσει τον ρυθμό αυτού που όλη τη νύχτα ακουγότανε στην κάμαρα του ακρωτηριασμένου ποιητή: το αντηχείο μιας αποσπασματικής θλίψης, μια μονήρης νυκτωδία δίχως παρελθόν και μέλλον, η μελαγχολική σουίτα για πιάνο του Σοπέν που εδώ και χρόνια ονομάζω: μπαλέτο των νεκρών στον Άδη και συ: Marche Funebre και ξημερώνοντας πια για τα καλά ό,τι απομένει: ο βίαιός σου ψίθυρος κι ο ερυθρός σηματοδότης των χειλιών σου ακινητώντας όλα όσα μου είχες πει σούπερ-ήρωα πως θα με μάθαινες ν’ αντέχω για να στερούμαι τη ζωή εξοικονομώντας πόνο και συναίσθημα! Δεν αντιλέγω, καλά τα κατάφερα κρατώντας απ’ την αρχή τα δάκρυα και την αναπνοή μου, κάνοντας στη συνέχεια μακροβούτια με τη μύτη ορθάνοιχτη ρέουσα απ’ τις ουσίες έξω απ’ το νερό μέσα στον αέρα ασθμαίνοντας να συντηρούμαι. Σκοντάφτοντας όμως τώρα πάνω στο πτώμα σου – κατάλαβα πως τούτη ήταν η δική σου ώρα αφού η βασιλική αράχνη που φωλιάζει στην μπροστινή θήκη του μπλε σκούρου νεσεσέρ με τα χάπια και τις αλοιφές τα δυο τελευταία χρόνια είχε υφάνει στον ιστό της της Κοιμήσεως μια ζωγραφιά να ίπταται οιακίζοντας τα βαθυγάλανα χαράματα της ψυχής καταντικρύ στον θάνατο κι όπως λέω συχνά: Δεν ξέρω… κουράγιο κάνω. Ν’ αγκαλιαστώ και να παλέψω με τον κωμικό σκελετό γνωρίζοντας πως και το τελευταίο μου κέρμα ξοδεύτηκε στη σκόνη και τα χάπια; Να διαγράψω παντελώς τη σχολική ενθύμηση του οβολού και της ομηρικής υστεροφημίας που τόσα χρόνια μ’ έχει βασανίσει; 


ΠΡΑΞΗ 3η (Μετρώντας όπως στο κρυφτό)
Βουτώντας αξημέρωτα
μέσα στην ομίχλη των βουνών
δάκρυσες τα μάτια
και καταπώς ξεσπά η καταιγίδα
βάλθηκε κι η ζωή σου
αντίστροφα να μετρηθεί
κρυφοκοιτάζοντας
την κρυψώνα σου να δει
και να σ' ανακαλύψει
ένα...δύο...τρία...
βγαίνω...
Φωνάζοντας
Σείοντας μ' όλη μου τη δύναμη το ακίνητο κορμί σου
Παρακαλώντας σε:
«Σήκω σήκω, πρέπει να ξυπνήσεις». [Γιάννης Αντιόχου,
Marche Funebre, Ποίημα σε τρεις πράξεις]

PROZAC

Αποκεφαλιστής
ανθισμένων ονείρων με στήμονες νεκροκεφαλές
ως συνήθως ευφυής
ελέγχοντας αυστηρά τα επίπεδα της σεροτονίνης
αυξομειώνοντας τις δόσεις του Prozac
ξαπλώνεις κάτω από το μονότονο ήχο της βροχής
μουρμουρίζοντας το Exit music for a Film των Radiohead

Και ζώντας κατ’ επανάληψη
ό, τι δεν έχει πια αξία
και άνευ σημασίας είναι εδραιωμένο ως συναίσθημα
κάνοντας τον σκύλο του Παβλόφ
να σαλιάζει στη θέα ενός πλαστικού οστού
που οι ακονισμένοι του κυνόδοντες
έχουν ρημάξει,
δεν κατανοείς την αλλαγή

Ο κόσμος έχει μετακινηθεί
ξεθάψανε τους νεκρούς σου
συγχώρεσες τον εαυτό σου
και ξανάκανες τα ίδια λάθη

Κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά σου
τους σάπιους μίσχους μιας ανθοδέσμης
που ξεχάστηκε χρόνια τώρα στο νερό
άπλωσες τον ρύπο
εμπιστευτικά
μυστικά       
διαγράφοντας την ανάμνηση του γεγονότος

Στα δάχτυλά σου
μεγάλωσαν τα νύχια
και γαντζώθηκε η κόπωση
γιατί,
το να διαβάζεις ένα βιβλίο με τόσο μικρά γράμματα
πνιγμένο στις λεπτομέρειες
τοποθετώντας το χέρι σου κάθε φορά στο κατάλληλο σημείο
σε αποκάμει

φορτώνοντάς σου τη βαθιά θλίψη
όσων χαμένων κουβαλά κανείς

ένα δόντι, ένα καστανό μάτι, ένα φιλί
μια δύσοσμη αναπνοή, μια αγκαλιά,
τη δομή ενός κρυστάλλινου δακρύου

καθώς προσεκτικά το κουβαλάς
χρόνια τώρα
για να το χύσεις
το πολύτιμό σου
σ’ εκείνη τη μία και μόνη στιγμή
που κατρακυλώντας από τα μάγουλα
καμπανιστό θα διαλυθεί στο λευκό μου μάρμαρο.

ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΙΟΓΟΝΟ

Και καταστέλλοντας σώμα και επιθυμία
σημαδεύουμε τα πρόσωπά μας με βάσανα
γράφοντας με μαύρα μολύβια τις κόρες των ματιών μας

κι ό,τι απομένει
μια σκούρα αποπλάνηση
ένα ανήμερο βλέμμα
που στοχεύει και εκπυρσοκροτεί τραυματίζοντας
—ενίοτε θανάσιμα—
το πρώτο οικείο βλέμμα που ηθελημένα θα διεισδύσει

και συ
μην έχοντας δοκιμάσει
εδώ και σαράντα περίπου χρόνια
την αίσθηση του γαλάζιου φορέματος ενός κοριτσιού
που ολόγυμνο σαν το καλοκαίρι
θα τυλίξει τα πόδια του γύρω από τα δικά σου
δεν δίνεις σημασία

μόνο καπνίζεις το βαρύ σου τσιγάρο
λαμπηδόνα νικοτίνης φέγγοντας
ένα μέτρο γύρω όλο κι όλο
ταξιδιώτης του μακρινού δρόμου που έχεις διαλέξει
σκύβοντας από το βάρος
αποκάμνοντας από την κόπωση
ώσπου γίνεσαι ένα με τη γη
σέρνεσαι μες στο κενό
με τι νερό
τι στεναχώρια
σκίζοντας το στόμα να φτιάξεις χαμόγελο
και να το προσφέρεις

Κι η κάμαρά σου είναι άδεια
Ψυχή δεν υπάρχει
Ούτε η ψυχή σου

μόνο «τραύμα» αρθρώνεις προσπαθώντας
και ουρλιάζεις το «πονάω»
την ώρα που σε τσιμπά
το σιδερένιο έντομο της ανάμνησης
και ο Θεός σταυρώνει στον θόλο του σπιτιού σου
ουρανό το γαλάζιο φόρεμα του κοριτσιού
χτυπώντας με το σφυρί του τέκτονα
ένα καρφί στην σάρκα διεισδύοντας
ενώ το αριστερό της στήθος
φεγγάρι πέτρινο
πλαγιάζει στη θέση της καρδιάς σου δύοντας

Και πάντα θα γράφεις
όσο έχεις τα δάχτυλά σου μες στο κεφάλι της
του ύδατος στιχάκια να ξεδιψάς
κρατώντάς την
σφίγγοντάς την
ρουφώντάς την αργά
εωσότου σωθεί το βαρύ τσιγάρο σου
που σε ταξιδεύει.

[Γιάννης Αντιόχου, δυο ποιήματα ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΙΟΓΟΝΟ και PROZAC, από το προσωπικό ιστολόγιο του ποιητή: http://yiannisantiochou.6te.net./ ]

CURΡICULUM VITAE: Η Μαρία έχει μεταπτυχιακό στην πορνογραφία, ο Πάνος στην ειδική φαρμακολογία και διδακτορικό στη χημεία των ουσιών. Ο Γιάννης που γεννήθηκε το ’69 κάθε βράδυ προσυπογράφει το επίμετρο της ροκ αλλά πιστεύει πια στη Madonna, στους Radiohead και στην Bjork, Η Bjork μιμείται τη φωνή της φάλαινας — Στην εποχή μου αυτό θεωρείται από τους ειδικούς μεταφυσικό… Οι φίλοι μου έχουν σταματήσει να ερωτεύονται εδώ και πέντε χρόνια. Υποστηρίζουν πως ο έρωτας είναι κανιβαλισμός δακρύων, λένε ακόμα, με ποιο τρόπο καταψύχονται στην αγκαλιά του άλλου… Οι φίλοι μου, οι καλύτεροί μου φίλοι, απορούν μ’ εμένα που συνεχίζω να ερωτεύομαι και παρόλο που παρήγγειλα μαρμάρινο κρεβάτι για να παγώνω, εντούτοις ξαπλωμένος, συγχωρήστε με, εννοώ ακουμπισμένος, σε τοίχους σανίδια κολώνες και αυτοκίνητα, πάντα βρίσκομαι μπροστά στο επαναλαμβανόμενο θαύμα: Να κροταλίζει η ψυχή μου, να ματώνει η καρδιά μου, να φεύγει το μυαλό μου. Γιατί δεν είναι ο άλλος —που αν το μολύβι της ποίησης πάει να περιγράψει, ίσως χάσει τη λέξη τού πως το στόμα έφτασε στα πόδια— αλλ’ εγώ, εγωιστικά ερωτικός, ορθώνομαι και γονατίζω, τεντώνομαι και κάμπτομαι, μπαίνω και βγαίνω, φιλάω και φιλιέμαι με λατρεία αφοσίωση και τέχνη και γρυλίζω όταν χύνω, γιατί για μένα η φάλαινα είναι μια μακρινή φωνή αλλά οι σκύλοι ακόμα και στην εποχή μου ερωτοτροπούν σε κοινή θέα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις